Amber like lovescene
ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ
Share |

Σε λίγο το κρασί τελειώνει και θα φύγει. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος γι’ αυταπάτες.

“Γιατί δε μου μιλάς; Με φοβάσαι;” θα σταθεί στην πόρτα και θα ρωτήσει φεύγοντας.

“Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω” θα απαντήσει η αυταπάτη. Όλα θα καούν στο σκαλί. 

Αν όμως το παραδεχόταν;

“Φοβάμαι …ναι, φοβάμαι μήπως κάνω λάθος και δε με ξανακοιτάξεις έτσι όπως τώρα” αν έλεγε; Όλα θα ηχούσαν αλλιώς σαν ηώς, σαν πρελούντιο προανάκρουσμα εφήμερου έρωτος. 

Πράξις πρώτη, πρόσκαιρη: ‘Ο φόβος’

Ένα χρώμα σαν Ανατολή. Ένα άρωμα σα Μεσόγειος. Ένα χάδι σα Βάλσαμο.  Ένα φιλί σαν Έρωτας. Ένα τραγούδι σα Ρέμβη.

Γέλασε κρυφά και φάνηκε το γέλιο στην άκρη των χειλιών σαν ευφορία ευφάνταστη που βολιδοσκοπεί βακχείες. Ή μήπως…βλακείες; Γιατί το’ βλεπε τώρα πως δε θα γυρίσει άλλη φορά να την κοιτάξει. Από φόβο. Γι’ αυτό θα τον αγνοήσει τώρα επιδεικτικά περνώντας από δίπλα του μ’ όλο της το ‘είναι’ αδιάφορο μα και ολοκληρωτικά  στραμμένη σ’ αυτόν κοιτάζοντας κάτω τη γη στρωμένη κεχριμπάρι.   

Έσμιξε τις φτερούγες της κοντά στο στήθος εξαναγκάζοντας το κόκκινο ψαράκι στον αριστερό ώμο να κολυμπήσει βιαστικά να γλιτώσει το φουσκωμένο κύμα που θα το ξεβράσει στην αμμουδιά του αργού θανάτου. Χώθηκε κάτω απ΄ το δέρμα της και ξαναβγήκε στην επιφάνεια μόλις ένα υγρό “που πας εσύ;” άγγιξε την άκρη της ουράς που πιάστηκε σε συμπληγάδες.   

«Θα το φάω αυτό το ψαράκι» ψιθύρισε σαν αστραπή η μουσική αποκομμένη, σαν αποκαμωμένη σύντροφος που άφησε τον κεραυνό να ρουφήξει νότες και να χτυπήσει το δέρμα με ρεύμα. Βελόνες από ήλεκτρο καρφώθηκαν παντού. Μία την πέτυχε στον ώμο, εκεί που κολυμπούσε το ψαράκι και μάρτυρες πουθενά.

«Μην τολμήσεις να το σκάσεις!» πρόσταξε το μαρτύριο και την αγκάλιασε ασφυκτικά με μια επίμονη ματιά παγιδεύοντας στον αφρό το ψαράκι που σπαρταρούσε στα κύματα με τη βελόνα από ήλεκτρο στο αριστερό πτερύγιο προσπαθώντας να πετάξει όσο εκείνη μετουσιωνόταν σε ευχή που θα βγει σα δεν το περιμένεις.

Το λαρύγγι, ο οισοφάγος, το στομάχι, το συκώτι είχαν κιόλας ρευστοποιηθεί στην ηβική  χερσόνησο έτοιμα να τιναχτούν έξω μόλις άνοιγαν οι ουρανοί.

Σε λίγο δε θα υπήρχε τίποτα στερεό για να κρατηθεί εκτός από κρασί και ρουβίες που θα τις ψηλαφούσε κολυμπώντας ανάμεσα στις νότες που είχαν αυτομολήσει στον εχθρό συνθηκολογώντας μυστικά μαζί του κι αποκαλύπτοντας την κρυφή χαραμάδα για το σπήλαιο με τις φωτιές, τα ιερογλυφικά, τις ζωγραφιές από ανθρωποθυσίες.

«Δεν είσαι σε θέση να με διατάζεις απόψε » φώναξε πνίγοντας μια κραυγή από οργή και ζωικό ήλεκτρο.

«Θα με κοιτάς» είπε ψιθυριστά «θα με κοιτάς και δε θα κλείσεις τα μάτια ούτε στιγμή». Έγλειψε τα ερυθρόδανα χείλη με τη γλώσσα που μιλούσαν νοερά και τραβώντας αστραπιαία την ηλεκτροβελόνα απ’ το ψαράκι, κέντρισε τα ιερογλυφικά.

Πράξη δεύτερη, άχρονη. ‘Η αναμέτρηση’.

Τον άφησε να την κοιτάζει επίμονα μέχρι τέλους. Του χαμογέλασε για να τον λυτρώσει από την πλάνη που μουρμούριζε: «εγώ υποκλίνομαι στην τόλμη που δε ζητάει αναβολή».

Πήρε βαθιά ανάσα, ήπιε την τελευταία γουλιά και πλησίασε για να πει κάτι όμορφο, προτού φύγει η νύχτα που απόψε είχε φεγγάρι βαμμένο ματωμένο και η βροχή απειλούσε από ώρα κι όπου να’ ναι θα ξεσπάσει στο χώμα του φθινοπώρου που φέτος άργησε να μυρίσει κεχριμπάρι και βέβαια ήταν τώρα πολύ περασμένη η ώρα για να φύγει έτσι χωρίς πρώτα να ρωτήσει αν κι αυτός ανησυχούσε για τη νεροποντή.

 Πράξη τρίτη, σύντομη. ‘Η αντοχή’. 

Γίνεται άραγε να ακούσει τις δικές της αγαπημένες λέξεις – όπως βροχή, κεχριμπάρι, θάλασσα, άμμος, ουρανός, φεγγάρι- να βγαίνουν απ’ τα δικά του χείλη και να νιώσει τον παλμό στην κοιλιά της να μεταγγίζει συσπάσεις στη ραχοκοκαλιά του κι εκείνη να κοιτάζει τη ρευστοποίηση της πέτρινης δυσανάγνωστης εικόνας του.  Μα εκείνος ούτε βήμα, ούτε μ ι α επίμονη ματιά δεν της χάριζε, μονάχα έριχνε επιπόλαιες φευγαλέες ματιές κι έκλεβε την ελάχιστη ενέργεια που της απέμενε προτού αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες χοντρές ψιχάλες.

Κάποιος από τους δυο στο τέλος θα έβαφε το πρόσωπο με κόκκινη λάσπη γιατί κάποιος απ’ τους δυο θα άντεχε λιγότερο. Γι αυτό …

 …άσε τώρα πού να φυτεύουμε νερό πάνω σε δάκρυα*

(* από το ποίημα ΓΕΝΕΑ ΥΠΑΓΕΙ ΚΑΙ ΓΕΝΕΑ ΕΡΧΕΤΑΙ της συλλογής

Η εφηβεία της λήθης. Κική Δημουλά)    



fashion addiction