Camnedat *
* Σαμιζντάντ = Ο αυτοσχέδιος και παράνομος Τύπος σε περιόδους ύφεσης και παρακμής.
Του Βαγγέλη Δαβιτίδη
Share |

Τα καλοκαιρινά σχέδια καταστρώνονται στη Μαβίλη.

Μετρώντας μέρες στην πλατεία απέναντι από τον Λώρα που έχει πια κλείσει για καλοκαίρι.
Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Δαβίδ, ο Ισπανός  σύνδεσμος ρωτάει:
«Ετοιμάζεστε, ετοιμάζεστε;» βασισμένος στην εμπειρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης.
«Ναι, να φύγουμε από την Αθήνα» του απαντάει ο Κωστής.
    Η Μαβίλη είναι η πλατεία που δε γίνεται ποτέ τίποτα, θυμάμαι τα λόγια μιας φίλης. Ξέρω ότι έχει δίκιο αλλά η περιοχή που οριοθετείται βόρεια από το Μπρίκι και το Flower, δυτικά από το Λώρα, νότια από την Καντίνα και ανατολικά από τη Β. Σοφίας και έχει φόντο την Αμερικάνικη πρεσβεία, στο μυαλό μου έχει ζωγραφιστεί σαν η ιδανική παραλία με τη ψιλή λευκή άμμο και τα φοινικόδεντρα, μια αιώρα και τη μουσική τουPeterTosh ή του AmonTobin να παίζει στο κεφάλι μου. Kι αυτό γιατί ο BobMarleyείναι αραγμένος σε μια αιώρα λίγο πιο πέρα.
    Εκτός από τον Bobξεφυτρώνουν σα μανιτάρια και δεκάδες άλλοι γνωστοί και φίλοι, εν ολίγοις στα ιδιωτικά ραντεβού καλό είναι η Μαβίλη να αποφεύγεται. Μπορεί να είναι η καλύτερη παραλία στην Αττική αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί την όαση των βεδουίνων της Αθήνας που υπομονετικά περιμένουν το επόμενο καραβάνι για να την κάνουν από την ολυμπιακή πρωτεύουσα.

Το σιντριβάνι σταμάτησε, η ώρα λοιπόν είναι μία. Οι χάρτες τίθονται επί τάπητος.
    Στόχος 1ος. Ικαρία, η Κούβα του Αιγαίου. Θα μπορούσε να είναι και τόπος μόνιμης κατοικίας. Ψάχνοντας τον Φιντέλ πέφτεις πάνω στα ξέφρενα ικαριώτικα πανηγύρια. Από βαλσάκια και πόλκες σε δαιμονιώδεις ικαριώτικους χορούς τη μια μέρα μετά την άλλη, σε ποιο χωριό είπες ότι γίνεται, χωρίς ανάσα. Στο πειρατικό χωριό-καταφύγιο του Χριστού Ραχών τα πάντα λειτουργούν μετά τις 10 το βράδυ. Σούπερ μάρκετ, φούρνοι, φαρμακεία, παντοπωλεία ανοίγουν μαζί με τα μπαρ. Τα πάντα γίνονται λικνιστικά και αργά - εκτός από το χορό - στο νησί, αν γίνουν τελικά. Και τα παιδιά διοργανώνουν κλασικά κάθε χρόνο το καλύτερο πάρτυ που έχω πάει ποτέ στις Σεϋχέλλες, μια παραλία στα νότια.
    Στόχος 2ος. Σαμοθράκη. Κι όμως μπορείς να πας σε νησί και να μη νοιώσεις την ανάγκη να πας σε παραλία. Οι κρυστάλλινοι αναρίθμητοι καταρράχτες, δημιουργούν συνεχόμενες λίμνες και καβάτζες. Τη μέρα σου φαίνεται εντυπωσιακό. Τη νύχτα απλά απίστευτο. Σαν πέσει το σκοτάδι το μόνιμο soundtrackτης περιοχής, αυτό το βαθύ βουητό των νερών που σκάνε στις λίμνες από ύψος δεκαπέντε μέτρων, κυριαρχεί. Σε λίγο η μια φωτιά μετά την άλλη θα αρχίσει να ανάβει δίπλα στις συνεχόμενες λίμνες σα πυγολαμπίδες. Το σκοτάδι ξαφνικά μεταμορφώνεται σε πορτοκαλί νερά και βράχια που τρεμοπαίζουν σε μήκος εκατοντάδων μέτρων. Μένουμε στον πιο πάνω καταρράκτη που μπορέσαμε να φτάσουμε. Αντί για αστέρια μετράμε λίμνες και καταρράκτες, Πόσες βλέπεις από δω. Μια, δύο, τρεις, τέσσερις, εφτά; Μετά το σύστημα στρίβει.
    Στόχος 3οςΦολέγανδρος. Από τα πλίνθινα σπιτάκια του Γαλύφου η θάλασσα χρυσαφίζει αντανακλώντας τον ήλιο. Και όταν εκείνος πέσει, καλό είναι να βρίσκεσαι στη Χώρα. Μια πετρόχτιστη πολιτεία χτισμένη στην κόχη ακριβώς του απότομου κάθετου γκρεμού. Από κάτω το χάος. Τα καλντερίμια ακολουθούν φιδίσιες διαδρομές και καταλήγουν σαν ποτάμι που φουσκώνει σε τρεις τέσσερις πλατείες. Όλα τα μαγαζιά, μπαρ σουβλατζίδικα, ουζερί μοιάζουν να είναι ένα. Ο κόσμος αραγμένος στα παγκάκια και στις πεζούλες ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως στη Μαβίλη. Μόνο που αντί για μπύρες έχουν στο χέρι ρακόμελα και παξιμάδι.
    Στόχος 4οςΓαύδος. «Κέδρος, κέδρος το πιο ωραίο φυτό, κέδρος, κέδρος το πιο σκληρό ναρκωτικό.» Στο νοτιότερο σημείο της Ευρώπης, σε αυτή τη νησίδα γεμάτη αμμόλοφους και κέδρους, η πυξίδα δείχνει να τρελαίνεται. Οι Ρώσοι επιστήμονες που κατοικούν στο νησί δε θα μπορούσαν να έχουν βρει καλύτερο μέρος ως καταφύγιο της θύελλας που σάρωσε τη χώρα τους και δεν άφησε όρθιο σχεδόν τίποτα. Οι πενηνταεφτά μόνιμοι κάτοικοι του νησιού φτάνουν τους πέντε χιλιάδες και αυξάνονται κάθε καλοκαίρι. Ούτε λιμενικό να στην πει για το ελεύθερο κάμπινγκ ούτε τίποτα. Και οι Γαυδιώτες-σκηνίτες πιστοί στο ραντεβού τους σε ρωτάνε όλο το χειμώνα : «Θα κατέβεις φέτος, έτσι;»
    Το σιντριβάνι μετά τη βραδινή του ξεκούραση, ξεκινά για μια ακόμη μέρα να χωνεύει και να φτύνει το νερό. Είναι έξι. Με αυτά και άλλα πολλά σχεδόν ξημέρωσε. Τα τενεκεδάκια από μπύρες έχουν δημιουργήσει μια κοκκινοπράσινη τσόχα στην πλατεία που πλέον έχουμε απομείνει τρεις παρέες. Σε λίγο το εγκαταλελειμμένο σκηνικό θα γεμίσει από τρόλεϊ, λεωφορεία, αγχωμένους ανθρώπους κουβαλώντας τις τσάντες τους να τρέχουν πίσω από το ρολόι. Προς το παρόν περνάει ένας τύπος και μαζεύει όλα τα τενεκεδάκια σε τεράστιες πυραμίδες. Φεύγει. Πέντε λεπτά αργότερα ο συνεργός του έρχεται και γεμίζει τεράστιες σακούλες. Το σύστημα δουλεύει κυκλικά σαν το σιντριβάνι. Απόψε λέω να μην κοιμηθούμε … Άντε, εικοσιεφτά και μία μείνανε.     



fashion addiction