

Για όλα φταίνε
τα τραγούδια
“What came first,
the music or the misery? Did I listen to music because I was miserable? Or was
I miserable because I listened to music? Do all those records turn you into a
melancholy person?”
Κι αν
αυτό είναι Το ερώτημα που ταλανίζει τον αιώνια παιδαριώδη και ανώριμο RobFleming (βλ. HighFidelity) που όλοι οι φετιχιστές της μουσικής κρύβουμε μέσα
μας, δεν απαιτείται I.Q. μεγαλύτερο από αυτό ενός μέσου fan του EltonJohn για να καταλάβει κάποιος την εξ’ ορισμού πολυπλοκότητα του
γόρδιου...ψυχισμού των ίδιων των δημιουργών Τέχνης και δη της αγαπημένης μας,
της μουσικής. Και είναι τόσο απροκάλυπτα σπάνιοι και ιδιαίτεροι οι άνθρωποι που
καταφέρνουν να ελευθερώσουν τους προσωπικούς τους δαίμονες, να τους δώσουν
σάρκα και οστά και να τους επιτρέψουν να κάνουν έργα ζωής τις ίδιες τους τις
ευαισθησίες που δε μπορούν παρά να εξαντλήσουν εαυτούς γρήγορα. Όλα μέσα τους
κινούνται τόσο γρήγορα και τόσο άτακτα που είναι σα να λιώνει το προσωπικό τους
κερί και από τις δύο μεριές, για να καταλήξει στη βίαιη ανάφλεξη του τέλους.
Κάποιος
έχει γράψει ότι η αυτοκτονία είναι μια υγιής αντίδραση της ψυχής και του
πνεύματος ενάντια στη σταθερή και ανελέητη εξουσία του χρόνου. Ο ίδιος έγραψε
ότι αληθινό είναι ό,τι σπαταλιέται δίχως εμφανείς λόγους. Αληθινοί είναι οι:
ADRIAN BORLAND
(6/12/1957- 26/4/1999)
Τα
πράγματα είναι απλά. Η δισκοθήκη που δεν περιέχει σε περίοπτη θέση το “Jeopardy” και το “FromtheLion’sMouth” των TheSound είναι το λιγότερο ελλιπής. Κατά την καθόλου ταπεινή μου
άποψη (δεν είμαι διόλου ταπεινός όταν πρόκειται για δημιουργίες που μ’ έχουν
ταρακουνήσει συθέμελα) ειδικά το “Jeopardy”
μπορεί να συγκαταλεχθεί με περίσσια άνεση ανάμεσα στα 10 καλύτερα albums της δεκαετίας του ’80. Κάποιος είπε ότι οι Sound ήταν η ιδανική διασταύρωση των JoyDivisionκαι των Echo & TheBunnymen. Με όλο το θράσος που με διακατέχει θα τολμήσω να
πω ότι ο AdrianBorlandήταν μία κλάση πιο πάνω από τον αγαπητό IanMcCulloughτων Bunnymen. Μοναδικά συναισθηματικός,
αδιαμφισβήτητα επιβλητικός, τραγικά παραγνωρισμένος και φυσικά επιδραστικός όσο
λίγοι της εποχής του για τους μεταγενέστερους, ο Borlandείναι για μένα ο μόνος εκ της νεοκυματικής περιόδου του οποίου η συνθετική
και στιχουργική γραφή μπορεί να σταθεί πλάι πλάι με αυτή του άλλου καταραμένου,
του IanCurtis. “So
many feelings, pent up in here, left alone, I’m with the one I most fear. I’m
sick and I’m tired of reasoning, just want to break out, shake off this skin” τραγουδούσεστο“I Can’t Escape
Myself”. Τελικά
τα κατάφερε, πέφτωντας στις γραμμές του τρένου.
ELLIOTTSMITH
(6/8/1969 –
21/10/2003)
“Νιώθω
πολύ περίεργα που ζω από τη μουσική μου. Στην Αμερική υπάρχει αφόρητη πίεση, ώστε
ο καλλιτέχνης να είναι συνεχώς χαρούμενος κι επιτυχημένος. Μοιάζει μ’ ένα
κακόγουστο ανέκδοτο.” Τάδε έφη, ο StevenPaulSmith, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, κάμποσο καιρό πριν αποφασίσει
να κλείσει τ’ αυτιά του και να γυρίσει την πλάτη του στον ασφυκτικό φαύλο κύκλο
της δημοσιότητας, που συνεχώς έσφιγγε σα θηλιά γύρω από το λαιμό του. Όντας
ένας από τους πιο προικισμένους τραγουδοποιούς της γενιάς του, άφησε πίσω του
πέντε albums υποδειγματικής ποπ, κινούμενα
στη χρυσή lo-fiτομή των BigStarκαι των Beatles, ενώ
έμελλε να τύχει καθολικής αναγνώρισης υπογράφοντας το κομψοτέχνημα “MissMisery”, το κεντρικό θέμα του oscar-ικού “GoodWillHunting”. Η κατάθλιψη όμως έμοιαζε μη αναστρέψιμη κι η κατάχρηση
αλκοόλ και ναρκωτικών κάθε άλλο παρά βοηθούσαν το ραγισμένο του ψυχισμό. Κι όσο
μας είχε πείσει από την αρχή της πορείας του για το ευαίσθητο της υπόστασής
του, άλλη τόση σύγχυση και σοκ προκάλεσε, διαλέγοντας να ξεφύγει από τη μέγγενη
της πραγματικότητας, πριν καν προλάβει να ολοκληρώσει το έκτο του album “FromABasementOnTheHill”, καρφώνοντας στην καρδιά του
ένα μαχαίρι. Φήμες που θέλουν το τέλος του όχι πράξη αυτοκτονίας αλλά έργο της
αγαπημένης του ελέγχονται ακόμη ως ανακριβείς.
IAN CURTIS
(15/7/1956 –
18/5/1980)
“Υπάρχουν
δύο επιλογές στην κόψη του ξυραφιού, κοντοστέκεσαι ή πέφτεις πάνω του” τραγουδούσε
στο “SomethingMustBreak” ο IanCurtis. Για κάποιο καιρό άντεξε απλά να παρατηρεί το
ξυράφι να ξεσκίζει τα ψυχικά του σωθικά. Είναι η μοίρα βλέπετε ορισμένων
ανθρώπων να επιβεβαιώνουν το ρητό που λέει ότι την πραγματική Τέχνη τη γεννά η
δυστυχία. Και ο IanCurtis ήταν δίχως άλλο ένας δυστυχής άνθρωπος, με τις
κατ’ εξακολούθηση επιληπτικές του κρίσεις να μην του επιτρέπουν ούτε καν τη
στοιχειώδη ηρεμία που δικαιούται ο καθένας. Δίχως αυτή την προσωπική του δίνη όμως,
αμφιβάλλω αν θα μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει τα “UnknownPleasures” και “Closer”, δύο albums που δυόμιση δεκαετίες μετά την
κυκλοφορία τους εξακολουθούν ν’ αποτελούν φωτεινό οδηγό για κάθε μουσικό που
σέβεται τον εαυτό του. Το ότι εκατομμύρια άνθρωποι υφίστανται μοναδικού ”κάλλους”
συναισθηματικές εκρήξεις στο άκουσμά τους, ομολογώ ότι κάποιες φορές με
τρομάζει. Τελικά, τι κρύβουμε όλοι μέσα μας; Δυστυχώς, ο IanCurtis δεν άργησε να πάρει την απόφαση στο ερώτημα που ο ίδιος
τραγούδησε. Κοίταξε το ξυράφι, ξεκίνησε έναν από τους ασυνάρτητους χορούς του
κι έπεσε με δύναμη πάνω του. Κρεμάστηκε στην κουζίνα της γυναίκας του. “Radiotransmission”…overandout.
KURT COBAIN
(20/2/1967 – 5/4/1994)
“It’s better to
burn out than to fade away” λέειέναςχαρακτηριστικόςστίχοςτουNeil Young. Ο ίδιος ο Kurtδιάλεξε αυτές τις λέξεις και τις συμπεριέλαβε στο
αποχαιρετιστήριο γράμμα του, για να συνοψίσει την αντιμετώπιση που είχε για την
τέχνη του και για την ανθρώπινη φύση, λίγο πριν βάλει την καραμπίνα στο στόμα
του. Για τα έργα και τις ημέρες του Kurtέχουν γραφτεί
σελίδες επί σελίδων (και από τον υπογράφοντα στο προηγούμενο τεύχος) και δε
νομίζω να υπάρχει έστω κάποιος που να μην έχει έρθει, το λιγότερο, σε
επιδερμική επαφή με τη μουσική του. Αν μη τι άλλο, μετά τη δολοφονία του JohnLennon, η αυτοκτονία του Cobain οριοθέτησε τη μουσική εν γένει, σημαίνοντας το τέλος του
grunge, του πιο μαζικού μουσικού
ρεύματος των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων, αυτού που το ίδιο το “Nevermind” είχε κάνει κτήμα εκατομμυρίων ανθρώπων. Το ότι
από τον Απρίλη του ’94 η μουσική βιομηχανία επιδόθηκε σ’ ένα ανελέητο κυνήγι
εύρεσης των “δεύτερων Nirvana”, φυσικά με αποτυχημένα
αποτελέσματα, αλλά και το ότι το MTV είχε
ανοίξει συμβουλευτικές γραμμές επικοινωνίας για όσους νέους δε μπορούσαν ν’
αντέξουν το θάνατο του ειδώλου τους, δε μπορεί παρά ν’ αναγάγει τον Kurtστο τελευταίο πραγματικά «Μεγάλο» μουσικό της
γενιάς του. Η αναμονή για τον επόμενο προβλέπεται διαρκείας.
MICHAEL HUTCHENCE
(22/1/1960 – 22/11/1997)
Οι INXS ήταν ασυζητητί μία από τις πιο χαρακτηριστικές
περιπτώσεις groups της mainstreamβιτρίνας της “όλοι αγαπάμε να τη μισούμε” δεκαετίας του ’80, αναλόγου
βεληνεκούς με μπάντες όπως οι DepecheMode, κι ακόμη και σήμερα μάλλον το πιο γνωστό εξαγώγιμο
μουσικό προιόν της Αυστραλίας. Από το πρώτο τους single “SimpleSimon” το 1980 πέρασαν μόνο 3 χρόνια μέχρι το “ShaboohShoobah” του 1983 για να εκτοξευθούν στη σφαίρα του internationalstardom, με τον MichaelKellandFrankHutchenceνα κερδίζει με άνεση μία θέση
ανάμεσα στους πρωτοκλασάτους, τουλάχιστον από πλευράς δημοτικότητας,
καλλιτέχνες της εποχής του, δοκιμάζοντας το 1990 την τύχη του και στον
κινηματογράφο (“DogsInSpace”). Η δεκαετία του ’90 βρήκε τους INXS να προσπαθούν, μάλλον ανεπιτυχώς, να φανούν αντάξιοι του
“hitparade” παρελθόντος τους, με την προσωπική ζωή του Hutchenceκαι τη σχέση του με τη σταρλέτα PaulaYates ν’ αποτελούν πρώτο θέμα στα εξώφυλλα των tabloids. Ο θάνατός του εξ απαγχονισμού το 1997 προκάλεσε
αναλύσεις επί αναλύσεων κυρίως εξαιτίας του μη αναμενόμενου του. Δύο χρόνια
μετά, ως είθισται, κυκλοφόρησε και το μεταθανάτιο έργο του. Σήμερα οι INXS ψάχνουν το νέο τους frontman μέσα από τραγουδιστικά reality. Το απύθμενο βάθος της ανθρώπινης αναξιοπρέπειας δε
σταματά να με εκπλήσσει.
ROZZWILLIAMS
(1/4/1963 – 1/4/1998)
Το ότι ο
RogerAlanPainterεμπνεύστηκε το προσωνύμιο RozzWilliams από μία ταφόπετρα, μόνο ενδεικτικό μπορεί να είναι της υπόστασής
του και κατά συνέπεια του κέντρου βάρους γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η
αισθητική της μπάντας του, των ChristianDeath (σ.σ. παράφραση του ChristianDior!). Δύσκολο να τους χαρακτηρίσει
κάποιος αποκλειστικά newwave μπάντα, πέρα από τη χρονική σύμπτωση της εμφάνισής τους
με την έκρηξη του συγκεκριμένου ρεύματος, μιας και ο βασικός άξονας επιρροής
του Rozzήταν το βρώμικο και συνάμα
φανταχτερό rock ‘n’ roll των DavidBowie, T. Rex, RoxyMusic, NewYorkDolls και φυσικά του θεού Iggy. Η πορεία τους στο χρόνο αποδείχτηκε άκρως επεισοδιακή, με ουκ ολίγες αποσυνθέσεις
και επανασυνδέσεις, για να μπει για τελευταία φορά (τι σύμπτωση!) η ταφόπλακα την
πρωταπριλιά του ’98, οπότε κι ο Rozzανακαλύφτηκε
να αιωρείται από την κρεμάλα που ο ίδιος είχε στήσει. Και δε μπορώ να πω ότι
ήταν πολλοί αυτοί που εξεπλάγησαν.
PHIL OCHS
(19/12/1940 – 9/4/1976)
“Δε
μπορώ καν να συγκριθώ με τον Phil. Και γίνεται συνεχώς καλύτερος!”.
Αυτή η δήλωση του μεγάλου BobDylan για τον φίλο του, κάπου στις αρχές των sixties, μοιάζει αρκετή για να πείσει ακόμη και τους πιο
δύσπιστους για το ειδικό βάρος του επαναστάτη που άκουγε στο όνομα PhilOchs. Γιατί περί επαναστάτη επρόκειτο, με τις συνθέσεις των τριών πρώτων του
δίσκων “AllTheNewsThat’sFitToSing” (1964), “IAin’tMarchingAnymore” (1965), “PhilOchsinConcert” (1966), μεταξύ πολλών άλλων, ν’ αποτελούν κυριολεκτική
γροθιά στο στομάχι της αρτηριοσκληρωτικής κοινωνίας των Η.Π.Α. Καυστικός όσο
λίγοι, δραστηριοποιημένος όσο ελάχιστοι, με τον πόλεμο του Βιετνάμ και τη Nixon-ική εγκληματική πολιτική να κατέχουν μόνιμη θέση στην
ημερήσια διάταξη της ακτιβιστικής του πρακτικής, δυστυχώς δεν κατάφερε να
υπερνικήσει την πολεμική που είχε συσσωρευτεί εναντίον του, με αποτέλεσμα να
μην καταφέρει ποτέ ν’ αποκτήσει το statusενός Dylan. Η συνεχής του απογοήτευση αλλά και οι προσωπικοί του δαίμονες,
τους οποίους ανεπιτυχώς προσπάθησε να καταπολεμήσει με το οινόπνευμα, ήταν
αυτοί που επί της ουσίας έσφιξαν και τη θηλιά γύρω από το λαιμό του το 1976.
SID VICIOUS
(10/5/1957 – 2/2/1979)
Το κακό
με τον SidVicious (βαπτισμένος JohnSimonRitchie) ήταν ότι είχε πάρει πολύ σοβαρά το moto“livefast, dieyoung”. Το πρώτο του σκέλος το έκανε μόνιμη πρακτική ακόμη κι
ως fan, τις ημέρες που ακολουθούσε
παντού τους αγαπημένους του SexPistols, κερδίζοντας τον τίτλο του “theultimateSexPistolsfan” όπως τον ήξεραν τα λοιπά “ρεμάλια” της εποχής. Όταν μετέπειτα έγινε και
μέλος τους η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Μπορεί να μην είχε ιδέα από
μπάσο, στα live άλλωστε οι υπόλοιποι Pistols συνήθιζαν να βγάζουν τον ενισχυτή του από την
πρίζα, είχε όμως το ιδανικό punkattitude. Θρασύς, αθυρόστομος και δυστυχώς με αρκετές
απρόσμενες βίαιες εξάρσεις. Η ηρωίνη βέβαια ήταν το απόλυτο φιξάκι του, ειδικά
από τη στιγμή που άρχισε να σουτάρει με την πολυαγαπημένη του NancySprungen. Στην κατάχρηση της σκόνης αποδίδουν κι οι περισσότεροι
τη σχιζοφρενική σχέση τους, αφού ενώ ήταν ομολογουμένως τρελοί ο ένας για τον
άλλο, δεν ήταν λίγες οι φορές που το έδειχναν και κάπως...βίαια. Σύμφωνα με το
δικαστήριο, το cocktailηρωίνης και του ανεξέλεγκτου
ταμπεραμέντου του Sid όπλισαν το χέρι του με το
μαχαίρι που άφησε ακαριαία νεκρή τη Nancy, έστω
κι αν ο Sid δεν έχει καμία μνήμη του
γεγονότος. Το ότι ξύπνησε δίπλα στο πτώμα της, τον Οκτώβρη του ‘78 όμως δεν
επιτρέπει πολλές αμφιβολίες. Λίγους μήνες μετά, ο Sidέριξε και το τελευταίο σουτ, στις καταπονημένες του φλέβες. Εικάζεται ότι
δε μπορούσε να ζήσει χωρίς την αγαπημένη του.






