Γιουσουρούμ στο Σχιστό
Του Βαγγέλη Δαβιτίδη, Φωτό: Ελίνα Γιουνανλή
Share |

-Τώρα που είμαι ζεστός. Τριάντα πέντε έχω, το παίρνω;

-Δεν πας καλά, εδώ το αγόρασα σαράντα.   

Το σώμα του ατέλειωτου ακίνητου φιδιού από αυτοκίνητα φαινόταν να έχει πυρώσει στην άκρη του αυτοκινητόδρομου στο Σχιστό.

Από το κεφάλι του έβγαινε ένα πολύχρωμο στρωμένο πανέρι ανθρώπων που σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα, κινούταν ακατάπαυστα ακούραστο πάνω κάτω αναζητώντας οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί, από παπαγάλο μέχρι αμάξι.
Εδώ δεν είναι το πανηγύρι του Αγίου Τάδε ή του Όσιου Δείνα. Εδώ, είναι παζάρι κι αυτό σημαίνει ότι αν έχεις κάτι που μπορεί να ενδιαφέρει, μπορεί να βρεις κάποιον να το σπρώξεις ή τουλάχιστον να το ανταλλάξεις.

    5.30 π.μ. Οι πρώτοι πραματευτές, απόγονοι των πλανόδιων μ’ εκείνα τα περίεργα  ελιξίρια που θεράπευαν σχεδόν τα πάντα, φτάνουν για να πιάσουν θέση  και ν’ απλώσουν, άλλοι σε αυτοσχέδιους πάγκους κι άλλοι, απλά χάμω, σε μια  κουβέρτα τα λογής λογής παράξενα εμπορεύματά τους για να θεραπεύσουν  πλέον την καταναλωτική μανία ή τα cult γούστα. 
    7.00 π.μ. Αρχίζει να καταφθάνει η πρώτη και πιο εξεζητημένη φυλή πελατών, οι συλλέκτες στο σταθερό ραντεβού τους με τους παλαιοπώλες. Έπιπλα αντίκες, γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα, βιντεοπαιχνίδια ΑΤΑ
RI και AMIGA, παλιά κινητά, βιβλία, εγχειρίδια, κόμικ,  έντυπα γενικά με κοστολόγηση στο κιλό, εξαρτήματα παντός είδους από ανταλλακτικά αυτοκινήτων μέχρι πλακέτες Η/Υ και διάλογοι του στυλ: Ενδιαφερόμενος : «Αυτό δουλεύει;», Έμπορος : «Και που θες να ξέρω γω!» 
    9.00 π.μ. Ένας Ρώσος με το κλασικό ατομικό κασελάκι που φοριέται από το λαιμό –σαν κόσμημα- αρχίζει να φέρνει βόλτα το παζάρι πάνω κάτω.
 «Γιαπωνέζικη κόλλα, τα κολλάει όλα» διαλαλά και συνεχίζει ακάθεκτος μέχρι και την ώρα που οι υπόλοιποι θ’ αρχίσουν να τα μαζεύουν γύρω στις 3 μ.μ. Το μόνο που έχει κολλήσει σίγουρα πάνω του είναι το φανελάκι από τον ιδρώτα
    11.00 π.μ. Πιο κάτω συναντάμε τους στεγασμένους Έλληνες, ανταγωνιστές του Ρώσου, που πλασάρουν άλλης άγνωστης μάρκας αλλά εξίσου θαυματουργή κόλλα με σύνθημα «μια κόλλα για όλα, 1 Ευρώ.», «Α, έπρεπε να φωτογραφίζατε τον πάγκο τρεις ώρες πριν που ήταν φίσκα κι όχι τώρα που άδειασε.»
    12.00 ακριβώς. Ο καύσωνας αρχίζει να μας λιώνει. Μας δίνεται η εντύπωση ότι η ζέστη
τους έχει βαρέσει όλους. Η δικαίωση θα έρθει λίγο αργότερα. Ένας ξερακιανός παλαιοπώλης αφήνει το πόστο του και έρχεται κατά πάνω μας.«Κοπελιά βλέπω τραβάς φωτογραφίες. Από περιοδικό είσαι;» Ε, ρε το μ…. σέρνει καράβια σκέφτομαι και περιμένω τη συνέχεια. «Ξέρεις ήμουν και γω δημοσιογράφος κι έχω σπάνιες φωτογραφίες της περιοχής.» Επειδή τα βαριέμαι κάτι τέτοια, κόβω λάσπη στην καντίνα που βρίσκεται λίγο πιο πέρα και παρακολουθώ το υπόλοιπο του μονόλογου χωρίς να δίνω στόχο. Η Ελίνα ωστόσο συνεχίζει να ακούει υπομονετικά. «Που λες, μην τραβάς τζάμπα. Θα σου δώσω εγώ, με το αζημίωτο φυσικά τις παμπάλαιες φωτογραφίες της ευρύτερης περιοχής του Σχιστού. Έλεγα να τις συμπεριλάβω στο λεύκωμά μου γιατί ξέχασα να σου πω ότι είμαι και συγγραφέας αλλά χαλάλι σου.», «Δε θα πιστέψεις αυτά που θα δεις. Είναι γεμάτες προϊστορικά απολιθώματα. Μάλιστα οι ειδικοί που τις είδανε ανακάλυψαν σ’ αυτές αυγά δεινοσαύρων! Ευτυχώς που κράτησα τα ίδια τα αυγά.» Και πάνω που προσπαθούσα ν’ ανακαλέσω τις σχολικές μου μνήμες για το αν οι δεινόσαυροι γεννούν αυγά ή δεινοσαυράκια, ο τύπος συνεχίζει να σολάρει. «Και φαντάσου ότι αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στους ίδιους τους δεινοσαύρους που έχω φωτογραφήσει» Στο σημείο εκείνο αποφάσισα ότι η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο κι ότι η δύσμοιρη Ελίνα δεν έφταιγε σε τίποτα.«Ελίνα, δεν πάμε και παρακάτω;»
    12.45 μ.μ. Οι Ρωσοπόντιοι, Ρώσοι για τους Έλληνες και Πόντιοι για τους Ρώσους, πουλάνε τα απομεινάρια της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Μετάλλια του Κόκκινου Στρατού, κονκάρδες του Μίσα, της μασκότ της Ολυμπιάδας της Μόσχας, ρούβλια, φωτογραφικές μηχανές. Αγοράζω για δύο ευρώ το διακριτικό με το σφυροδρέπανο, δώρο για ένα σταλίνα φίλο μου, και πάω να πάρω ένα μετάλλιο για πάρτη μου που μου γυάλισε. Μάταια όμως. «Αυτό κάνει 50 ευρώ φίλε μου, είναι ασήμι.» Δεν το παζαρεύω καν. Ποιο πιθανό είναι να το κέρδιζα στη μάχη παρά να έδινα 50 ευρώ.
    1.20 μ.μ. Φτάνουμε στα αυτοσχέδια
pet shop. Τα σκυλάκια και τα λαγουδάκια ασθμαίνουν μέσα στα μικροσκοπικά κλουβιά τους και δείχνουν σα να περιμένουν το θάνατό τους. Είμαι σίγουρος ότι η φιλοζωική θα τους έκανε μήνυση αν έβλεπε αυτή τη μεταχείριση. Εγώ πάλι θα τους έκανα και για την μπόχα.
    1.35 μ.μ. Δε θέλω τα πράσινα, ούτε τα ροζ. Στο πανέρι τα στρινγκάκια περιμένουν τις υποψήφιες σέξι αγοράστριες αλλά και τους κυρίους που υποτίθεται ότι θέλουν να κάνουν δώρο στη γκόμενα αλλά  κατ’ επέκταση στον εαυτό τους. Ξέρετε, παίρνεις το στρινγκάκι 5 ευρώ και το αμπαλάρεις σε τσάντα
Victorias Secret. 
    2.05 μ.μ. Μια οικογένεια κατεβαίνει αγχωμένη το παζάρι. «Σιγά καλέ, πως τρέχεις έτσι;» λέει η κόρη στον μπαμπά. «Δε θα προλάβουμε, πάρε τα πόδια σου.» αποκρίνεται.
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα είχαν χαθεί στο πλήθος. Κρίμα που δεν είδα προς τα πού κατευθύνθηκαν. Μάλλον έχασα την προσφορά του αιώνα.
    2.45 μ.μ. Επιτέλους φτάνουμε στο τέρμα της απίστευτης αυτής ουράς, που μας φαινόταν ατέλειωτη, των πεντακοσίων και βάλε πάγκων μια Κυριακή του Ιούλη με καύσωνα. Όλη η Αθήνα είναι για μπάνια. Η υπόλοιπη ανακυκλώνει στο Σχιστό αυτά τα άχρηστα, τα παραπεταμένα.. Χωρίς ΦΠΑ κι απόδειξη.    



fashion addiction