

Κοιμάμαι στο
λεωφορείο. Ξυπνάω, ανοίγω τα μάτια μου. Και αντικρίζω: την ανατολή και…το
τίποτα. Έρημο το λένε αυτό το τίποτα. Δεξιά και αριστερά. Και στη μέση μια
ευθεία λωρίδα δρόμου να χάνεται στη χρυσή σκόνη.
Μέχρι εκείνη τη
στιγμή, νόμιζα πως αυτή η απέραντη ευθεία ασφάλτου αποτελούσε copyright των
Η.Π.Α. Και είχε δικαίωμα να υπάρχει μόνο κάπου γύρω από το Las Vegas. Στο μυαλό
μου, κάτι τέτοιους ευθείς δρόμους έχουν δικαίωμα να διανύουν μόνο γκάνγκστερ
που αναζητούν το λάκκο που έχουν ανοίξει από βραδύς [για να πετάξουν το ζεστό
πτώμα] ή ηλίθιοι που αναζητούν ένα καζίνο [για να χάσουν τα λεφτά τους στη
ρουλέτα]. Άντε και οι ηθοποιοί του Hollywood. Και εγώ δεν είμαι βέβαια τίποτα
από αυτά. Ούτε καν στην Αμερική δεν είμαι. Στην Τυνησία είμαι, ήδη 8 ώρες στο
λεωφορείο, σε μία προσπάθεια να περάσω μία νύχτα κάτω από τα αστέρια και πάνω
στους αμμόλοφους της Sahara.
Και πλέον είμαι
σίγουρη: ακόμα και αν όλα από εδώ και πέρα πάνε στραβά, αυτή η ανατολή, αυτή η
θέα του…τίποτα αξίζει και για τις 18 ώρες ταξιδιού [σε ένα Σαββατοκύριακο /
μεταξύ Τύνιδας και Douz / μέσα στο τυνησιακό 'ΚΤΕΛ']. Αλλά κυρίως, αξίζει αυτό
το απαίσιο αίσθημα του… στραβολαιμιάσματος από τον ατσούμπαλο ύπνο στην καρέκλα
του πούλμαν.
(02/08/03)
Κλάματα μωρών ανακατεμένα με μία γερή δόση ζεστών ατμών
αρχίζουν να διαλύουν τις προσδοκίες του 'δυτικού' μυαλού μου. Μη φανταστεί
κανείς ότι είχα τίποτα τρελά όνειρα, αλλά έτσι, χωρίς σκέψη, πίστευα πως το
τυνήσιο Hammam θα αποτελούσε απλώς μία πιο ethnic εκδοχή ενός ευρωπαϊκού spa.
Και όχι ότι έχω πάει σε ένα από αυτά τα κέντρα θαλασσοθεραπείας ή
λασποθεραπείας ή τέλος πάντων, ό,τι άλλο με κατάληξη τη λέξη θεραπεία έχει
εφεύρει ο ανθρώπινος νους, αλλά έχω αναμφισβήτητα ξεφυλλίσει τις ένθετες
μπροσούρες τους μέσα σε περιοδικά και εφημερίδες υψηλής κυκλοφορίας. Και
συνεπώς, έχω μέσα μου την ποθητή εικόνα του εαυτού μου να αράζει μέσα σε ένα
χλιδάτο υδρομασάζ κρατώντας στο χέρι ένα εντυπωσιακό ποτήρι με φρεσκοστυμμένο
χυμό εξωτικών φρούτων. Και αυτό, περιμένοντας με λαχτάρα την ώρα που ο
αρρενωπός μασέρ θα ζουλήξει με περίτεχνη χάρη κάθε σπιθαμή του σώματός μου.
Εντάξει, με 1.5 δηνάριο (1 ευρώ και 10 λεπτά ας πούμε) ήμουν
ασφαλώς πιο συγκρατημένη ως προς το τι να αναμένω, αλλά το επιπλέον μισό
δηνάριο που είχα διαθέσει στο γεράκο στην είσοδο του γυναικείου hammam [ε, όχι
και όλοι μαζί, στην Τυνησία βρισκόμαστε…] απαντώντας θετικά στην ερώτησή του αν
επιθυμώ μασάζ, είχε σίγουρα αναπτερώσει τις ελπίδες μου. Άλλωστε η έρευνα
αγοράς μου, σε πολύ περιορισμένο αριθμό τυνήσιων κοριτσιών [τόσες ήξερα, τόσες
ρώτησα], μου καταδείκνυε πως το συγκεκριμένο hammam στην πόλη Corpus με τα
ιαματικά νερά του ήταν μία από τις καλύτερες επιλογές. Ε, λοιπόν, περίμενα
πολιτισμένα πράγματα.
Και ευτυχώς τα 'πράγματα' μόνο πολιτισμένα δεν αποδείχτηκαν.
Τώρα αυτό, δεν είναι και πολύ ακριβές, γιατί ο πολιτισμός υπήρχε, μόνο που τα
στοιχεία του δεν είχαν καμία επαφή με τα δικά μας, τα εκσυγχρονισμένα…
Στέκομαι λοιπόν στην κορυφή της σκάλας, φορώντας μόνο το
κάτω μέρος των εσωρούχων μου και προσπαθώ να κάνω το μεγάλο βήμα και να κατέβω
στο άγνωστο, που όμως, σίγουρα πρόκειται για το χώρο απ' όπου προέρχονται όλες
αυτές οι παιδικές στριγκλιές και οι ατμοί που, μα το θεό, μυρίζουν κλούβιο
αυγό. Αν δεν ήταν και η Ines [Ισπανίδα φίλη, να'ναι καλά], θα μου έδινα 50-50
πιθανότητες να κάνω μεταβολή και να την 'κάνω'…
Αφού έπεισα τον εαυτό μου [και πολύ ορθώς έπραξα] πως η
μυρωδιά οφειλόταν στο γεγονός ότι τα νερά βγαίνανε καυτά, κατευθείαν μέσα από
το βουνό και συνεπώς περιέχουν κάποια παραπάνω μεταλλικά στοιχεία, δύσοσμα λόγω
υψηλής θερμοκρασίας [τι σου είναι οι επιστήμες…], βρίσκομαι στην κάτω μεριά της
σκάλας. Το θέαμα; Αλλόκοσμο.
Ροζ και φούξια πλαστικοί κουβάδες παντού. Και τριγύρω τους
γυναίκες. Καθισμένες κατάχαμα ή στα λιγοστά ψευτοπεζούλια. Τρίχες παντού. Ατμοί
παντού. Κάποιες έχουν φέρει τα παιδιά τους. Αυτά τσιρίζουν μπροστά στη θέα του
σαμπουάν. Γυναίκες νέες, όμορφες, χωρίς ίχνος κυτταρίτιδας ή τοπικού πάχους.
Γυναίκες γερασμένες, με πεσμένα βυζιά, ξεχειλωμένες κοιλίες και σταφιδιασμένες
μάπες. Και τρία δωμάτια. Όλα μαζί, στο μέγεθος μίας ευρύχωρης σαλονοτραπεζαριάς,.
Ένα ζεστό, ένα πιο ζεστό και στο τρίτο με δυσκολία μπορεί κανείς να αναπνεύσει
από τους υδρατμούς. Και κάθε γωνιά τους κατειλημμένη από σχεδόν γυμνά γυναικεία
σώματα. Σώματα τόσο καλά κρυμμένα στον έξω κόσμο της Τυνησίας και τόσο ελεύθερα
μέσα σε αυτόν το μικρό χώρο. Και είναι η πρώτη φορά που μπορώ να καταλάβω, να
δω, να νιώσω πως κάθε κορμί μπορεί να είναι τέλειο. Αρκεί να νιώθει ελεύθερο.
Αρκεί να μη νιώθει ντροπή. Αρκεί, να αποβάλει όλο το κόμπλεξ με το οποίο
γεμίζει το γυναικείο μας μυαλό κοιτώντας τα μοντέλα στα εξώφυλλα ή τις
αψεγάδιαστα μακιγιαρισμένες παρουσίες στην τηλεόραση…
Είσαι, αυτό αισθάνεσαι…
Και το βουητό των παιδιών που αρνούνται να σαπουνιστούν
χάνεται. Και η οσμή του κλούβιου αυγού συνηθίζεται. Και αφήνομαι στα χέρια της
μεσόκοπης γυναίκας που μου κάνει το μασάζ. Μόνο που αυτό το πράγμα δεν είναι
μασάζ: λες και με μπανιαρίζει η μαμά μου είναι. Καλύτερα… άντε να μου
ξανασυμβεί.
Είναι η τελευταία σου μέρα. Αποφασίζεις να βγεις από τα όρια
του παζαριού και να περιηγηθείς στα σοκάκια της Μεδίνας, της παλιάς πόλης της
Τύνιδας. Να δεις κάνα παραπάνω πράγμα, τελευταία στιγμή. Και πριν προλάβεις να
κάνεις τα πρώτα 200 μέτρα, ένας Τυνήσιος [γραφικός και ατημέλητος] σε
προσεγγίζει. Σου προσφέρει τον εαυτό του για ξεναγό. Και εσύ δέχεσαι. Μετά από
5 βδομάδες είσαι πλέον σίγουρη. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Είναι άκακοι.
Τους κολακεύει και μόνο που σουλατσάρεις παρέα τους στο δρόμο. Αν το γεγονός
αυτό μάλιστα υποπέσει και στην προσοχή κανενός δικού τους γνωστού ή φίλου,
είναι η καλύτερή τους.
Και τον ακολουθείς: μέσα σε κρατικά κτίρια-πρώην παλάτια
αράβων, έξω από τις αυλόπορτες φτωχικών σπιτιών, μπροστά από τις βιοτεχνίες
οπού κατασκευάζονται όλα τα προς πώληση καλούδια στο παζάρι[ο θεός να τις κάνει
βιοτεχνίες. Για στενάχωρα δωματιάκια τίγκα σε απαρχαιωμένο εξοπλισμό μιλάμε].
Και πας ακόμα πιο πέρα: διασχίζετε παρέα βρωμερές υπόγειες διαβάσεις, πίνετε
από το ίδιο μπουκάλι νερό [το ορκίζομαι, χρειάζεται μεγάλη δόση εξοικείωσης για
να φτάσεις στο επίπεδο να μη σιχαίνεσαι], χαζεύετε τη διασταύρωση όπου
παλαιότερα λάμβανε χώρα η πώληση των γυναικών, φτάνετε στην αγορά-παζάρι για
τους ίδιους τους Τυνήσιους [καλέ, που πήγαν όλες οι τουριστόφατσες, σαν τη δική
μου;], περνάτε μέσα από την αγορά του χρυσού, αλλά και δίπλα από κακόφημες
συνοικίες. Και σε μια στιγμή σκύβει το κεφάλι του και σου ψιθυρίζει συνωμοτικά,
μα και με μία δόση ντροπής, στο αυτί: "εδώ βρίσκονται τα μπουρδέλα. Πρέπει
να φύγουμε γρήγορα από αυτά τα μέρη…" Και το έχεις δει και αυτό. Και δε θα
το είχες δει ποτέ μόνη σου.






