

Τα πάντα είναι στυλ
Τα Πάντα είναι στυλ *
Just because I’ m hurting, doesn’t mean I’ m hurt **
Το πρώτο που θυμάμαι είναι να με πονά ολόκληρο το κορμί μου. Ο σωστός ορισμός γι’ αυτό που ένιωθα νομίζω πως πρέπει να είναι σπασμένος. Η επαφή με την κρύα άσφαλτο δεν είχε αποδειχτεί μοιραία. Ζούσα, σκεπτόμουν, κουνιόμουν. Μετά στιγμιαίος ηλεκτρισμός, κόμπος στο στομάχι. Παράλυση. Ερώτηση. «Χτύπησα κανέναν»; «Όχι». …… Δε θυμόμουν.
Αν δε έχει περάσει κανείς τα δευτερόλεπτα πριν του γνέψουν αρνητικά στην ερώτηση σκότωσα ή χτύπησα άνθρωπό δε μπορεί να νιώσει. Όπως αν δεν έχει έρθει σε επαφή κανείς με την κρύα άσφαλτο στη ζωή του μετά από χιλιόμετρα λίγα μπορεί να προσθέσει σαν συμβουλή σε κάποιον που ήδη το έχει. Αν το πάθεις κι από μόνος δε βάλεις μυαλό, τότε κανείς ποτέ δε θα μπορέσει. Είναι τέτοια η μοναξιά και το κρύο που νιώθεις την ώρα που αποκτάς συνείδηση του πέφτω και μετά προσκρούεις με το σώμα σου στο έδαφος που συγκλονίζουν συνήθως αναμορφωτικά.
Είναι ωραίο πάντως, αν θέλουμε να δούμε και τη θετική πλευρά σε ένα ατύχημα που είχε θετική εξέλιξη, να επεμβαίνουν οι «δυνάμεις της φύσης» απροσδόκητα και να επιφέρουν αλλαγές. Είναι σαν μια μάχη που μπορεί ένας στρατός να υπερτερεί κατά πολύ και να είναι έτοιμος να κερδίσει κατά κράτος τον αντίπαλο και ξαφνικά συμβαίνει ένα απλό τυχαίο γεγονός και υφίσταται πανωλεθρία. Πιστέψτε με η τυχαία ανακάλυψη, κατά τη διάρκεια της νύχτας, μιας ρηχοτοπιάς σε ένα ποτάμι που χωρίζει δύο μεγάλους στρατούς πριν από μάχη μπορεί να σημαίνει πολύ θάνατο. Από τη μία μόνο πλευρά. Έτσι λοιπόν κι εγώ πορευόμουν που λέμε άνετος κι ωραίος και στις 14 Μαρτίου τσαλακώθηκα κι από τις 15 στριμώχτηκα. Δεν είμαι πια άνετος κι ωραίος. Θα μου πείτε ωραίος δεν ήμουν ποτέ, αλλά τι σημασία έχει κι αυτό; Ανατροπή. Και τώρα αλλαγή. Μεταμόρφωση. Ίσως σώθηκα για να εκμεταλλευτώ αυτό το σκληρό σπρώξιμο και να μη πάει χαμένο, ίσως θέλω να βρω το νόημα στη λεπτή κλωστή ανάμεσα στο τελικά είμαι εδώ αλλά για σκέψου φίλε μου, θα μπορούσα και να μην είμαι. Και πάλι ποιος ξέρει. Και πάλι τι σημασία έχει. Πορεία τώρα, προς το διαφορετικό. Αλλά οι δυνάμεις του κακού είναι εδώ. Συγκεντρώνω γύρω τις δυνάμεις μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα.Επίθεση.
Υπάρχει ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 12 ωρών, τεσσάρων που δε θυμάμαι και οκτώ ύπνου, από το οποίο δεν έχω καμία ανάμνηση. Τα ρεύματα του εγκεφάλου μου έκαναν το δικό τους πάρτυ. Νομίζω πως πρόκειται για το πιο ευτυχισμένο δωδεκάωρο της ζωής μου. Εκεί όπου τίποτε δεν υφίστατο για μένα. Μια κατάσταση θανάτου. Ένα ταξίδι του νου που δε θυμάμαι. Χαμένος στο υπερπέραν μακριά από όλα. Τίποτα να μη βασανίζει την ήδη βασανισμένη μου ψυχή. Τίποτα που να μη κουράζει το ήδη κουρασμένο μου μυαλό. Μακριά από τους κόπους και τα βάσανα αυτής της ζωής που μικραίνουν τα χρόνια και κονταίνουν τις σκιές. Δεν ζούσα εκεί αλλά ευτυχώς δε ζούσα κι εδώ. Ήταν λίγο αλλά ήταν καλό. Επέστρεψα. Ίσως απλά κοιμόμουν. Ίσως ήταν τα παυσίπονα. Ποιος ξέρει; Αδιάφορο πια. Το αποτέλεσμα παραμένει. Επέστρεψα. Στο μάταιο τούτο κόσμο.
Υ.Γ.1 Στους γονείς μου που τόσο τρόμαξα και τόσο αγαπώ
Υ.Γ.2 Η υπέρβαση των ορίων στην οποία παραπέμπει η χρήση της μοτοσικλέτας θα μπορούσε να εμπίπτει σε αυτό που ο Lacroix ονομάζει προσωπική ανάπτυξη, είδος σύγχρονου προσανατολισμού της ανθρώπινης ευαισθησίας, προς την επιβεβαίωση του εαυτού (και την πραγμάτωση των δυνατοτήτων) και την ταυτόχρονη διάλυση του εαυτού (διαμέσου της καλλιέργειας απόκρυφων εμπειριών).
Με τη μοτοσικλέτα που βρίσκεται σε ισορροπία, με τα ρίσκα και τις προφυλάξεις που πρέπει ο μοτοσικλετιστής να πάρει, με τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την επαφή του με το περιβάλλον (άνεμος, κράνος κ.α.) μπορούμε να υποθέσουμε ότι η διφορούμενη και αβέβαιη κατάσταση του παραπέμπει στην οριακότητα (liminarity) [Turner, 1969]
«Να μυρίσεις τον αέρα (…) και ότι καιρικές συνθήκες να ναι, να τις χαίρεσαι… κι η βροχή καλή είναι, κι ο ήλιος καλός είναι, όλα είναι καλά πάνω στη μοτοσικλέτα, άμα το έχεις πάρει το πράγμα όπως πρέπει, άμα τη ζεις δηλαδή». [Γρ.]
Νικόλας Χρηστάκης, Μοτοσικλέτα: ριψοκινδύνευση και ιερό, εκδόσεις Futura
* Charles Bukowski
** Coldplay
Just because I’ m hurting, doesn’t mean I’ m hurt **
Το πρώτο που θυμάμαι είναι να με πονά ολόκληρο το κορμί μου. Ο σωστός ορισμός γι’ αυτό που ένιωθα νομίζω πως πρέπει να είναι σπασμένος. Η επαφή με την κρύα άσφαλτο δεν είχε αποδειχτεί μοιραία. Ζούσα, σκεπτόμουν, κουνιόμουν. Μετά στιγμιαίος ηλεκτρισμός, κόμπος στο στομάχι. Παράλυση. Ερώτηση. «Χτύπησα κανέναν»; «Όχι». …… Δε θυμόμουν.
Αν δε έχει περάσει κανείς τα δευτερόλεπτα πριν του γνέψουν αρνητικά στην ερώτηση σκότωσα ή χτύπησα άνθρωπό δε μπορεί να νιώσει. Όπως αν δεν έχει έρθει σε επαφή κανείς με την κρύα άσφαλτο στη ζωή του μετά από χιλιόμετρα λίγα μπορεί να προσθέσει σαν συμβουλή σε κάποιον που ήδη το έχει. Αν το πάθεις κι από μόνος δε βάλεις μυαλό, τότε κανείς ποτέ δε θα μπορέσει. Είναι τέτοια η μοναξιά και το κρύο που νιώθεις την ώρα που αποκτάς συνείδηση του πέφτω και μετά προσκρούεις με το σώμα σου στο έδαφος που συγκλονίζουν συνήθως αναμορφωτικά.
Είναι ωραίο πάντως, αν θέλουμε να δούμε και τη θετική πλευρά σε ένα ατύχημα που είχε θετική εξέλιξη, να επεμβαίνουν οι «δυνάμεις της φύσης» απροσδόκητα και να επιφέρουν αλλαγές. Είναι σαν μια μάχη που μπορεί ένας στρατός να υπερτερεί κατά πολύ και να είναι έτοιμος να κερδίσει κατά κράτος τον αντίπαλο και ξαφνικά συμβαίνει ένα απλό τυχαίο γεγονός και υφίσταται πανωλεθρία. Πιστέψτε με η τυχαία ανακάλυψη, κατά τη διάρκεια της νύχτας, μιας ρηχοτοπιάς σε ένα ποτάμι που χωρίζει δύο μεγάλους στρατούς πριν από μάχη μπορεί να σημαίνει πολύ θάνατο. Από τη μία μόνο πλευρά. Έτσι λοιπόν κι εγώ πορευόμουν που λέμε άνετος κι ωραίος και στις 14 Μαρτίου τσαλακώθηκα κι από τις 15 στριμώχτηκα. Δεν είμαι πια άνετος κι ωραίος. Θα μου πείτε ωραίος δεν ήμουν ποτέ, αλλά τι σημασία έχει κι αυτό; Ανατροπή. Και τώρα αλλαγή. Μεταμόρφωση. Ίσως σώθηκα για να εκμεταλλευτώ αυτό το σκληρό σπρώξιμο και να μη πάει χαμένο, ίσως θέλω να βρω το νόημα στη λεπτή κλωστή ανάμεσα στο τελικά είμαι εδώ αλλά για σκέψου φίλε μου, θα μπορούσα και να μην είμαι. Και πάλι ποιος ξέρει. Και πάλι τι σημασία έχει. Πορεία τώρα, προς το διαφορετικό. Αλλά οι δυνάμεις του κακού είναι εδώ. Συγκεντρώνω γύρω τις δυνάμεις μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα.Επίθεση.
Υπάρχει ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 12 ωρών, τεσσάρων που δε θυμάμαι και οκτώ ύπνου, από το οποίο δεν έχω καμία ανάμνηση. Τα ρεύματα του εγκεφάλου μου έκαναν το δικό τους πάρτυ. Νομίζω πως πρόκειται για το πιο ευτυχισμένο δωδεκάωρο της ζωής μου. Εκεί όπου τίποτε δεν υφίστατο για μένα. Μια κατάσταση θανάτου. Ένα ταξίδι του νου που δε θυμάμαι. Χαμένος στο υπερπέραν μακριά από όλα. Τίποτα να μη βασανίζει την ήδη βασανισμένη μου ψυχή. Τίποτα που να μη κουράζει το ήδη κουρασμένο μου μυαλό. Μακριά από τους κόπους και τα βάσανα αυτής της ζωής που μικραίνουν τα χρόνια και κονταίνουν τις σκιές. Δεν ζούσα εκεί αλλά ευτυχώς δε ζούσα κι εδώ. Ήταν λίγο αλλά ήταν καλό. Επέστρεψα. Ίσως απλά κοιμόμουν. Ίσως ήταν τα παυσίπονα. Ποιος ξέρει; Αδιάφορο πια. Το αποτέλεσμα παραμένει. Επέστρεψα. Στο μάταιο τούτο κόσμο.
Υ.Γ.1 Στους γονείς μου που τόσο τρόμαξα και τόσο αγαπώ
Υ.Γ.2 Η υπέρβαση των ορίων στην οποία παραπέμπει η χρήση της μοτοσικλέτας θα μπορούσε να εμπίπτει σε αυτό που ο Lacroix ονομάζει προσωπική ανάπτυξη, είδος σύγχρονου προσανατολισμού της ανθρώπινης ευαισθησίας, προς την επιβεβαίωση του εαυτού (και την πραγμάτωση των δυνατοτήτων) και την ταυτόχρονη διάλυση του εαυτού (διαμέσου της καλλιέργειας απόκρυφων εμπειριών).
Με τη μοτοσικλέτα που βρίσκεται σε ισορροπία, με τα ρίσκα και τις προφυλάξεις που πρέπει ο μοτοσικλετιστής να πάρει, με τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την επαφή του με το περιβάλλον (άνεμος, κράνος κ.α.) μπορούμε να υποθέσουμε ότι η διφορούμενη και αβέβαιη κατάσταση του παραπέμπει στην οριακότητα (liminarity) [Turner, 1969]
«Να μυρίσεις τον αέρα (…) και ότι καιρικές συνθήκες να ναι, να τις χαίρεσαι… κι η βροχή καλή είναι, κι ο ήλιος καλός είναι, όλα είναι καλά πάνω στη μοτοσικλέτα, άμα το έχεις πάρει το πράγμα όπως πρέπει, άμα τη ζεις δηλαδή». [Γρ.]
Νικόλας Χρηστάκης, Μοτοσικλέτα: ριψοκινδύνευση και ιερό, εκδόσεις Futura
* Charles Bukowski
** Coldplay






