

Άθενς 3.2 beta
Στο «Ελ. Βενιζέλος» προμηθεύομαι όλους τους ξένους τουριστικούς οδηγούς που προτείνονται από το press point στους άρτι αφιχθέντες επισκέπτες. Φοβάμαι ότι θα τους ανοίξω και θα μυρίσει μουζάκας, ενώ χαρούμενα τσολιαδάκια θα χορεύουν στο ρυθμό του Ζόρμπας. Όπως όταν ήμουν μικρή. Αλλά, φευ...
Έκθεση: Οι ξένοι κι εμείς
Εμένα το χωριό μου είναι το Καλάμι. Το Καλάμι είναι μία μεγάλη παραλία με ένα μεγάλο άσπρο σπίτι όπου έμενε ο Ντάρελ και άλλα σπιτάκια και πάρα πολλούς τουρίστες μέσα στα σπιτάκια και ένα περίπτερο που πουλάει παγωτά και δύο ταβέρνες δίπλα στη θάλασσα. Η μία δεν είναι καλή. Η άλλη είναι. Αυτή που είναι καλή την έχει ο Θωμάς και λέγεται Ταβέρνα του Θωμά. Κάθε Σάββατο στην Ταβέρνα του Θωμά γίνεται ένα πράμα που λέγεται Greek Night. Σ’ αυτό το πράμα κάποιοι φοράνε ελληνικές στολές και χορεύουν μόνοι τους ελληνικούς χορούς και όλοι οι τουρίστες τρώνε σουβλάκι. Πιο μετά, πάνε τα τραπέζια πιο κει και χορεύουν πιο πολύ και φωνάζουν όπα-όπα-όπα. Κάποιοι τουρίστες σηκώνονται από μόνοι τους και τους μαθαίνουν να χορεύουν κι αυτοί, ενώ όσοι δεν σηκώνονται, τους τραβάνε να σηκωθούν κι εγώ στεναχωριέμαι λίγο γιατί αυτοί ντρέπονται. Μετά χορεύει ένας μόνος του που δείχνει πολύ λυπημένος και σηκώνει ένα τραπέζι με τα δόντια και μετά πίνει από ένα ποτήρι στο πάτωμα χωρίς να βάλει χέρια και κάθε τόσο χτυπάει το πάτωμα και τα παπούτσια του πολύ νευριασμένος. Μετά ρίχνουν οινόπνευμα γύρω του και κάποιος βάζει φωτιά και αυτός χορεύει μέσα στη φωτιά και σπάνε διάφορα πιάτα στο πάτωμα ή το ένα με το άλλο. Εν τω μεταξύ, οι τουρίστες έχουνε γίνει κουδούνια και μπαίνουνε κι αυτοί μέσα στη φωτιά και η γιαγιά μου λέει να τα φυλάει ο Άι-Σπυρίδωνας τα κουτά, τους λόβληδες. Μετά τραγουδάνε κάτι παλιά τραγούδια αργά, που τα χορεύεις αγκαλιά με τον άλλο, και σβήνουνε όλα τα φώτα εκτός από τα ροζ και τα πράσινα, και τότε μ’ αφήνουν να πάρω επιτέλους παγωτό και να πάω να κοιμηθώ στην παραλία μέχρι να φύγουμε. Πολύ τους λυπάμαι τους καημένους τους τουρίστες. Είναι αδικία να τους κάνουμε αυτά τα πράματα. Αλλά μου φαίνονται κι αυτοί λίγο χαζοί…
Έχουμε καλοκαίρι του 1990, είμαι πέντε χρονών, το νησί βουλιάζει από ξένους, τα πάντα βρομάνε φολκλόρ, αντηλιακό και τσίκνα κι εγώ αρχίζω να αναρωτιέμαι αν αυτοί οι καλοί άσπροι άνθρωποι γουστάρουν σοβαρά τον καραγκιόζ μπερντέ που πάει πακέτο με τα νησάκια μας. Κ
αλοκαίρι του 2009, Νέα Υόρκη. Σερβίρω σουβλάκια τον γιαπωνέζο δικηγόρο της παράστασης «Mamma Mia» (των Abba) και με ρωτάει λιγωμένος αν η Ελλάδα είναι πράγματι όπως στην ταινία. Αν οι άνθρωποι χορεύουν συρτάκι στην ακροθαλασσιά με τη δύση του ηλίου. Του λέω πως όχι, αυτά είναι γελοίες γραφικότητες, ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξαν, ότι κακώς νοσταλγεί ένα κιτς facade που μόνο σκοπό είχε να προσελκύσει τουρίστες. Πικραίνεται βαθιά και παραγγέλνει μία ρετσίνα. Η απορία που είχα στα πέντε μου τείνει να λυθεί, αλλά φοβάμαι την απάντηση.
Στο «Ελ. Βενιζέλος» προμηθεύομαι όλους τους ξένους τουριστικούς οδηγούς που προτείνονται από το press point στους άρτι αφιχθέντες επισκέπτες. Φοβάμαι ότι θα τους ανοίξω και θα μυρίσει μουζάκας, ενώ χαρούμενα τσολιαδάκια θα χορεύουν στο ρυθμό του Ζόρμπας. Όπως όταν ήμουν μικρή. Αλλά, φευ... Αυτές οι φολκ γραφικότητες αντικαταστάθηκαν πλήρως από μιαν άλλη, εξευρωπαϊσμένη και εκπολιτισμένη οπτική του πράγματος. Τώρα όλοι εστιάζουν στο urban living: η Αθήνα απολαμβάνει μια θέση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και ως τέτοια αντιμετωπίζεται από τον υπόλοιπο πλανήτη. Πιθανότατα.
Ξεφυλλίζοντας τους οδηγούς ενημερώνεται ο ανυποψίαστος τουρίστας ότι η Αθήνα απαρτίζεται από τις εξής «γειτονιές»: το fashionable Kolonaki (ναι, ok), τα bohemian Exarhia, τα οποία –αξίζει να σημειωθεί ότι– είναι ασφαλής και ήσυχη περιοχή, την picturesque Plaka (oh, we know, όπου οι οδηγοί γράφουν picturesque, εννοούν τουριστικότατο και μην-τυχόν-φας-εκεί-γύρω), το gay-friendly Gazi (με-λίγη-καλή-τύχη-μπορείς-να-φας-εκεί-γύρω), τον Keramikos-hotspot (πά’ να πει δεν την έχουν καταστρέψει ακόμη τη γειτονίτσα, όσοι προλάβετε) και τη leafy Kifissia, με υποσημείωση where-the-money-is (τι-σχόλιο-να-κάνω-εγώ-εδώ-τώρα).
Η Ακρόπολη έχει αντικατασταθεί από το καινούργιο (φρέσκο-πράμα-σπαρταράει) Μουσείο της Ακρόπολης, που εμφανίζεται ως ο απόλυτος hip προορισμός και, μεταξύ μας, είναι. Επισκεπτόμενη το Μουσείο της Ακρόπολης με τουριστική διάθεση, συνειδητοποιώ ότι είναι το πρώτο μουσείο της χώρας με νοοτροπία και τεχνοτροπία μη τουριστική – τουλάχιστον όπως εννοούσαμε το «τουριστικό» μέχρι πριν από το 2004. Βασικά, μπαίνεις μέσα και ανασαίνεις. Προσωπικά, το θεωρώ προαπαιτούμενο, για να ανέβεις μετά στο βράχο της Ακρόπολης και να μην τον περάσεις για βράχο (και οι οδηγοί συμφωνούν, γιούπι).
Στη θέση της παραδοσιακής ταβέρνας της Πλάκας (ή της πλάκας, μεταξύ μας μιλάμε) βρίσκονται πια οι νεοταβέρνες του Κολωνακίου, που μπορεί να καταθέσεις κάνα μισθό παραπάνω για τη choriatiki, αλλά δεν έχεις το ένας-τρώει-δέκα-πεθαίνουν φαινόμενο της ξενοφοβικής τουριστικής ταβέρνας που έτρωγε κανονικά τα παιδιά της. (Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια μικρούλα μνεία στη χωριάτικη – που δεν είναι πια σαλάτα, αλλά κόνσεπτ και τρόπος ζωής και πολύ καλώς είναι εξαγώγιμη, μπράβο, μπράβο, χίλια μπράβο. Πάει κι αυτό.)
Κακά νέα και για τα καμάκια του Συντάγματος και για τα ξενοδοχεία της Πλάκας που είχαν σχέση ευθέως ανάλογη. Ok, ναι, έχουν πεθάνει όλα αυτά, δεν χρειαζόταν ο οδηγός να μας το πει. Αντ’ αυτού, τρέξε στο Bios χαρωπή Σουηδέζα, καθώς τούτο το μπαρ - πολυχώρος - εστία πολιτισμού φέρεται να είναι η επιτομή του urban lifestyle και προτείνεται από όλους ανεξαιρέτως τους οδηγούς. (Αν στο τριήμερο πάνω δεν εμφανιστεί ο γκρικ ο λόβερ με τη μαρινιέρα, μην ψέξεις την τύχη σου, κακόμοιρη ξανθούλα, το είδος εξέλιπεν, θα σας ειδοποιήσουμε για τυχόν επιστροφές.)
Για τα μικρά ξενοδοχεία εντός και πέριξ των αρχαιοτήτων, που βασίζονταν τόσα χρόνια στην καλοσύνη των ξένων, ούτε λόγος πια. Αχάριστοι. Που μου θέλετε ο καθένας το δικό του μπάνιο… Πρώτα πια σε ζήτηση είναι τα boutique hotels ή design hotels ή όπως διάολο λέγονται, αυτά με τα πολλά πολλά χρώματα, λες κι είσαι σε παιδικό σταθμό για κακομαθημένα πεντάχρονα. Μεταξύ μας, είναι καλά ξενοδοχεία. Μεταξύ μας, πάλι, είναι σίγουρα υπερτιμημένα σε σχέση με τα αντίστοιχα της Ευρώπης (και του σύμπαντος ολόκληρου, μην πάμε μακριά), αλλά πλέον στην Ελλάδα οι πραγματικά καλές υπηρεσίες είναι πανάκριβες – και οι μέτριες, απλώς άθλιες.
Δυστυχώς, αυτός ο κανόνας βρίσκει πια εφαρμογή σε όλες τις εκφάνσεις όχι μόνο του τουρισμού, αλλά και της δικής μας, ντόπιας καθημερινότητας. Πέρασαν τα χρόνια, το βιοτικό επίπεδο των ξένων που επισκέπτονται την Ελλάδα ανέβηκε, οι απαιτήσεις τους άλλαξαν, ο ίδιος ο τουρισμός άλλαξε νοοτροπία κι εμείς μείναμε ακόμη στο ρόλο των πτωχών τριτοκοσμικών (πλην καλόκαρδων), που έχουν όμως να προσφέρουν τα πέντε “S” που κανείς δε θα βρει πουθενά αλλού στον κόσμο: Sea, Sun, Sand, Sex and Souvlaki. Με λίγη καθυστέρηση, βέβαια, οι τουρίστες ανακάλυψαν ότι τα ίδια ακριβώς πέντε “S” προσφέρει και η γειτονική Τουρκία, και μάλιστα σε τιμές που θα έκαναν χαρούμενο ακόμα και έλληνα δημόσιο υπάλληλο. Μας γύρισαν λίγο την πλάτη, οπότε μείναμε μεταξύ μας, συν ολίγους πιο ψαγμένους τουρίστες που, τελικά, αναζητούν την ίδια ποιότητα που αποζητάμε κι εμείς στην καθημερινότητά μας σ’ αυτήν την πόλη.
Σε μια μάλλον αγωνιώδη προσπάθεια να γραφτεί κάτι ελάχιστο στο κεφάλαιο «αρχιτεκτονική» του ενός οδηγού, τέσσερεις σελίδες όλες κι όλες καταλαμβάνονται από φωτογραφίες του κτηρίου του Ελληνικού Κόσμου, της πλατείας Εθνικής Αντίστασης (Κοτζιά επιμένουν μερικοί να τη λένε), των γκράφιτι της Πειραιώς και του Μουσείου Μπενάκη (της Πειραιώς, επίσης), ενώ σε παράθεμα προσπαθεί να ερμηνευθεί το φαινόμενο polykatikia, που είναι το κύριο αρχιτεκτονικό μοτίβο της μικρής μας πόλης.
Άλλο πονεμένο κεφάλαιο είναι αυτό της «τέχνης», όπου ο ένας οδηγός έχει αντιγράψει απ’ τον διπλανό του και αυτός απ’ τον παραδίπλα. Ένα κοινό κείμενο, λοιπόν, αναφέρει ότι οι Έλληνες μπορεί να άγονταν και να φέρονταν από τέχνη στην αρχαιότητα, αλλά σήμερα δεν επιδεικνύουν ιδιαίτερο ζήλο και σίγουρα δεν είναι αξιοσημείωτη η προσφορά τους στον σύγχρονο παγκόσμιο χάρτη των τεχνών. «Μόλις πριν από δύο χρόνια κατόρθωσαν να διοργανώσουν την πρώτη Biennale». Ως οάσεις τέχνης για τους πολύ διψασμένους προτείνονται ιδιωτικές γκαλερί, όπως η The Breeder και αυτή της Ιλεάνας Τούντα, ενώ πληροφορούμαστε ότι τα εκθέματα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης –ελλείψει μόνιμης ακόμη στέγης– είναι διάσπαρτα κάπου στην πόλη, σε σημεία που μάλλον κρατούνται μυστικά (ακόμα και από τους Αθηναίους, θα προσέθετα εγώ).
Παρ’ όλ’ αυτά, μην κατεβάζετε τα μούτρα, πατριώτες. Έχουμε φοβερή ακαδημία τένις, η είσοδος του Ναυπλία Palace είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα και ο Δάκης Ιωάννου θα μας σώσει από όλα τα κακά που μαστίζουν τούτον τον ευλογημένο τόπο. Βασική παράλειψη και έκτακτο νέο: ο οδηγός του lonely planet μάς ενημερώνει ότι το ψωνιστήρι σε Πεδίον του Άρεως, Ζάππειο και Κουμουνδούρου θεωρείται επικίνδυνο χόμπι μετά τη δολοφονία γνωστού ηθοποιού (γεγονός που συντάραξε το πανελλήνιο) και η κίνηση σε αυτά τα venues έχει κάπως πέσει. Μπορεί το Γκάζι να πέφτει λίγο clean για τα γούστα μας, αλλά προέχει η ασφάλεια (όχι;).
Επίσης, μην παραλείψετε να επισκεφθείτε τον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά, να πάρετε το κουλούρι της ημέρας ξημερώματα στην Καραϊσκάκη, να προμηθευτείτε τα απαραίτητα από ένα παραδοσιακό periptero και να αποφύγετε την περιοχή γύρω απ’ την Ομόνοια, όπου συχνάζουν κακοποιά στοιχεία (sic).
Απορία: Όταν κανείς βγαίνει έξω απ’ το χορό (παράδειγμα παραδοσιακό, ελληνικότατο, σύμφωνο με τις προκαταλήψεις εναντίον μας) λέει πολλά τραγούδια ή μπορεί να κρίνει καλύτερα αυτούς που είναι μέσα; Και, τελικά, εμείς που είμαστε μέσα και χορεύουμε από πού αντλούμε όλη αυτήν την αυτοπεποίθηση και ισοπεδώνουμε όποιον δεν μας θαυμάζει; Έχει κάτι το λάδι μας;
Κονκλούζιο: Εξακολουθώ να λυπάμαι τους τουρίστες όσο κι όταν ήμουν πέντε.
Όσον αφορά τους Έλληνες κοινωνικά, οι οδηγοί αναφέρουν χαρακτηριστικά και συνήθειές μας που πιθανόν να ξενίσουν τον επισκέπτη (αλλά και τον Έλληνα). Δεν είμαστε (γράφουν, για παράδειγμα) ιδιαίτερα ανεκτικοί με τους μεθυσμένους… (!) Ιδιαίτερα μ’ αυτούς που γυρνάνε μεθυσμένοι στο δρόμο πίνοντας… (!) (Σ’ αυτό το σημείο, βέβαια, ένας Αμερικανός θα εκστασιαζόταν και μόνο στο γεγονός ότι μπορείς να πιεις μια μπίρα στο δρόμο ή να βγεις με το ποτήρι σου στο πεζοδρόμιο χωρίς να σε περισυλλέξουν μπάτσοι…) Επίσης -γράφουν- δεν είμαστε ιδιαίτερα ανεκτικοί στην ομοφυλοφιλία. Τώρα αυτό, σε συνδυασμό με την παραπάνω παράγραφο, προκαλεί μια μικρή σουρπρίζ –όχι μόνο στον ξένο τον επισκέπτη, αλλά και στον μόνιμο τον κάτοικο- και μόνο στην ελληνικότατη υποκρισία, ομοφοβία και μικροαστισμό μπορεί να αποδοθεί. Ο αρρενωπός δήμαρχος μάχεται το Gay Pride. Παγκόσμια πατέντα - ντουζ πουάν.
Άλλο: ντυνόμαστε -λέει- «πολύ». Τί λέει, καλέ; Εμείς πολύ; Ο μέσος Έλληνας / η μέση Ελληνίδα; Με την άψογη αισθητική μας; Που ντυνόμαστε ολημερίς με σαφείς αναφορές στον κλασικισμό; Επειδή εφηύραμε το λαμέ, δηλαδή; Ακόμα κάτι που θα εντυπωσιάσει τον ξένο -ο οποίος, όπως έχουμε ήδη καταλάβει, δεν είναι δα και δύσκολο να εντυπωσιαστεί- είναι ότι όλα τα καφέ είναι μονίμως γεμάτα και δίνεται η αίσθηση ότι κανείς σ’ αυτήν τη χώρα δεν δουλεύει. Ή, πάλι, μπορεί να είναι αυτοί οι 50 μισθωτοί κηπουροί του «Ευαγγελισμού» που γεμίζουν τις καφετέριες -καθότι ο «Ευαγγελισμός» δεν έχει κήπο- και δίνουν κακή εντύπωση στον επισκέπτη.
Κι ακριβώς επειδή είμαστε και πολύ γαμάουα, καπνίζουμε και όπου μας καπνίσει και -κοίτα να δεις- πάλι εντυπωσιάζεται ο ξένος ο επισκέπτης. Φοβερό. Τη μεγαλύτερη δε εντύπωση του την κάνουμε με τα αυτοκίνητά μας. Που είναι πολλά και είναι παντού… Τέτοιο πλούτο, τέτοια ποικιλία δεν ματαξανάδε ο ξένος. Όλη η πόλη ένα πάρκινγκ - που σκέφτηκε κι ο δήμαρχος. Κι αν δεν έχει πού να περπατήσει, δεν πειράζει, χαλάλι. Δε φταίνε, βρε, τα αυτοκίνητα, τα πεζοδρόμια φταίνε που μικραίνουν χρόνο με το χρόνο, «μπαίνουν». Δεν είναι λίγο θράσος να θες να περπατήσεις σ’ αυτήν την πόλη; Κανένας σεβασμός στον έλληνα οδηγό; Γιά σκέψου το, ξένε. Ο καθένας να περπατάει στη δικιά του την πόλη. Τέλος.
Έκθεση: Οι ξένοι κι εμείς
Εμένα το χωριό μου είναι το Καλάμι. Το Καλάμι είναι μία μεγάλη παραλία με ένα μεγάλο άσπρο σπίτι όπου έμενε ο Ντάρελ και άλλα σπιτάκια και πάρα πολλούς τουρίστες μέσα στα σπιτάκια και ένα περίπτερο που πουλάει παγωτά και δύο ταβέρνες δίπλα στη θάλασσα. Η μία δεν είναι καλή. Η άλλη είναι. Αυτή που είναι καλή την έχει ο Θωμάς και λέγεται Ταβέρνα του Θωμά. Κάθε Σάββατο στην Ταβέρνα του Θωμά γίνεται ένα πράμα που λέγεται Greek Night. Σ’ αυτό το πράμα κάποιοι φοράνε ελληνικές στολές και χορεύουν μόνοι τους ελληνικούς χορούς και όλοι οι τουρίστες τρώνε σουβλάκι. Πιο μετά, πάνε τα τραπέζια πιο κει και χορεύουν πιο πολύ και φωνάζουν όπα-όπα-όπα. Κάποιοι τουρίστες σηκώνονται από μόνοι τους και τους μαθαίνουν να χορεύουν κι αυτοί, ενώ όσοι δεν σηκώνονται, τους τραβάνε να σηκωθούν κι εγώ στεναχωριέμαι λίγο γιατί αυτοί ντρέπονται. Μετά χορεύει ένας μόνος του που δείχνει πολύ λυπημένος και σηκώνει ένα τραπέζι με τα δόντια και μετά πίνει από ένα ποτήρι στο πάτωμα χωρίς να βάλει χέρια και κάθε τόσο χτυπάει το πάτωμα και τα παπούτσια του πολύ νευριασμένος. Μετά ρίχνουν οινόπνευμα γύρω του και κάποιος βάζει φωτιά και αυτός χορεύει μέσα στη φωτιά και σπάνε διάφορα πιάτα στο πάτωμα ή το ένα με το άλλο. Εν τω μεταξύ, οι τουρίστες έχουνε γίνει κουδούνια και μπαίνουνε κι αυτοί μέσα στη φωτιά και η γιαγιά μου λέει να τα φυλάει ο Άι-Σπυρίδωνας τα κουτά, τους λόβληδες. Μετά τραγουδάνε κάτι παλιά τραγούδια αργά, που τα χορεύεις αγκαλιά με τον άλλο, και σβήνουνε όλα τα φώτα εκτός από τα ροζ και τα πράσινα, και τότε μ’ αφήνουν να πάρω επιτέλους παγωτό και να πάω να κοιμηθώ στην παραλία μέχρι να φύγουμε. Πολύ τους λυπάμαι τους καημένους τους τουρίστες. Είναι αδικία να τους κάνουμε αυτά τα πράματα. Αλλά μου φαίνονται κι αυτοί λίγο χαζοί…
Έχουμε καλοκαίρι του 1990, είμαι πέντε χρονών, το νησί βουλιάζει από ξένους, τα πάντα βρομάνε φολκλόρ, αντηλιακό και τσίκνα κι εγώ αρχίζω να αναρωτιέμαι αν αυτοί οι καλοί άσπροι άνθρωποι γουστάρουν σοβαρά τον καραγκιόζ μπερντέ που πάει πακέτο με τα νησάκια μας. Κ
αλοκαίρι του 2009, Νέα Υόρκη. Σερβίρω σουβλάκια τον γιαπωνέζο δικηγόρο της παράστασης «Mamma Mia» (των Abba) και με ρωτάει λιγωμένος αν η Ελλάδα είναι πράγματι όπως στην ταινία. Αν οι άνθρωποι χορεύουν συρτάκι στην ακροθαλασσιά με τη δύση του ηλίου. Του λέω πως όχι, αυτά είναι γελοίες γραφικότητες, ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξαν, ότι κακώς νοσταλγεί ένα κιτς facade που μόνο σκοπό είχε να προσελκύσει τουρίστες. Πικραίνεται βαθιά και παραγγέλνει μία ρετσίνα. Η απορία που είχα στα πέντε μου τείνει να λυθεί, αλλά φοβάμαι την απάντηση.
Στο «Ελ. Βενιζέλος» προμηθεύομαι όλους τους ξένους τουριστικούς οδηγούς που προτείνονται από το press point στους άρτι αφιχθέντες επισκέπτες. Φοβάμαι ότι θα τους ανοίξω και θα μυρίσει μουζάκας, ενώ χαρούμενα τσολιαδάκια θα χορεύουν στο ρυθμό του Ζόρμπας. Όπως όταν ήμουν μικρή. Αλλά, φευ... Αυτές οι φολκ γραφικότητες αντικαταστάθηκαν πλήρως από μιαν άλλη, εξευρωπαϊσμένη και εκπολιτισμένη οπτική του πράγματος. Τώρα όλοι εστιάζουν στο urban living: η Αθήνα απολαμβάνει μια θέση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και ως τέτοια αντιμετωπίζεται από τον υπόλοιπο πλανήτη. Πιθανότατα.
Ξεφυλλίζοντας τους οδηγούς ενημερώνεται ο ανυποψίαστος τουρίστας ότι η Αθήνα απαρτίζεται από τις εξής «γειτονιές»: το fashionable Kolonaki (ναι, ok), τα bohemian Exarhia, τα οποία –αξίζει να σημειωθεί ότι– είναι ασφαλής και ήσυχη περιοχή, την picturesque Plaka (oh, we know, όπου οι οδηγοί γράφουν picturesque, εννοούν τουριστικότατο και μην-τυχόν-φας-εκεί-γύρω), το gay-friendly Gazi (με-λίγη-καλή-τύχη-μπορείς-να-φας-εκεί-γύρω), τον Keramikos-hotspot (πά’ να πει δεν την έχουν καταστρέψει ακόμη τη γειτονίτσα, όσοι προλάβετε) και τη leafy Kifissia, με υποσημείωση where-the-money-is (τι-σχόλιο-να-κάνω-εγώ-εδώ-τώρα).
Η Ακρόπολη έχει αντικατασταθεί από το καινούργιο (φρέσκο-πράμα-σπαρταράει) Μουσείο της Ακρόπολης, που εμφανίζεται ως ο απόλυτος hip προορισμός και, μεταξύ μας, είναι. Επισκεπτόμενη το Μουσείο της Ακρόπολης με τουριστική διάθεση, συνειδητοποιώ ότι είναι το πρώτο μουσείο της χώρας με νοοτροπία και τεχνοτροπία μη τουριστική – τουλάχιστον όπως εννοούσαμε το «τουριστικό» μέχρι πριν από το 2004. Βασικά, μπαίνεις μέσα και ανασαίνεις. Προσωπικά, το θεωρώ προαπαιτούμενο, για να ανέβεις μετά στο βράχο της Ακρόπολης και να μην τον περάσεις για βράχο (και οι οδηγοί συμφωνούν, γιούπι).
Στη θέση της παραδοσιακής ταβέρνας της Πλάκας (ή της πλάκας, μεταξύ μας μιλάμε) βρίσκονται πια οι νεοταβέρνες του Κολωνακίου, που μπορεί να καταθέσεις κάνα μισθό παραπάνω για τη choriatiki, αλλά δεν έχεις το ένας-τρώει-δέκα-πεθαίνουν φαινόμενο της ξενοφοβικής τουριστικής ταβέρνας που έτρωγε κανονικά τα παιδιά της. (Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια μικρούλα μνεία στη χωριάτικη – που δεν είναι πια σαλάτα, αλλά κόνσεπτ και τρόπος ζωής και πολύ καλώς είναι εξαγώγιμη, μπράβο, μπράβο, χίλια μπράβο. Πάει κι αυτό.)
Κακά νέα και για τα καμάκια του Συντάγματος και για τα ξενοδοχεία της Πλάκας που είχαν σχέση ευθέως ανάλογη. Ok, ναι, έχουν πεθάνει όλα αυτά, δεν χρειαζόταν ο οδηγός να μας το πει. Αντ’ αυτού, τρέξε στο Bios χαρωπή Σουηδέζα, καθώς τούτο το μπαρ - πολυχώρος - εστία πολιτισμού φέρεται να είναι η επιτομή του urban lifestyle και προτείνεται από όλους ανεξαιρέτως τους οδηγούς. (Αν στο τριήμερο πάνω δεν εμφανιστεί ο γκρικ ο λόβερ με τη μαρινιέρα, μην ψέξεις την τύχη σου, κακόμοιρη ξανθούλα, το είδος εξέλιπεν, θα σας ειδοποιήσουμε για τυχόν επιστροφές.)
Για τα μικρά ξενοδοχεία εντός και πέριξ των αρχαιοτήτων, που βασίζονταν τόσα χρόνια στην καλοσύνη των ξένων, ούτε λόγος πια. Αχάριστοι. Που μου θέλετε ο καθένας το δικό του μπάνιο… Πρώτα πια σε ζήτηση είναι τα boutique hotels ή design hotels ή όπως διάολο λέγονται, αυτά με τα πολλά πολλά χρώματα, λες κι είσαι σε παιδικό σταθμό για κακομαθημένα πεντάχρονα. Μεταξύ μας, είναι καλά ξενοδοχεία. Μεταξύ μας, πάλι, είναι σίγουρα υπερτιμημένα σε σχέση με τα αντίστοιχα της Ευρώπης (και του σύμπαντος ολόκληρου, μην πάμε μακριά), αλλά πλέον στην Ελλάδα οι πραγματικά καλές υπηρεσίες είναι πανάκριβες – και οι μέτριες, απλώς άθλιες.
Δυστυχώς, αυτός ο κανόνας βρίσκει πια εφαρμογή σε όλες τις εκφάνσεις όχι μόνο του τουρισμού, αλλά και της δικής μας, ντόπιας καθημερινότητας. Πέρασαν τα χρόνια, το βιοτικό επίπεδο των ξένων που επισκέπτονται την Ελλάδα ανέβηκε, οι απαιτήσεις τους άλλαξαν, ο ίδιος ο τουρισμός άλλαξε νοοτροπία κι εμείς μείναμε ακόμη στο ρόλο των πτωχών τριτοκοσμικών (πλην καλόκαρδων), που έχουν όμως να προσφέρουν τα πέντε “S” που κανείς δε θα βρει πουθενά αλλού στον κόσμο: Sea, Sun, Sand, Sex and Souvlaki. Με λίγη καθυστέρηση, βέβαια, οι τουρίστες ανακάλυψαν ότι τα ίδια ακριβώς πέντε “S” προσφέρει και η γειτονική Τουρκία, και μάλιστα σε τιμές που θα έκαναν χαρούμενο ακόμα και έλληνα δημόσιο υπάλληλο. Μας γύρισαν λίγο την πλάτη, οπότε μείναμε μεταξύ μας, συν ολίγους πιο ψαγμένους τουρίστες που, τελικά, αναζητούν την ίδια ποιότητα που αποζητάμε κι εμείς στην καθημερινότητά μας σ’ αυτήν την πόλη.
Σε μια μάλλον αγωνιώδη προσπάθεια να γραφτεί κάτι ελάχιστο στο κεφάλαιο «αρχιτεκτονική» του ενός οδηγού, τέσσερεις σελίδες όλες κι όλες καταλαμβάνονται από φωτογραφίες του κτηρίου του Ελληνικού Κόσμου, της πλατείας Εθνικής Αντίστασης (Κοτζιά επιμένουν μερικοί να τη λένε), των γκράφιτι της Πειραιώς και του Μουσείου Μπενάκη (της Πειραιώς, επίσης), ενώ σε παράθεμα προσπαθεί να ερμηνευθεί το φαινόμενο polykatikia, που είναι το κύριο αρχιτεκτονικό μοτίβο της μικρής μας πόλης.
Άλλο πονεμένο κεφάλαιο είναι αυτό της «τέχνης», όπου ο ένας οδηγός έχει αντιγράψει απ’ τον διπλανό του και αυτός απ’ τον παραδίπλα. Ένα κοινό κείμενο, λοιπόν, αναφέρει ότι οι Έλληνες μπορεί να άγονταν και να φέρονταν από τέχνη στην αρχαιότητα, αλλά σήμερα δεν επιδεικνύουν ιδιαίτερο ζήλο και σίγουρα δεν είναι αξιοσημείωτη η προσφορά τους στον σύγχρονο παγκόσμιο χάρτη των τεχνών. «Μόλις πριν από δύο χρόνια κατόρθωσαν να διοργανώσουν την πρώτη Biennale». Ως οάσεις τέχνης για τους πολύ διψασμένους προτείνονται ιδιωτικές γκαλερί, όπως η The Breeder και αυτή της Ιλεάνας Τούντα, ενώ πληροφορούμαστε ότι τα εκθέματα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης –ελλείψει μόνιμης ακόμη στέγης– είναι διάσπαρτα κάπου στην πόλη, σε σημεία που μάλλον κρατούνται μυστικά (ακόμα και από τους Αθηναίους, θα προσέθετα εγώ).
Παρ’ όλ’ αυτά, μην κατεβάζετε τα μούτρα, πατριώτες. Έχουμε φοβερή ακαδημία τένις, η είσοδος του Ναυπλία Palace είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα και ο Δάκης Ιωάννου θα μας σώσει από όλα τα κακά που μαστίζουν τούτον τον ευλογημένο τόπο. Βασική παράλειψη και έκτακτο νέο: ο οδηγός του lonely planet μάς ενημερώνει ότι το ψωνιστήρι σε Πεδίον του Άρεως, Ζάππειο και Κουμουνδούρου θεωρείται επικίνδυνο χόμπι μετά τη δολοφονία γνωστού ηθοποιού (γεγονός που συντάραξε το πανελλήνιο) και η κίνηση σε αυτά τα venues έχει κάπως πέσει. Μπορεί το Γκάζι να πέφτει λίγο clean για τα γούστα μας, αλλά προέχει η ασφάλεια (όχι;).
Επίσης, μην παραλείψετε να επισκεφθείτε τον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά, να πάρετε το κουλούρι της ημέρας ξημερώματα στην Καραϊσκάκη, να προμηθευτείτε τα απαραίτητα από ένα παραδοσιακό periptero και να αποφύγετε την περιοχή γύρω απ’ την Ομόνοια, όπου συχνάζουν κακοποιά στοιχεία (sic).
Απορία: Όταν κανείς βγαίνει έξω απ’ το χορό (παράδειγμα παραδοσιακό, ελληνικότατο, σύμφωνο με τις προκαταλήψεις εναντίον μας) λέει πολλά τραγούδια ή μπορεί να κρίνει καλύτερα αυτούς που είναι μέσα; Και, τελικά, εμείς που είμαστε μέσα και χορεύουμε από πού αντλούμε όλη αυτήν την αυτοπεποίθηση και ισοπεδώνουμε όποιον δεν μας θαυμάζει; Έχει κάτι το λάδι μας;
Κονκλούζιο: Εξακολουθώ να λυπάμαι τους τουρίστες όσο κι όταν ήμουν πέντε.
Όσον αφορά τους Έλληνες κοινωνικά, οι οδηγοί αναφέρουν χαρακτηριστικά και συνήθειές μας που πιθανόν να ξενίσουν τον επισκέπτη (αλλά και τον Έλληνα). Δεν είμαστε (γράφουν, για παράδειγμα) ιδιαίτερα ανεκτικοί με τους μεθυσμένους… (!) Ιδιαίτερα μ’ αυτούς που γυρνάνε μεθυσμένοι στο δρόμο πίνοντας… (!) (Σ’ αυτό το σημείο, βέβαια, ένας Αμερικανός θα εκστασιαζόταν και μόνο στο γεγονός ότι μπορείς να πιεις μια μπίρα στο δρόμο ή να βγεις με το ποτήρι σου στο πεζοδρόμιο χωρίς να σε περισυλλέξουν μπάτσοι…) Επίσης -γράφουν- δεν είμαστε ιδιαίτερα ανεκτικοί στην ομοφυλοφιλία. Τώρα αυτό, σε συνδυασμό με την παραπάνω παράγραφο, προκαλεί μια μικρή σουρπρίζ –όχι μόνο στον ξένο τον επισκέπτη, αλλά και στον μόνιμο τον κάτοικο- και μόνο στην ελληνικότατη υποκρισία, ομοφοβία και μικροαστισμό μπορεί να αποδοθεί. Ο αρρενωπός δήμαρχος μάχεται το Gay Pride. Παγκόσμια πατέντα - ντουζ πουάν.
Άλλο: ντυνόμαστε -λέει- «πολύ». Τί λέει, καλέ; Εμείς πολύ; Ο μέσος Έλληνας / η μέση Ελληνίδα; Με την άψογη αισθητική μας; Που ντυνόμαστε ολημερίς με σαφείς αναφορές στον κλασικισμό; Επειδή εφηύραμε το λαμέ, δηλαδή; Ακόμα κάτι που θα εντυπωσιάσει τον ξένο -ο οποίος, όπως έχουμε ήδη καταλάβει, δεν είναι δα και δύσκολο να εντυπωσιαστεί- είναι ότι όλα τα καφέ είναι μονίμως γεμάτα και δίνεται η αίσθηση ότι κανείς σ’ αυτήν τη χώρα δεν δουλεύει. Ή, πάλι, μπορεί να είναι αυτοί οι 50 μισθωτοί κηπουροί του «Ευαγγελισμού» που γεμίζουν τις καφετέριες -καθότι ο «Ευαγγελισμός» δεν έχει κήπο- και δίνουν κακή εντύπωση στον επισκέπτη.
Κι ακριβώς επειδή είμαστε και πολύ γαμάουα, καπνίζουμε και όπου μας καπνίσει και -κοίτα να δεις- πάλι εντυπωσιάζεται ο ξένος ο επισκέπτης. Φοβερό. Τη μεγαλύτερη δε εντύπωση του την κάνουμε με τα αυτοκίνητά μας. Που είναι πολλά και είναι παντού… Τέτοιο πλούτο, τέτοια ποικιλία δεν ματαξανάδε ο ξένος. Όλη η πόλη ένα πάρκινγκ - που σκέφτηκε κι ο δήμαρχος. Κι αν δεν έχει πού να περπατήσει, δεν πειράζει, χαλάλι. Δε φταίνε, βρε, τα αυτοκίνητα, τα πεζοδρόμια φταίνε που μικραίνουν χρόνο με το χρόνο, «μπαίνουν». Δεν είναι λίγο θράσος να θες να περπατήσεις σ’ αυτήν την πόλη; Κανένας σεβασμός στον έλληνα οδηγό; Γιά σκέψου το, ξένε. Ο καθένας να περπατάει στη δικιά του την πόλη. Τέλος.






