

Johnny Cash
Σαν τους Αφρικανούς, που ζουν αγκαλιά με τα πνεύματα των προγόνων τους και τις θεότητές τους, που δεν περπατούν μόνοι αλλά έχουν πάντοτε τους πεθαμένους για συντροφιά, έτσι μαθαίνουμε να πορευόμαστε μουσικά κι εμείς, παρέα με τους νεκρούς μας ήρωες. Οι μετά θάνατον εκδόσεις των τελευταίων/χαμένων/ανέκδοτων ηχογραφήσεων δεν είναι απλή τυμβωρυχία της δισκογραφίας, αλλά υπαρξιακή ανάγκη της πρώτης ιστορικά γενιάς που γερνάει έχοντας ζήσει από την αρχή την έκρηξη της νεανικής κουλτούρας του ’50 και τη γέννηση της μουσικής βιομηχανίας και έχει την απαίτηση από τον εαυτό της να κλάψει τους νεκρούς της, να θάψει με τιμές τα είδωλα της νεότητάς της και να κρατήσει ζωντανό καθετί που τα θυμίζει.
Johnny Cash
Εύκολα υποκύπτω στην πρόσκληση να κάνω σπονδή στον «άνθρωπο με τα μαύρα», τον πιο σκοτεινό από την Αγία Τριάδα της Sun Records του ’50, τον Johnny Cash (οι άλλοι δύο ήταν ο Έλβις και ο Roy Orbinson). Αφορμή τα μόλις 32 λεπτά του «American VI: Ain’t No Grave». Τα δέκα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε τρεις μήνες πριν πεθάνει, παράλληλα με εκείνα που κυκλοφόρησαν στο «American V: A Hundred Highways». Πρόκειται για το έκτο, τελευταίο και οριστικό μέρος του ρέκβιεμ διαρκείας που ο Cash ξεκίνησε να ηχογραφεί με τον παραγωγό Rick Rubin τη δεκαετία του ’90. Ένα ερεβώδες έπος, στα όρια της θρησκευτικής έκστασης, μία πνευματική διαθήκη που ο Cash έγραφε και υπέγραφε περισσότερα από δέκα χρόνια. Και ο μέγας Rubin ήταν εκεί, ολοκλήρωνε και εξέδιδε τα μέρη αυτής της αργής πορείας προς το θάνατο μιας bigger than life μουσικής προσωπικότητας, αριθμώντας τα: I, II, III… VI. Και τέλος. Φυσικά, οι ηχογραφήσεις του Johnny Cash δεν θα τελειώσουν έτσι απλά. Όπως με όλα τα μυθικά τέρατα της σύγχρονης δυτικής μουσικής, όλο και κάποιες άγνωστες ή ανέκδοτες ηχογραφήσεις, συμμετοχές κ.λπ. του Johnny Cash θα κυκλοφορήσουν, όμως αυτό είναι το πραγματικό «Τέλος» με τη δική του υπογραφή, έτσι όπως εκείνος ήθελε να είναι –και ακόμα καλύτερο. Περιμένω την επετειακή έκδοση (δεν μπορεί, κάποτε θα κυκλοφορήσει) και με τα έξι άλμπουμ της σειράς «American Recordings». Να βυθιστώ ξανά στη σκοτεινή χαράδρα της αμερικάνικης μουσικής, να καταλάβω μέσα από το μουρμουρητό των γέρικων χορδών του ποιους δαίμονες είδε εκείνος και πώς έβρισκε τη δύναμη να είναι ο εαυτός του. Στο «For the good times» του Kris Kristofferson ακούς τη σκοτεινή του φωνή να μασάει τα παρακάτω λόγια: «Don’t look so sad, I know it’s over/But life goes on/And this ole world will keep on turning» και ξέρεις ότι ο Χάρος έχασε στη μονομαχία μ’ αυτόν τον τύπο.
…Και ο αιθέρας
Αλλά ο Χάρος πάντοτε χάνει όταν έχει να αντιμετωπίσει απρόβλεπτους μουσικούς. Πολύ μακριά από την αμερικάνικη βαθιά επαρχία του Johnny Cash, στην επαρχία του Μάλι της δυτικής Αφρικής ζούσε ο Ali Farka Toure μέχρι το θάνατό του το 2006, γράφοντας και παίζοντας μουσική. Και, να πάρει, δεν εκπλήσσομαι που τις πιο όμορφες μουσικές τις έπαιξε και –ευτυχώς– τις ηχογράφησε ενώ ήξερε πως το φιτίλι του σώνεται, ότι τελειώνει από στιγμή σε στιγμή. Και όχι μόνο: τα δύο του τελευταία χρόνια ανέλαβε δήμαρχος του χωριού Νιαφουνκέ, δυτικά του Τιμπουκτού, εκεί όπου ζούσε καλλιεργώντας ως αγρότης τη γη, και με δικά του χρήματα έφτιαξε τους δρόμους, το αποχετευτικό σύστημα και πλήρωνε από την τσέπη του για τα καύσιμα που χρειαζόταν η γεννήτρια για να λειτουργεί και να τροφοδοτεί με ηλεκτρικό ρεύμα το χωριό του. Κι αν ο ήχος της κιθάρας και η τραχιά του φωνή τράβηξαν, όπως το μέλι τις μέλισσες, πολλούς ξένους μουσικούς, τα πιο σπαρακτικά του παιξίματα τα έκανε στα τελευταία του, παρέα με τον άλλο σπουδαίο μουσικό από το Μάλι, τον Toumani Diabate, δεξιοτέχνη στο kora, την αφρικάνικη άρπα. Δεν ξέρω πόσα πνεύματα πόσων προγόνων συνωμότησαν το καλοκαίρι του 2004, αλλά το άλμπουμ που έβγαλαν οι δυο τους, «In The Heart Of The Moon», είναι τόσο μελωδικό και ταξιδιάρικο που μοιάζει απόκοσμο. Δεν ξέρω αν τελικά ο άνθρωπος μαλακώνει ή σκληραίνει μπροστά στο θάνατο, όμως αυτός ο ανεπιτήδευτος μουσικός με την απέραντη μελωδική φλέβα κατασκεύασε –μέσα σε λίγες ώρες που κράτησε αυτή η σχεδόν αυθόρμητη ηχογράφηση– μια σκάλα που οδηγούσε κατευθείαν στον ουρανό. Ίσως να την είχε έτοιμη από καιρό και περίμενε την ευκαιρία να βάλει την τελική υπογραφή. Το έκανε το επόμενο καλοκαίρι, όταν ο Toumani τού ζήτησε να επαναλάβουν τη μουσική τους συνάντηση, με την προσθήκη του κουβανού μπασίστα Orlando «Cachaito» Lopez. Αυτή ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του Ali Farka Toure. Πέθανε ύστερα από λίγους μήνες. Η σκάλα είχε ολοκληρωθεί. Και τώρα κυκλοφορεί: «Ali Farka Toure & Toumani Diabate», έτσι απλά.
Δεν πιστεύω ούτε μια στάλα στη μεταφυσική, ούτε είναι η μοίρα των μεγάλων μουσικών να αφήνουν το καλύτερο για το τέλος. Άλλωστε, τι θα πει «καλύτερο»; Όμως η συνομιλία με το θάνατο είναι μια μεγάλη στιγμή για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και αυτό που κάνει έναν σπουδαίο δημιουργό αληθινά σπουδαίο είναι ότι μπορεί να την αναγνωρίσει όταν φτάσει η ώρα και να προσέλθει στη συνομιλία γυμνός. Δηλαδή, απλός και ειλικρινής.
Johnny Cash
Εύκολα υποκύπτω στην πρόσκληση να κάνω σπονδή στον «άνθρωπο με τα μαύρα», τον πιο σκοτεινό από την Αγία Τριάδα της Sun Records του ’50, τον Johnny Cash (οι άλλοι δύο ήταν ο Έλβις και ο Roy Orbinson). Αφορμή τα μόλις 32 λεπτά του «American VI: Ain’t No Grave». Τα δέκα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε τρεις μήνες πριν πεθάνει, παράλληλα με εκείνα που κυκλοφόρησαν στο «American V: A Hundred Highways». Πρόκειται για το έκτο, τελευταίο και οριστικό μέρος του ρέκβιεμ διαρκείας που ο Cash ξεκίνησε να ηχογραφεί με τον παραγωγό Rick Rubin τη δεκαετία του ’90. Ένα ερεβώδες έπος, στα όρια της θρησκευτικής έκστασης, μία πνευματική διαθήκη που ο Cash έγραφε και υπέγραφε περισσότερα από δέκα χρόνια. Και ο μέγας Rubin ήταν εκεί, ολοκλήρωνε και εξέδιδε τα μέρη αυτής της αργής πορείας προς το θάνατο μιας bigger than life μουσικής προσωπικότητας, αριθμώντας τα: I, II, III… VI. Και τέλος. Φυσικά, οι ηχογραφήσεις του Johnny Cash δεν θα τελειώσουν έτσι απλά. Όπως με όλα τα μυθικά τέρατα της σύγχρονης δυτικής μουσικής, όλο και κάποιες άγνωστες ή ανέκδοτες ηχογραφήσεις, συμμετοχές κ.λπ. του Johnny Cash θα κυκλοφορήσουν, όμως αυτό είναι το πραγματικό «Τέλος» με τη δική του υπογραφή, έτσι όπως εκείνος ήθελε να είναι –και ακόμα καλύτερο. Περιμένω την επετειακή έκδοση (δεν μπορεί, κάποτε θα κυκλοφορήσει) και με τα έξι άλμπουμ της σειράς «American Recordings». Να βυθιστώ ξανά στη σκοτεινή χαράδρα της αμερικάνικης μουσικής, να καταλάβω μέσα από το μουρμουρητό των γέρικων χορδών του ποιους δαίμονες είδε εκείνος και πώς έβρισκε τη δύναμη να είναι ο εαυτός του. Στο «For the good times» του Kris Kristofferson ακούς τη σκοτεινή του φωνή να μασάει τα παρακάτω λόγια: «Don’t look so sad, I know it’s over/But life goes on/And this ole world will keep on turning» και ξέρεις ότι ο Χάρος έχασε στη μονομαχία μ’ αυτόν τον τύπο.
…Και ο αιθέρας
Αλλά ο Χάρος πάντοτε χάνει όταν έχει να αντιμετωπίσει απρόβλεπτους μουσικούς. Πολύ μακριά από την αμερικάνικη βαθιά επαρχία του Johnny Cash, στην επαρχία του Μάλι της δυτικής Αφρικής ζούσε ο Ali Farka Toure μέχρι το θάνατό του το 2006, γράφοντας και παίζοντας μουσική. Και, να πάρει, δεν εκπλήσσομαι που τις πιο όμορφες μουσικές τις έπαιξε και –ευτυχώς– τις ηχογράφησε ενώ ήξερε πως το φιτίλι του σώνεται, ότι τελειώνει από στιγμή σε στιγμή. Και όχι μόνο: τα δύο του τελευταία χρόνια ανέλαβε δήμαρχος του χωριού Νιαφουνκέ, δυτικά του Τιμπουκτού, εκεί όπου ζούσε καλλιεργώντας ως αγρότης τη γη, και με δικά του χρήματα έφτιαξε τους δρόμους, το αποχετευτικό σύστημα και πλήρωνε από την τσέπη του για τα καύσιμα που χρειαζόταν η γεννήτρια για να λειτουργεί και να τροφοδοτεί με ηλεκτρικό ρεύμα το χωριό του. Κι αν ο ήχος της κιθάρας και η τραχιά του φωνή τράβηξαν, όπως το μέλι τις μέλισσες, πολλούς ξένους μουσικούς, τα πιο σπαρακτικά του παιξίματα τα έκανε στα τελευταία του, παρέα με τον άλλο σπουδαίο μουσικό από το Μάλι, τον Toumani Diabate, δεξιοτέχνη στο kora, την αφρικάνικη άρπα. Δεν ξέρω πόσα πνεύματα πόσων προγόνων συνωμότησαν το καλοκαίρι του 2004, αλλά το άλμπουμ που έβγαλαν οι δυο τους, «In The Heart Of The Moon», είναι τόσο μελωδικό και ταξιδιάρικο που μοιάζει απόκοσμο. Δεν ξέρω αν τελικά ο άνθρωπος μαλακώνει ή σκληραίνει μπροστά στο θάνατο, όμως αυτός ο ανεπιτήδευτος μουσικός με την απέραντη μελωδική φλέβα κατασκεύασε –μέσα σε λίγες ώρες που κράτησε αυτή η σχεδόν αυθόρμητη ηχογράφηση– μια σκάλα που οδηγούσε κατευθείαν στον ουρανό. Ίσως να την είχε έτοιμη από καιρό και περίμενε την ευκαιρία να βάλει την τελική υπογραφή. Το έκανε το επόμενο καλοκαίρι, όταν ο Toumani τού ζήτησε να επαναλάβουν τη μουσική τους συνάντηση, με την προσθήκη του κουβανού μπασίστα Orlando «Cachaito» Lopez. Αυτή ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του Ali Farka Toure. Πέθανε ύστερα από λίγους μήνες. Η σκάλα είχε ολοκληρωθεί. Και τώρα κυκλοφορεί: «Ali Farka Toure & Toumani Diabate», έτσι απλά.
Δεν πιστεύω ούτε μια στάλα στη μεταφυσική, ούτε είναι η μοίρα των μεγάλων μουσικών να αφήνουν το καλύτερο για το τέλος. Άλλωστε, τι θα πει «καλύτερο»; Όμως η συνομιλία με το θάνατο είναι μια μεγάλη στιγμή για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και αυτό που κάνει έναν σπουδαίο δημιουργό αληθινά σπουδαίο είναι ότι μπορεί να την αναγνωρίσει όταν φτάσει η ώρα και να προσέλθει στη συνομιλία γυμνός. Δηλαδή, απλός και ειλικρινής.






