

Το δέρμα του θυμού σου / αφήνει μούσι
«Πάλι η Νανά. Βλέπω σε τούτες τις εκδόσεις. Του πόκετ-μπούκι. Η Νανά του Ζολά. Χιλιοεκδομένα βιβλία. Μα το θεό. Μυστήρια πράματα. Γιατί; Τι έχουν αυτά; Τι δεν έχουν άλα; Τίποτα. Τούτος ο λαός. Ούτε καταλαβαίνω πώς σκέφτεται τούτος ο λαός. Γιατί. Τι έχει ένα βιβλίο. Τι δεν έχει ένα άλο. Όλοι την αθανασία θέλουμε. Τη διάρκεια. Την αγάπη. Τουλάχιστον όσοι λένε είναι τεχνίτες του λόγου. Είναι ποιητές. Και τέτια ανισότητα. Τέτιες διακρίσεις. Σε τρομάζουν. Σε τρομάζουν».
Το ποίημα του ανθρώπου που αυτοαποκαλείται «ο σημαντικότερος έλληνας ποιητής μεταπολεμικά» είναι νομίζω η καλύτερη εισαγωγή στο θέμα μας. Για την ιστορία, ο Γιάννης Γαλανός έχει εκδώσει με δικά του έξοδα και τους 29 τόμους του έργου του, η επιτυχία δεν ήταν αντάξιά του και εδώ έχει λιγάκι πικραθεί γιατί τον έχει φάει το σύστημα. Ο Βασίλης Βασιλικός απαντάει: «Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο».
Διαλέγω από τη βιβλιοθήκη όσα βιβλία δεν έχουν σήμα εκδοτικού οίκου στη ράχη τους και αρχίζω να ξεφυλλίζω. Περνάω σταδιακά στη ζώνη του λυκόφωτος και παρελαύνει μπροστά μου ένα πλήθος γραφικών. Άνθρωποι με διαστρεβλωμένη ή και καμία αντίληψη της πραγματικότητας, χωρίς την ελάχιστη αίσθηση αυτογνωσίας, έχουν ξοδέψει λεφτά –που ελπίζω να τους περίσσευαν– για να δουν το έργο τους τυπωμένο. Μια κανονική σπουδή στη ματαιότητα.
Η κανονική διαδικασία για να εκδώσεις ένα βιβλίο έχει ως εξής: Γράφεις, γράφεις, γράφεις. Το πας στον εκδοτικό οίκο. Το διαβάζουν επαγγελματίες Αναγνώστες. Αν εγκριθεί, στοιχειοθετείται και διορθώνεται τρεις φορές από σένα –το συγγραφέα– και τρεις από τον διορθωτή σου. Πάει τυπογραφείο. Τυπώνεται σε δεκαεξασέλιδα που δένονται μεταξύ τους, προστίθεται το εξώφυλλο και σε περίπου ενάμιση μήνα το βιβλίο μοστράρει (φρεσκαδούρα πρώτη) στις προθήκες. Όλο αυτό κοστίζει στον εκδότη περί τα 4.000 ευρώ για μία χιλιάδα αντιτύπων και αυτές είναι εν ολίγοις και οι αρμοδιότητες ενός εκδοτικού οίκου: εκτύπωση, διανομή, διαφήμιση. Φυσικά, δεν ήταν πάντα έτσι απλά και οικονομικά. Μέχρι τα τέλη των 80s, για να τυπωθεί το πρώτο αντίτυπο (η «μήτρα») χρησιμοποιούνταν μεταλλικές ψηφίδες α λα μανιέρ ντε Γκουτενμπέργκ, πράγμα που εκτόξευε το κόστος και το επιχειρηματικό ρίσκο στα ύψη. Έτσι, ενώ μέχρι τότε εκδίδονταν 3.000 βιβλία το χρόνο, από τον ερχομό του ηλεκτρονικού υπολογιστή και μετά η παραγωγή ανεβαίνει πια στα 10.000 βιβλία.
Οι εκδοτικοί οίκοι γιγαντώνονται και ακολουθούν μια σαρωτική πολιτική, εκδίδοντας σχεδόν τα πάντα – με τη λογική «ό,τι πιάσει». Αν, παρ’ όλ’ αυτά, κανένας εκδοτικός οίκος δεν σε δέχεται κι εσύ επιμένεις ότι το έργο σου αξίζει να εκδοθεί, υπάρχει η λύση του τυπογράφου. Πληρώνεις τα έξοδα και μια μέρα φτάνει στο σπίτι σου ένα φορτηγό με τα αντίτυπα που έχεις παραγγείλει. Φυσικά, αναλαμβάνεις μόνος σου τη διανομή και τη διαφήμιση. Και δεν θέλω να σε αποθαρρύνω, αλλά δεν έχεις και πολλές ελπίδες. Ακόμη και αν ακούσεις παραδείγματα γνωστών συγγραφέων που τα κατάφεραν μόνοι τους (Ταχτσής, Βασιλικός και όλοι οι ποιητές εξέδωσαν τα πρώτα έργα τους με δικά τους έξοδα), μην ξεχνάς ότι τότε ήταν άλλα χρόνια και δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Και ο Καβάφης τύπωνε σε φυλλάδια, αλλά τότε είχαμε ακόμη αρχές εικοστού.
•Ανή Κυπριάδη: «Χαλκομανία σε ένα αυγό»
Πασχαλινό μου αυγό μη φύγεις / Μη φύγεις και αφήσεις μόνη της τη μικρή πολύχρωμή σου χαλκομανία. / Μη με αφήσεις μόνη μου κολλημένη εκεί / να κοιτάω τον κόσμο / να περνάει ο κόσμος / Άλλα πασχαλινά αυγά δεν θα το ξέρουν / πως δεν είσαι εσύ πίσω από μένα / άλλα πασχαλινά αυγά θα με τσουγκρίσουν.
•Γιάννης Δερμιτζάκης: «Νάμουν κουνούπι ήθελα»
Νάμουν κουνούπι ήθελα, τέτοια λαχτάρα είχα,
να μη σ’ αφήνω ήσυχη ένα λεπτό τη νύχτα.
Γλυκά γλυκά να σε τσιμπώ, τα μάτια σου ν’ ανοίγεις,
Να τρίβεσαι κάθε στιγμή, να βλαστημάς, να βρίζεις
Να κάθομαι στο μπράτσο σου, το παχουλό, το φίνο,
να σε βυζαίνω κούκλα μου, το αίμα σου να πίνω.
•Ανή Κυπριάδη: «Το δέρμα του θυμού σου το παχύ»
Το δέρμα του θυμού σου / τρέφεται με τη σούπα μου / τρέφεται με τη σούπα μου / τη σούπα μου / τη σούπα μου / τη σούπα μου / κοιμάται στο κρεβάτι μου / κρεβάτι μου/ κρεβάτι μου / φοράει τις πυτζάμες σου / το δέρμα του θυμού σου / αφήνει μούσι.
•Γιάννης Δερμιτζάκης: «Για το τσιγάρο»
Για νάχω καθαρή φωνή, νάχω και την υγειά μου
Εις το τσιγάρο δήλωσα δεν δίδω τα λεφτά μου
Όσοι καπνίζουν κάνουνε πολύ μεγάλη τρέλα
τον ίδρο και το αίμα τους ρουφά σαν την αβδέλα
Εκεί που έχουνε καπνά, τους συμβουλεύω τώρα,
Να βάλουν θερμοκήπια και δέντρα καρποφόρα.
•Γιάννης Δερμιτζάκης: «Στα καυτά σορτς»
Μακρύ φουστάνι αγάπη μου, μη πιάσεις να φορέσεις
μονάχα σορτς νάναι καυτό, μικρή μου να μ’ αρέσεις.
Η μόδα όταν θαναι μαξ’ μην την ακολουθήσεις
Να βάζεις σορτς νάναι καυτό να με καλοκαρδίσεις.
Στο νου σας πάντα θάχετε, καθένας πριν κοιτάξει,
Πως κάτι κρύβει άσκημο το φόρεμα το μάξι
Γι’ αυτό σας κάνω δήλωση και γράφω με μολύβι
το μαξ’ με μιαν εξαίρεση, άσκημο κάτι κρύβει.
Τώρα στα μάξι τα όμορφα, κάτι γι’ αυτά θα πούμε
γιατί δεν πρέπει πάντοτε να τα κατηγορούμε.
Το ποίημα του ανθρώπου που αυτοαποκαλείται «ο σημαντικότερος έλληνας ποιητής μεταπολεμικά» είναι νομίζω η καλύτερη εισαγωγή στο θέμα μας. Για την ιστορία, ο Γιάννης Γαλανός έχει εκδώσει με δικά του έξοδα και τους 29 τόμους του έργου του, η επιτυχία δεν ήταν αντάξιά του και εδώ έχει λιγάκι πικραθεί γιατί τον έχει φάει το σύστημα. Ο Βασίλης Βασιλικός απαντάει: «Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο».
Διαλέγω από τη βιβλιοθήκη όσα βιβλία δεν έχουν σήμα εκδοτικού οίκου στη ράχη τους και αρχίζω να ξεφυλλίζω. Περνάω σταδιακά στη ζώνη του λυκόφωτος και παρελαύνει μπροστά μου ένα πλήθος γραφικών. Άνθρωποι με διαστρεβλωμένη ή και καμία αντίληψη της πραγματικότητας, χωρίς την ελάχιστη αίσθηση αυτογνωσίας, έχουν ξοδέψει λεφτά –που ελπίζω να τους περίσσευαν– για να δουν το έργο τους τυπωμένο. Μια κανονική σπουδή στη ματαιότητα.
Η κανονική διαδικασία για να εκδώσεις ένα βιβλίο έχει ως εξής: Γράφεις, γράφεις, γράφεις. Το πας στον εκδοτικό οίκο. Το διαβάζουν επαγγελματίες Αναγνώστες. Αν εγκριθεί, στοιχειοθετείται και διορθώνεται τρεις φορές από σένα –το συγγραφέα– και τρεις από τον διορθωτή σου. Πάει τυπογραφείο. Τυπώνεται σε δεκαεξασέλιδα που δένονται μεταξύ τους, προστίθεται το εξώφυλλο και σε περίπου ενάμιση μήνα το βιβλίο μοστράρει (φρεσκαδούρα πρώτη) στις προθήκες. Όλο αυτό κοστίζει στον εκδότη περί τα 4.000 ευρώ για μία χιλιάδα αντιτύπων και αυτές είναι εν ολίγοις και οι αρμοδιότητες ενός εκδοτικού οίκου: εκτύπωση, διανομή, διαφήμιση. Φυσικά, δεν ήταν πάντα έτσι απλά και οικονομικά. Μέχρι τα τέλη των 80s, για να τυπωθεί το πρώτο αντίτυπο (η «μήτρα») χρησιμοποιούνταν μεταλλικές ψηφίδες α λα μανιέρ ντε Γκουτενμπέργκ, πράγμα που εκτόξευε το κόστος και το επιχειρηματικό ρίσκο στα ύψη. Έτσι, ενώ μέχρι τότε εκδίδονταν 3.000 βιβλία το χρόνο, από τον ερχομό του ηλεκτρονικού υπολογιστή και μετά η παραγωγή ανεβαίνει πια στα 10.000 βιβλία.
Οι εκδοτικοί οίκοι γιγαντώνονται και ακολουθούν μια σαρωτική πολιτική, εκδίδοντας σχεδόν τα πάντα – με τη λογική «ό,τι πιάσει». Αν, παρ’ όλ’ αυτά, κανένας εκδοτικός οίκος δεν σε δέχεται κι εσύ επιμένεις ότι το έργο σου αξίζει να εκδοθεί, υπάρχει η λύση του τυπογράφου. Πληρώνεις τα έξοδα και μια μέρα φτάνει στο σπίτι σου ένα φορτηγό με τα αντίτυπα που έχεις παραγγείλει. Φυσικά, αναλαμβάνεις μόνος σου τη διανομή και τη διαφήμιση. Και δεν θέλω να σε αποθαρρύνω, αλλά δεν έχεις και πολλές ελπίδες. Ακόμη και αν ακούσεις παραδείγματα γνωστών συγγραφέων που τα κατάφεραν μόνοι τους (Ταχτσής, Βασιλικός και όλοι οι ποιητές εξέδωσαν τα πρώτα έργα τους με δικά τους έξοδα), μην ξεχνάς ότι τότε ήταν άλλα χρόνια και δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Και ο Καβάφης τύπωνε σε φυλλάδια, αλλά τότε είχαμε ακόμη αρχές εικοστού.
•Ανή Κυπριάδη: «Χαλκομανία σε ένα αυγό»
Πασχαλινό μου αυγό μη φύγεις / Μη φύγεις και αφήσεις μόνη της τη μικρή πολύχρωμή σου χαλκομανία. / Μη με αφήσεις μόνη μου κολλημένη εκεί / να κοιτάω τον κόσμο / να περνάει ο κόσμος / Άλλα πασχαλινά αυγά δεν θα το ξέρουν / πως δεν είσαι εσύ πίσω από μένα / άλλα πασχαλινά αυγά θα με τσουγκρίσουν.
•Γιάννης Δερμιτζάκης: «Νάμουν κουνούπι ήθελα»
Νάμουν κουνούπι ήθελα, τέτοια λαχτάρα είχα,
να μη σ’ αφήνω ήσυχη ένα λεπτό τη νύχτα.
Γλυκά γλυκά να σε τσιμπώ, τα μάτια σου ν’ ανοίγεις,
Να τρίβεσαι κάθε στιγμή, να βλαστημάς, να βρίζεις
Να κάθομαι στο μπράτσο σου, το παχουλό, το φίνο,
να σε βυζαίνω κούκλα μου, το αίμα σου να πίνω.
•Ανή Κυπριάδη: «Το δέρμα του θυμού σου το παχύ»
Το δέρμα του θυμού σου / τρέφεται με τη σούπα μου / τρέφεται με τη σούπα μου / τη σούπα μου / τη σούπα μου / τη σούπα μου / κοιμάται στο κρεβάτι μου / κρεβάτι μου/ κρεβάτι μου / φοράει τις πυτζάμες σου / το δέρμα του θυμού σου / αφήνει μούσι.
•Γιάννης Δερμιτζάκης: «Για το τσιγάρο»
Για νάχω καθαρή φωνή, νάχω και την υγειά μου
Εις το τσιγάρο δήλωσα δεν δίδω τα λεφτά μου
Όσοι καπνίζουν κάνουνε πολύ μεγάλη τρέλα
τον ίδρο και το αίμα τους ρουφά σαν την αβδέλα
Εκεί που έχουνε καπνά, τους συμβουλεύω τώρα,
Να βάλουν θερμοκήπια και δέντρα καρποφόρα.
•Γιάννης Δερμιτζάκης: «Στα καυτά σορτς»
Μακρύ φουστάνι αγάπη μου, μη πιάσεις να φορέσεις
μονάχα σορτς νάναι καυτό, μικρή μου να μ’ αρέσεις.
Η μόδα όταν θαναι μαξ’ μην την ακολουθήσεις
Να βάζεις σορτς νάναι καυτό να με καλοκαρδίσεις.
Στο νου σας πάντα θάχετε, καθένας πριν κοιτάξει,
Πως κάτι κρύβει άσκημο το φόρεμα το μάξι
Γι’ αυτό σας κάνω δήλωση και γράφω με μολύβι
το μαξ’ με μιαν εξαίρεση, άσκημο κάτι κρύβει.
Τώρα στα μάξι τα όμορφα, κάτι γι’ αυτά θα πούμε
γιατί δεν πρέπει πάντοτε να τα κατηγορούμε.






