Σπύρος Γραμμένος
Συνέντευξη στη Νατάσα Κεφαλληνού
Share |
 «Ο Σπυρίδωνας Γραμμένος γεννήθηκε το 1980 μια μελαγχολική μέρα, κάτι που επηρέασε την περαιτέρω πορεία του. Πήγε σχολείο, στρατό και καθόλου πανεπιστήμιο, κάτι που μάλλον επηρέασε την περαιτέρω πορεία του. Ερωτεύτηκε καμία 40αριά γκόμενες, που σίγουρα επηρέασε την περαιτέρω πορεία του. Άμα έχει τις μαύρες του γράφει τραγουδάκια για ανεκπλήρωτους έρωτες και μπαλάντες για την αβεβαιότητα του Χάισενμπεργκ». www.spirosgrammenos.gr
 
 
 
 
Δεν χορταίνει. Δεν σταματά. Τραγουδά. Παίζει κιθάρα. Μιλά ακατάπαυστα επί σκηνής. Χοροπηδά. Χαμογελά. Σε κάνει να γελάς, να σιγοτραγουδάς, να παραμιλάς… Στην τελευταία του συναυλία, στο Θέατρο Βράχων, όταν του έκλεισαν τα μικρόφωνα στις δώδεκα παρά, δήλωσε απειθαρχία. Κατέβηκε στον κόσμο συνεχίζοντας χωρίς ρεύμα… Κι όταν οι διοργανωτές τού εξήγησαν ότι πρέπει να σταματήσει, γιατί ο εισαγγελέας που έχει ένα σπιτάκι δίπλα στο θέατρο θα πάρει την αστυνομία, τότε χωρίς σκέψη αποφάσισε να συνεχίσει τη νυχτερινή μονοήμερη περιοδεία του. Επόμενη στάση: Σύνταγμα.
Εκατοντάδες νεολαίοι που τον ακολούθησαν από το Βράχων συνενώνονται με όσους έχουν ξεμείνει στην πλατεία Συντάγματος μετά τη λήξη της Ημέρας Μουσικής. Στήνεται ένα αυθόρμητο μεταμεσονύχτιο πάρτι μπροστά από τη Βουλή με πεντακόσια και πλέον άτομα. Αδιανόητο. Όταν οι εύζωνοι αρχίζουν να ενοχλούνται, το πάρτι μεταφέρεται στην πλατεία ώς τις 5 το πρωί. Τόσος ήταν ο ενθουσιασμός γι’ αυτήν τη διαφορετική μουσική νυχτιά, που την επόμενη μέρα έχει ήδη στηθεί στο facebook το group «Ήμουν κι εγώ στη συναυλία στο Σύνταγμα», ενώ τα βιντεάκια που έχουν ανεβάσει είναι πραγματικά ξεσηκωτικά.
«Δεν μπορώ να συνέλθω ακόμα. Είδα τόσα πολλά χαμόγελα, τόσους χαρούμενους και συγκινημένους ανθρώπους!» μου λέει ο Σπύρος Γραμμένος τέσσερεις μέρες μετά. Τον συναντώ στα Εξάρχεια και μέχρι να έρθει ο καφές, τον παρατηρώ: παλιός γνώριμος από τα φοιτητικά χρόνια στα Γιάννενα. Δεν έχει αλλάξει: μαυροντυμένος με τις κόκκινες τιράντες του, το σαρδόνιο χαμόγελό του, τα πιπεράτα αστεία του, τον (αυτο)σαρκασμό του και μια γλυκιά –αδιόρατη με την πρώτη ματιά– ευαισθησία.
Μια μέρα, λοιπόν, τον Αύγουστο του 2009, κι αφού τα βροχερά Γιάννενα δεν τον χωρούσαν πια, έβαλε τα πάνινα παπούτσια του, πήρε υπό μάλης την κιθάρα του, μάζεψε τα τραγουδάκια του και κατέβηκε στην καυτή Αθήνα. «Θέλει θράσος να έρθεις στην Αθήνα με στόχο να μπεις στο χώρο της μουσικής και να κάνεις κάτι χωρίς κονέ» μου λέει. «Όμως στάθηκα τυχερός, γιατί αρκετοί εκτίμησαν αυτό που κάνω. Μάλιστα, εδώ βρήκα και πολλούς καλούς φίλους από το χώρο που μου συμπαραστάθηκαν: ο Πάνος Μουζουράκης, ο Λεωνίδας Μπαλάφας, ο Γιώργος Μυλωνάς, ο Ζακ Στεφάνου, η Βασιλική Καρακώστα και τόσοι άλλοι που σίγουρα ξεχνάω».
Όλοι όσοι μου αναφέρει ανέβηκαν στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων στις 21 Ιουνίου για το χατίρι του και για την παρουσίαση του δίσκου του «Λίγο πριν τα… τιράντα» (πλήρως εικονογραφημένη έκδοση με τα όμορφα σκίτσα της Νίκης Σφαιροπούλου). Η συναυλία σε τόσο μεγάλο ανοιχτό χώρο ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία: «Είχα τρελό άγχος. Έξω από τα καμαρίνια κάπνιζα, έπινα και σκεφτόμουν ότι σίγουρα τα αυτοκίνητα που βλέπω αραγμένα έξω από το θέατρο είναι ανθρώπων που έχουν έρθει να παίξουν στα παρακείμενα γηπεδάκια ποδοσφαίρου».
Δεν ήταν, όμως, έτσι… Γύρω στα 2.000 άτομα πήγαν στη συναυλία ενός πρωτοεμφανιζόμενου, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται πολλά υποσχόμενου καλλιτέχνη – και, το πιο σπουδαίο: η αλληλεπίδραση... ο κόσμος καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας γελούσε, τραγουδούσε, χόρευε, ένιωθε...
Και μετά; Τα σχέδια του Σπύρου για το καλοκαίρι είναι μια μεγάλη τουρνέ σε όλη την Ελλάδα… από παγκάκι σε παγκάκι. Από τις 4 Ιουλίου θα φορτώσει τα μπαγκάζια του και θα πάει σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Κρήτη, ΒΑ. Ελλάδα) για να δώσει συναυλίες σε… παγκάκια. Σκέφτομαι ότι αστειεύεται, αλλά απτόητος «φλυαρεί» για τα σχέδιά του: «Λόγω της οικονομικής κρίσης, που έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα, θα κάνω ένα τουρ χύμα. Θέλω να έρθει ο κόσμος να δει τη δουλειά μου χωρίς εισιτήριο. Θα έχω απλώς ένα καπέλο για να βγάζω τις βενζίνες». Κι όλα αυτά με περίσσιο επαγγελματισμό, αφού το πρόγραμμα θα είναι μιάμισης ώρας, ενώ υπάρχει σοβαρή περίπτωση να τον πλαισιώνουν ανά πόλη κι άλλοι καλλιτέχνες.
Αφού είναι τόσο χύμα, «ποια είναι η γνώμη του για τις δισκογραφικές εταιρείες και τη βιομηχανία της μουσικής;» – τον ρωτάω, μήπως λίγο τον στριμώξω. «Οι δισκογραφικές είναι κερδοσκοπικά γουρούνια», λέει απτόητος, «η δισκογραφία δεν πεθαίνει, τη δολοφονούν αυτοί που ασχολούνται μαζί της. Τα CD θα έπρεπε να κάνουν 4-5 ευρώ, αλλά έχουν φτάσει σε αστρονομικά ποσά και τα φράγκα δεν τα παίρνουν οι καλλιτέχνες αλλά οι δισκογραφικές». Το «Λίγο πριν τα… τιράντα», που μόλις μου αγόρασε (τι άλλο θα κάνει;), κοστίζει 11-13 ευρώ. Αρκετά από τα τραγούδια του τα δίνει ελεύθερα στο ίντερνετ, ενώ υπόσχεται ότι μόλις το CD εξαντληθεί θα το αναρτήσει όλο στο διαδίκτυο.
Και η γνώμη του για την οικονομική κρίση, τη λιτότητα και το ΔΝΤ; «Αν δεν φτάσουμε στο μηδέν, αν δεν καταστραφούν τα πάντα δεν πρόκειται να ανθίσει το λουλούδι» λέει κοφτά. Κι εκεί, μέσα στη ζέστη και τη ραστώνη του μεσημεριού, θυμάμαι τους στίχους από τον «Κουκουλοφόρο» του: «Μαμά, μπαμπά, είμαι κουκουλοφόρος, (...) μαμά, μπαμπά, στην τσάντα έχω στουπί. Ποιος έχει τη βενζίνη; Ποιος έχει την ευθύνη; (…) Μαμά, μπαμπά, τις τράπεζες βαρούσα – τις έβριζες κι εσύ». «Γιατί το έγραψες;» ρωτάω. «Ήταν η καλλιτεχνική μου αντίδραση απέναντι σε όλα όσα έλεγαν οι τηλεοράσεις τον Δεκέμβρη του 2008». «Πήρες ξεκάθαρα θέση» διαπιστώνω. «Με όλα τα τραγούδια μου παίρνω θέση. Οι καλλιτέχνες το κάνουν αυτό από παλιά: στη χούντα, ας πούμε, πήγαιναν στο Παρίσι κι έγραφαν. Έτσι κι εγώ θα πάω στις Σεϋχέλλες και θα γράφω τραγούδια για την επανάσταση που θα γίνει στην Ελλάδα».



fashion addiction