D.I.Y. - Fashion
Της Ελένης Ψυχούλη
Share |
 Σ’ αυτήν την παραμυθένια γωνιά της γης η εφοπλιστίνα και η τηλεφωνήτρια ψώνιζαν από τις ίδιες κρεμάστρες, μέσα από ένα οικονομικό παράδοξο που κανένας ΔΝΤ οικονομολόγος δεν μπόρεσε ακόμα να εξηγήσει. Εσχάτως, ωστόσο, λιγότερο η εφοπλιστίνα και περισσότερο η τηλεφωνήτρια ανακάλυψαν το «τέρμα τα λάχανα». Και, επιτέλους, τα ψώνια μας απόκτησαν λίγο αλατοπίπερο.
 
 
 
Η τηλεοπτική Τατιάνα, ντυμένη άψογα μέσα σε κάτι επώνυμο του κουτιού, καλεί στο στούντιο την εθνική Βάνα Μπ. Δεν θα μιλήσουν για τα καλλιτεχνικά σχέδια της σταρ. Είναι εδώ για να προσπαθήσουν να πείσουν τις απανταχού άφραγκες πως δεν είναι καθόλου αμαρτία, πολιτικώς ανορθόδοξο, γυφτιά, ντεμοντέ ή ντροπή το να ψωνίζεις τα περσινά Prada των 1.700 ευρώ με 60 φέτος στα εκπτωτικά καταστήματα. Η Βάνα, που on camera έχει ήδη επισκεφθεί κάποιο από δαύτα στα δυτικά προάστια, ανακαλύπτοντας με μέγιστη έκπληξη πως –ναι!– υπάρχουν παιδικά σορτσάκια με 5 ευρώ σ’ αυτήν τη γη, κάτι πάει να υποστηρίξει, αλλά, αίφνης, σαν να μην της βγαίνει: «Είμαστε πολύ κακομαθημένες, χρυσή μου» αποφαίνεται. Η Τατιάνα, που βλέπει το θεματάκι της να ναυαγεί, θέτει το βαρυσήμαντο, καυτό ερώτημα: «Δεν είναι ύποπτο που τόσα χρόνια πληρώναμε 1.000 και 2.000 ευρώ για κάτι που τώρα αγοράζεις με 100 ή με 10;» αναρωτιέται η υπέρκομψη.
 
Παρόλο που παινεύεται την ευρωπαϊκή της ταυτότητα, η νεόπλουτη γενιά της νεότερης Ελλάδας βίωσε στα χρόνια της αφθονίας το απόλυτο τριτοκοσμικό θεώρημα «είμαι ό,τι πληρώνω». Όσο πιο ακριβή η τσάντα τόσο πιο «κάτι» κι εγώ. Κι ενώ η κομψότερη ράτσα του πλανήτη, οι Γαλλίδες, γνωρίζουν κυτταρικά σχεδόν πως το στυλ δεν μετριέται σε μηδενικά και ψωνίζουν από τις αμερικάνικες αγορές, θεωρώντας ντροπή και όνειδος να βγάλουν σε κοινή θέα το λογότυπο του παντελονιού τους, οι Ελληνίδες στήνονταν ουρές σε λίστες αναμονής για τσάντες των χιλιάδων ευρώ που θα φτουρούσαν στο παζάρι της ανεγκέφαλης επιφάνειας για μία μόνο σεζόν.
 
Η κρίση, όμως, δεν ξεκίνησε τα περσινά Χριστούγεννα – τότε, δηλαδή, που την ανακάλυψαν τα δελτία των τοπικών ειδήσεων για καραμέλα. Οι Ευρωπαίοι, χρόνια τώρα, από τη δεκαετία του ’80 για την ακρίβεια, βιώνουν σταδιακά το στένεμα που για ολόκληρες κοινωνικές ομάδες μεταφράζεται σε ασφυξία. Τα μπαζάρ, τα παζάρια της γειτονιάς, οι ανταλλακτικές αγορές, τα swaps, που ανταλλάσσουν από λάπτοπς και ψυγεία μέχρι μακαρόνια και σαλάμια που οδεύουν στη λήξη τους, είναι μια καθημερινή πραγματικότητα για τον Ευρωπαίο, που λόγω καθολικισμού βίωνε πάντα το ταμπού της ύλης, την οποία δεν πετάμε ποτέ και κοιτάζουμε πώς θα την αποκτήσουμε με το ελάχιστο κόστος. Εξάλλου, τα καταστήματα των μεγάλων οίκων στα κέντρα των μητροπόλεων σπάνια άκουγαν στα ταμεία τους την τοπική διάλεκτο. Οι Chanel και οι Prada τα ράφια τους τα γέμιζαν για τις γυναίκες από την Ιαπωνία και την Αραβία και εσχάτως για τις Κινέζες και τις Ελληνίδες. Γειτονιές ολόκληρες και αποκεντρωμένες, όπως η Alesia του Παρισιού ή τα περίχωρα του Μιλάνου, στέγαζαν τα στοκατζίδικα-μαμούθ από τα οποία ψώνιζε η ντόπια κομψή όταν ήθελε να βρει ένα παλτό που θα άντεχε «για πάντα».
 
Η γενιά τω 500 ευρώ, οι απανταχού απολυμένοι, οι άνεργοι, οι νέοι που είχαν δουλειά και την έχασαν και εκείνοι που δεν τη βρήκαν ποτέ, ξύπνησαν την Ωραία Κοιμωμένη αυτής της χώρας που λέγεται Ιδέα. Η αφραγκία κούρδισε τα μυαλά, οι φίλοι συσπειρώθηκαν, η επιβίωση έκανε το θαύμα της: οι νέες γενιές παραιτήθηκαν από την ψεύτρα και χρεοκοπημένη ιδέα του κρατικού βολέματος και αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Δεκάδες παιδιά ανακάλυψαν το ταλέντο τους στη χειροτεχνία και βάλθηκαν να φτιάχνουν μπλουζάκια, κοσμήματα, ρούχα και γκατζετάκια γενικώς, τα οποία πωλούνται έναντι τιμών της φτήνιας που τρώει τον παρά, σε μπαζάρ που ανακοινώνονται σαν κομήτες, σε εναλλακτικούς χώρους του κέντρου. Κι ενώ κάθε επώνυμο κατάστημα αποκτά το μηνιαίο του μπαζάρ που σκοτώνει την τσάντα ώς και 70%, αφιερώνοντας ταυτόχρονα και μια μόνιμη γωνιά σε τιμές-για-φτωχούς, τεράστια ντεπό στις παρυφές της πόλης ανοίγουν και μας περιμένουν με όλα τα καλά σε τιμές «πάρε κόσμε», μεταμορφώνοντας επιτέλους την Αθήνα σε κανονική μητρόπολη.
 
Ο free-press και ο εβδομαδιαίος Τύπος δεν προλαβαίνουν να ανακοινώνουν τα μπαζάρ της εβδομάδας, και καθότι μπαζάρ σημαίνει παζάρι, επιτέλους η πόλη μας συμφιλιώνεται με την ανατολίτικη ταυτότητά της. Η οποία, λόγω της εξέλιξης και τηρουμένων των αναλογιών και των αποστάσεων, ντύνεται με Max Mara, ισορροπεί πάνω σε Louboutin και ψωνίζει αφόρετες μπότες του Alaia σε τιμές «δεν το πιστεύω». Τα μπαζάρ αποκτούν σήμα κατατεθέν και ονοματεπώνυμο. Ονόματα όπως το Meat Market και το Dezaar ήδη κυκλοφορούν σαν φίλοι από τα παλιά στα στόματα των υποψιασμένων καταναλωτών.
 
Πέρα από την ακρίβεια και το άδειο πορτοφόλι, η αγορά τού σήμερα έχει να αντιμετωπίσει κι ένα άλλο πρόβλημα: την τεράστια μάζα της ύλης που συσσωρεύτηκε τα χρόνια του καταναλωτισμού. Όμως, «το δικό σου σκουπίδι μπορεί να είναι ο δικός μου παράδεισος». Η Δόξα Γκλαβά και η Ήρα Σπαγαδώρου, εμπνεύστριες του Dezaar (Designers Bazar), είναι η έμπρακτη απόδειξη της οικονομικής θεωρίας που μας διαβεβαιώνει πως από αυτό το σκοτεινό τούνελ θα την σκαπουλάρουν μόνον όσοι έχουν πρωτότυπες ιδέες, παίρνουν την τύχη στα χέρια τους και γυρίζουν την πλάτη στο βόλεμα και τα αφεντικά, όσοι ρισκάρουν και προσφέρουν υψηλές υπηρεσίες σε χαμηλές τιμές και το τρανό παράδειγμα για το ότι μια παρέα μπορεί να κάνει θαύματα σε οποιαδήποτε εποχή, αν στηρίξει με πάθος και μεθοδικότητα –πες το και marketing– τις ιδέες της.
 
Τα δυο κορίτσια «χτυπούν» σε τακτά διαστήματα, με αγορές που άλλοτε περιλαμβάνουν κοσμήματα καλλιτεχνών, άλλοτε τα άπαντα της ανακύκλωσης κάθε φιλικής γκαρνταρόμπας, άλλοτε είδη σπιτιού και χρηστικά αντικείμενα καμωμένα από καλλιτέχνες. «Άσχετα με την κρίση», λέει η Ήρα, «πάντα έβρισκα τα πράγματα εξαιρετικά ακριβά. Το θέμα είναι να εκπαιδεύσεις το κοινό ώστε να αναζητά αντικείμενα υψηλής αισθητικής αξίας χρηστικά, μοναδικά αντικείμενα που θα δώσουν μιαν άλλη διάσταση σε έναν χώρο με τη σφραγίδα κάποιου καλλιτέχνη, σε low budget τιμές». Η Δόξα, πάλι, χρόνια φλέρταρε με την ιδέα των swaps και των μπαζάρ, «η κρίση ήταν η αφορμή, αλλά και η κατάλληλη στιγμή» για να κάνει το όραμα πραγματικότητα. Αφού «ο κόσμος ούτε θα σταματήσει να ψωνίζει ούτε θα πάψει να αναζητά αντικείμενα με αισθητική».
 
Στα μπαζάρ τους ανακαλύπτεις και μιαν άλλη διάσταση, που αλλάζει ριζικά την άποψη που είχαμε για τα ψώνια. Όχι πια ξινές πωλήτριες, όχι πια αποστειρωμένες κρεμάστρες. Εδώ όσοι ψωνίζουν γίνονται μια παρέα, το κάθε κορίτσι θα δώσει ειλικρινά τη γνώμη του στο άλλο στις πρόβες, το «κατάστημα» κερνάει βυσσινάδα και κουβέντες, μπορεί να είναι 12 τη νύχτα κι εσύ ακόμη να προβάρεις γόβες κι όλα μοιάζουν σαν πάρτι, το κάθε φόρεμα έχει μια δική του προσωπική ιστορία, σαν καταναλωτική γιορτή μιας ανακύκλωσης που ανοίγει νέους ορίζοντες στο εναλλακτικό εμπόριο.



fashion addiction