DIY - Jazz
Του Λεωνίδα Αντωνόπουλου [Leonidas@world-music.gr]
Share |
Τουλάχιστον η μισή –και σίγουρα η καλύτερη– ιστορία της σύγχρονης μουσικής ηχογραφήθηκε και εκδόθηκε από ανεξάρτητες εταιρείες που έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και συνδύαζαν το «κάν’ το μόνος σου» με το «κάν’ το για όλους». Με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Θυμηθείτε μερικές: Blue Note, Verve, Chess, Motown, Stax, ακόμη και η Atlantic. Καθεμιά με τον δικό της, αποκλειστικό ήχο. Ύστερα ήρθαν οι κολοσσοί, αγόρασαν τους καταλόγους των μικρών, επέβαλαν επιχειρηματικούς κανόνες στο καλλιτεχνικό προϊόν, δημιούργησαν σημεία και τέρατα, σφράγισαν μια ολόκληρη εποχή και αργά αλλά σταθερά αποχωρούν σήμερα από το προσκήνιο, αφήνοντας τη μουσική ξανά στα χέρια εκείνων που την αγαπούν πραγματικά. Η λαίλαπα επισκίασε αλλά δεν εξαφάνισε τις ανεξάρτητες εταιρείες που επέμειναν στο «πρώτα η μουσική». Και με τη νέα τεχνολογία να λύνει τα χέρια όσων θέλουν να δοκιμάσουν την τύχη τους, είτε με έναν δίσκο είτε με μια εταιρεία, και κυρίως να λύνει τα χέρια των μουσικών, η λογική του do it yourself επιστρέφει θριαμβευτικά έχοντας κερδίσει τη μάχη με την ποιότητα και την άποψη.

Στην Ευρώπη…

Δεν μπορώ να σκεφτώ πιο φωτεινό παράδειγμα ανεξάρτητης εταιρείας που επί 40 χρόνια άντεξε στη μάχη των πολυεθνικών, έφτιαξε και επέβαλε αισθητική άποψη και υψηλή ποιότητα στις παραγωγές, στήριξε (και στηρίχθηκε) από τα μεγαλύτερα ονόματα της τζαζ, έκανε υψηλές πωλήσεις και ήταν προϊόν του οράματος (και της μονομανίας) ενός ανθρώπου. Την ECM, του Μάνφρεντ Άιχερ, με έδρα τη Γερμανία. Πολλά μπορείς να καταλογίσεις στην ECM και τους δίσκους της, ότι συχνά είναι συντηρητικοί, πληκτικοί, μουντοί, ότι ο υπερβολικός μινιμαλισμός τους τους βγάζει εκτός εποχής… αλλά δεν μπορείς να μην παραδεχτείς ότι είναι μία νησίδα υψηλής αισθητικής και ποιότητας, ότι έχει σηκώσει πολύ ψηλά τον πήχη της τζαζ και της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής, ότι ανέδειξε πολλούς από τους σημαντικότερους μουσικούς που έχουν περάσει από την τζαζ σκηνή και ότι αγνοώντας τις επιταγές της μόδας δημιούργησε τη δική της, κλασική, μόδα και παράδοση.

Ξανασκέφτομαι πόσο δραματικά φτωχότερη θα ήταν η τζαζ χωρίς την ECM και πόσο πολύ θα μου έλειπε η μουσική συγκίνηση που ένιωσα ακούγοντας τους δίσκους της όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν όσα χρόνια ακούω μουσική. Τα ξανασκέφτομαι όλα αυτά καθώς παίζει τώρα το «Jasmine», το ντουέτο δύο πολύ μεγάλων μουσικών: του πιανίστα Keith Jarrett και του μπασίστα Charlie Haden. Πέρασαν περισσότερα από 30 χρόνια από τότε που ηχογράφησαν μαζί για τελευταία φορά και είναι ο πρώτος δίσκος που κάνει ο Jarrett, επίσης τα τελευταία 30 χρόνια, με κάποιον μουσικό άλλον από τους Gary Peacock και Jack DeJohnette, δηλαδή το «Standards Trio» του. Και είναι εξολοκλήρου ηχογραφημένος στο σπίτι του, από τον ίδιο, μέσα σε τέσσερεις μέρες, όπου ο Haden φιλοξενήθηκε μαζί με τη γυναίκα του, απλά και φιλικά και χωρίς τη φιλοδοξία να κυκλοφορήσουν σώνει και καλά ένα άλμπουμ. Αυτό συνέβη τον Μάρτιο του 2007 και πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια συζητήσεων και προβληματισμού για το τι θα έκαναν με αυτές τις ηχογραφήσεις. Ο Jarrett παραπονιόταν ότι ο ήχος του μικρού του στούντιο ήταν αρκετά «στεγνός» και είχε προτιμήσει να παίξει σε ένα αμερικάνικο Steinway πιάνο, «παρότι δεν ήταν και στην καλύτερη κατάσταση», όπως γράφει στο σημείωμα που συνοδεύει το «Jasmine». Τελικά, ο Haden τον έπεισε να το κάνει και να επιλέξει τα κομμάτια που θα έβγαιναν. Εκείνος ήταν, άλλωστε, η αφορμή να ξαναβρεθούν, όταν του ζήτησε να συνεισφέρει στα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ αφιερωμένου στον Haden (το «Rambling Boy» του Reto Caduff). To «Jasmine», λοιπόν, που μόλις κυκλοφόρησε από την ECM, είναι μαγευτικό. Ερωτικές μπαλάντες και τζαζ στάνταρντ, τρυφερά και με έμφαση στη λεπτομέρεια παιγμένα, ένας διαφορετικός δίσκος από όσους έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα ο Jarrett, που όμως δεν θα μπορούσε να τον είχε κάνει κανένας άλλος. Και ένας δίσκος που, αν και πολλές εταιρείες θα τον ήθελαν, δεν θα μπορούσε να υπάρξει εάν δεν υπήρχε η ECM.

…και στην Αμερική

Το, στα όρια του υπαρξιακού, ερώτημα είναι βέβαια εάν στις ανεξάρτητες εταιρείες είναι η εταιρεία που δημιουργεί τον ήχο ή ο παραγωγός. Όσο κι αν στην περίπτωση της ECM η εταιρεία ταυτίζεται με το πρόσωπο (τον Μ.Άιχερ), σε άλλες, αγαπημένες για τον ήχο τους και την προσήλωση στη μουσική εταιρείες η λογική είναι αυτή μιας μικρής ομάδας (αλλά όχι κολεκτίβας, γιατί η άσκηση του ισοδύναμου δημοκρατικού δικαιώματος οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση) που συνεργάζεται με τους καλλιτέχνες και τους παραγωγούς που εκτιμάει. Έχω στο μυαλό μου την περίπτωση της Anti –που το μότο της είναι: «Real artists creating great recordings on their own terms» (αληθινοί καλλιτέχνες δημιουργούν σπουδαίες ηχογραφήσεις με τους δικούς τους όρους). Εννοούν δηλαδή, και έχουν δίκιο, τον Tom Waits, τον Nick Cave, τους Antibalas, τη Bettye LaVette, τον Mose Allison, αλλά και τον Daniel Lanois, τη Marianne Faithfull, τη Mavis Staples και τον Booker T. Και έχω και στο μυαλό μου ταυτόχρονα τον παραγωγό Joe Henry ο οποίος κυκλοφορεί τους δίσκους του στην Anti- και υπογράφει μερικές από τις καλύτερες παραγωγές της. Εδώ ο σκοπός δεν είναι να ανοίξεις μία χαραμάδα στη μουσική και σιγά σιγά να την πλατύνεις και να τη βαθύνεις, αλλά να δώσεις μία άλλη εκδοχή στην καλλιτεχνική δημιουργία και την παραγωγή μιας ηχογράφησης, η οποία να εστιάζει στην τέχνη του κάθε μουσικού και όχι στο καλύτερο πλασάρισμά του στην αγορά. Η Anti- (ως καλό παράδειγμα την αναφέρω) πιάνει το νήμα εκεί όπου το εγκαταλείπουν οι μεγάλες εταιρείες και το τραβάει ώς το τέρμα.
Ακούστε το εντυπωσιακό και γεμάτο blues feeling και ποίηση καινούργιο άλμπουμ του Joe Henry “Blood From Stars” (με τη συμμετοχή του πιανίστα Jason Moran, του κιθαρίστα Marc Ribot και του ντράμερ Jay Bellerose μεταξύ άλλων) και ακούστε και το πρωτότυπο, καίτοι βασισμένο σε μία τετριμμένη ιδέα, «Interpretations: The British Rock Songbook», το νέο άλμπουμ της Bettye LaVette γεμάτο διασκευές γνωστών ροκ τραγουδιών της περίφημης «βρετανικής εισβολής» στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’60, όπου η έμφαση δίνεται στην πρώτη λέξη: «interpretations» – «ερμηνείες». Είναι η επανάσταση του αυτονόητου, όπου «αυτονόητο» σημαίνει μουσική φτιαγμένη από τους μουσικούς.



fashion addiction