

Το μανιφέστο του Punk είναι ότι επέτρεψε στον καθένα να αποτύχει φαντασμαγορικά.
Οι εκδόσεις Μεταίχμιο σε συμπαραγωγή με το MOJO Magazine παρουσιάζουν την
ελληνική έκδοση μιας ακτινογραφίας του πιο παράξενου παρακλαδιού της rock μουσικής με τίτλο «PUNK Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ». Tα κείμενα του βιβλίου
παρουσιάζουν τη δυναμική της τριαντάχρονης πορείας του Punk, αντλημένα από τα αρχεία των MOJO, Q και Sounds, δίνουν φωνή στα συγκροτήματα, τους οπαδούς, τους
δημοσιογράφους και τους φωτογράφους που βίωσαν την εποχή και υπήρξαν μάρτυρες
της και προσφέρουν σε μας τη δυνατότητα να κάνουμε μια βουτιά στα γεγονότα που
οδήγησαν στη γιγάντωση αυτού του ιδιαίτερου μουσικού φαινομένου.
Το Punkξεκίνησε και παραμένει η μουσική του περιθωρίου. Είναι η ζωντανή ιστορία νέων ανθρώπων στην Αγγλία, την Αμερική, την Αυστραλία απογοητευμένων από το τότε σήμερα της ροκ μουσικής και της κοινωνίας γενικότερα, που θέλησαν να κάνουν μια αλλαγή. Μια ανάγκη για αλλαγή που εκπορευόταν από τη γνήσια θέληση του ανθρώπου για το καινούργιο, το ανεξερεύνητο και την ασήκωτη και πολύπλοκη δομή ενός συστήματος που δε χωρούν πάντα όλοι. Clash, Sex Pistols,New York Dolls, Damned, Ramones και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν, έστω και εν αγνοία τους στην αρχή, να χαράξουν μια καινούργια γραμμή στο χώρο της rock μουσικής και κουλτούρας και κατέληξαν να κάνουν μια τομή. Γρήγορη, άναρχη, απορριπτική μουσική. Δίλεπτες και τρίλεπτες ξυραφιές στα αυτιά ανθρώπων που είχαν, κατά πως φάνηκε, ακριβώς αυτό ανάγκη κι ακόμα έχουν. Καμμένοι ενισχυτές, σπασμένα ποτήρια, συχνά σε κεφάλια, αλλά και νέες ιδέες πάνω στην τέχνη. Πολύ μίσος, απέχθεια, βία, κυνικοί κι ειλικρινείς στίχοι. Αλκοόλ, ναρκωτικά αλλά και φιλίες μπορούν να δώσουν μια γεύση του τι εστί Punk. Ένα πρωτόγνωρο κίνημα βασισμένο στην εξέλιξη μιας βιομηχανικής, καπιταλιστικής κοινωνίας και ατελείωτων ουρών μπροστά από ταμεία ανεργίας.
Μοναδικές προσωπικότητες, συχνά, αν όχι μόνιμα
αυτοκαταστροφικές έδωσαν ένα νέο μήνυμα. «Εκραγείτε». Τόσο απλά. Το χάσμα
ανάμεσα στις σχολές Καλών Τεχνών και το δρόμο είχε γεφυρωθεί. Το Punk απέδειξε περίτρανα πως
οι βαθυστόχαστες και πρωτόγνωρες μουσικές αναζητήσεις κι αποτελέσματα των
δεκαετιών ?60 και ?70 δεν έδιναν την απάντηση σε όλα. Κι αυτό διότι οι άνθρωποι
συχνά αποζητούν το εξοργιστικά απλό κι απέριττο, γιατί μέσα από αυτό βιώνουν
την απλοϊκή πλευρά της φύσης τους που καταπιέζεται από την πολυπλοκότητα που οι
ίδιοι επιβάλλουμε στους εαυτούς μας. Γι? αυτό ένα μεγάλο κομμάτι μιας νέας γενιάς
γενιά βρήκε στις απλές συγχορδίες του punk απαντήσεις που δε φανταζόταν καν. Κι ευτυχώς όχι μόνο αυτοί
αλλά κι εμείς!
24/4 1976
Οι Sex Pistols στο "El Paradise"
Η μαύρη μπογιά στους τοίχους θα
έπρεπε να ξεφλουδίζει περισσότερο, το πάτωμα να κολλάει πιο πολύ.
(...) Η είδηση για τη συγκέντρωση
έχει διαδοθεί από στόμα σε στόμα. Τα μεσάνυχτα το μέρος είναι γεμάτο. Πουθενά
τζιν με καμπάνες. Πιο κατάλληλα είναι τα δερμάτινα ρούχα, και ακόμα καλύτερα τα
ολόμαυρα. Άτομα που δεν έχουν συμπληρώσει τα 30, έφηβοι με πρωτότυπη εμφάνιση
και διάφοροι που συχνάζουν στο "SEX". Όλοι αυτοί έχουν
βαρεθεί τη νοσταλγία. Επιθυμούν την πρόοδο. Θέλουν ένα rock 'n' roll που να ταιριάζει στο 1976. Αυτά τα
κριτήρια τα πληρούν απόλυτα οι Sex Pistols.
Ανεβαίνουν στη μικροσκοπική σκηνή. Σχεδόν δεν έχουν χώρο να κινηθούν μπροστά
από τους ενισχυτές τους. Παίζουν δυνατά, γρήγορα, με ενεργητικότητα. Είναι
φοβεροί. Δεν ενδιαφέρονται για όμορφα τραγούδια και μελωδίες. Τον κιθαρίστα Steve Jones δεν τον απασχολούν τα σόλα.
Επιλέγει μία συγχορδία και την παίζει με ένταση. Ωστόσο το ότι απηχούν το
μουγκρητό της βιομηχανικής εποχής δεν σημαίνει ότι παίζουν άτσαλα. Παρόλο που
παλιότερες μαρτυρίες τους ήθελαν να έχουν πρόβλημα με τον χρόνο τους, o Glen Matlock (μπάσο) και ο Paul Cook (ντραμς) φαίνεται ότι έχουν περάσει χαλινάρι στο θηρίο, και μιλάμε για
πραγματικό θηρίο στη πραγματική μορφή του. Αυτή η αύρα του απρόβλεπτου και της
βίας κάνει τους Sex Pistols ακόμη πιο αιχμηρούς».
1-21/9 1976
Το Φεστιβάλ Punk του «100 Club»
«Είχα κλείσει τους Pistols στο «100 Club» αρκετές φορές τους προηγούμενους μήνες και είχε αρχίσει να
έρχεται κόσμος από κόσμος από το Μάντσεστερ, το Πλίμουθ, το Νιουκαστλ. Είχαν
έρθει κυνηγοί ταλέντων από όλες τις μεγάλες εταιρείες, αλλά το έπαιζαν υπεράνω.
Τότε σκέφθηκα ότι χρειαζόταν ένα φεστιβάλ για να βάλει το punk στον χάρτη. Εκείνη την εποχή ήμουν ανεπίσημα μάνατζερ των Damned και κατάφερα να εξασφαλίσω τη βοήθεια του Malcolm MaLaren επειδή ήξερε πολλά άλλα συγκροτήματα, κυρίως τους Pistols».
Caroline Coon(δημοσιογράφος)
«Όταν έμαθα για το φεστιβάλ, είπα
στο Melody Maker ότι σκόπευα να το
καλύψω. Δεν τους άρεσε. Ήταν όμως προφανές ότι εκεί θα φαινόταν αν όντως
συνέβαινε κάτι καινούριο ή όχι. Κανείς δεν ήξερε αν υπήρχαν αρκετά συγκροτήματα
που να συνιστούν ένα πραγματικά νέο κίνημα. Μην ξεχνάμε ότι δεν υπήρχαν punkδίσκοι ακόμη. Οι Pistols και οι Clashδεν είχαν καν υπογράψει συμβόλαιο με εταιρεία».
Siouxsie Sioux
«Υπήρχε μία κενή θέση και ο Malcolm είπε: «Χρειαζόμαστε άλλο ένα συγκρότημα». «Έχουμε συγκρότημα» του είπα. Δεν
είχαμε. Την επόμενη μέρα κάναμε μία πρόβα με τον Sid Vicious στα ντραμς, τον Maco Pirroni και τον Steven (Severin). Είχαμε δει πρόσφατα το "The Cry of the Banshee" στην τηλεόραση και η λέξη «banshee» μου είχε φανεί φοβερή».
Ramones
Παρά την αυξανόμενη πνευματική κληρονομιά των Ramones, ο Joey (Ramone) δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευσή του για την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα στις ελπίδες του για την τύχη του συγκροτήματός στην Αμερική και στα πραγματικά νούμερα. Ωστόσο μία μέρα έδειξε να αντιλαμβάνεται ότι η συνεισφορά των Ramones δε βασιζόταν στο ότι ξεχώριζαν, αλλά στο ότι συνέβαλαν να διατηρηθεί κάτι.
«Δεν είμαστε παρά ένας κρίκος στην αλυσίδα». «Πάντα έλεγα
ότι είναι ωραίο να βλέπεις πως προχωράει το πράγμα από γενιά σε γενιά.
Ενθουσιάζομαι όταν βλέπω το όνομά μας να αναφέρεται μαζί με τόσα άλλα. Κανένα
όμως από αυτά τα ονόματα δεν είναι τόσο σημαντικό όσο η ίδια η αλυσίδα. Κάναμε
κάτι καινούργιο, αλλά προσπαθούσαμε να κρατήσουμε κάτι ζωντανό, και τα
καταφέραμε. Συνεχίζεται ακόμη».
(Πηγή: Mojo Magazine)
«Για μένα το punk δεν ξεκίνησε το 1976, αλλά το 1971, όταν διάβασα για πρώτη φορά το αμερικανικό rock περιοδικό Creem. Ο δημοσιογράφος Dave Marsh ισχυρίζεται ότι επινόησε τη φράση «punk-rock» σε μία κριτική που έγραψε στο περιοδικό για μία συναυλία των ? & The Mysterians στα τέλη του 1971. Όμως αυτός που πήρε τον όρο και δημιούργησε μία ολόκληρη αισθητική γύρω από αυτόν ήταν ο επίσης δημοσιογράφος του Creem Lester Bangs. Κατά τον Bangs και τους πιστούς του, το punk-rock γεννήθηκε το 1963, όταν οι Kingsmen από το Σιάτλ ανέβηκαν στο Νο1 της Αμερικής με το απολαυστικά ηλίθιο «Louie, Louie», ανδρώθηκε με τη μαζική εμφάνιση συγκροτημάτων που έπαιζαν τρεις συγχορδίες και σημείωσαν μία πρόσκαιρη επιτυχία στα μέσα της δεκαετίας του ?60, και έφτασε στο απόλυτο απόγειό του με τους εμπορικά αποτυχημένους MC5 και Iggy& The Stoogesαπό το Μίσιγκαν».
Malcom McLaren για το Punk
Αυτή η νέα μόδα, αυτός ο νέος τρόπος σκέψης, χρειαζόταν τη
δική του μουσική ταυτότητα για να ζωντανέψει, και από το πλήθος ξεχώρισαν
τέσσερα άτομα. Παίρνοντας το όνομα εν μέρει από το μαγαζί μου, το «SEX», πρόσθεσα στη συνέχεια
τη λέξη «Pistols».
Αναζητούσα κάτι με σεξουαλικά υπονοούμενα, ένα όνομα που θα μπορούσε να
χρησιμεύσει σαν μεταφορά. Και ιδού ένα συγκρότημα, οι Sex Pistols, που θα γκρέμιζε
-
όπως και έκανε- όλα αυτά που δε μας άρεσαν, και στην περίπτωση μας αυτό σήμαινε
τα πάντα. Φυσικά ήταν πολύ άγριο φαινόμενο για να χαλιναγωγηθεί, και μόλις
βγήκε στο προσκήνιο επεκτάθηκε στο κατασκότεινο Soho, ύστερα στα κλάμπ και, τέλος, σε
κάθε σχολή Καλών Τεχνών της χώρας. Ξεκινώντας από ένα μικρό κατάστημα στην King?s Road, είχαμε δημιουργήσει
τους δικούς μας κώδικες για τη ζωή, τους δικούς μας νόμους, τη δική μας
ταυτότητα. Με άλλα λόγια, είχαμε δημιουργήσει την υποδομή για μια εναλλακτική
κοινωνία.
«Εκείνο το βράδυ οι New York Dolls ήταν αναιδείς, δυνατοί και μαστουρωμένοι.(...) Ωστόσο αυτό που πραγματικά είχε συμβολική διάσταση ήταν η punk συμπεριφορά του Johnny Thunders. Ο κιθαρίστας φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν με μια νεκροκεφαλή και δύο σταυρωτά κόκαλα στην πλάτη, έπαιζε με μια άσπρη κιθάρα και απέπνεε θρασύτητα σε ύψιστο βαθμό. ΟJohnny Thunders τα έγραφε όλα στ' αρχίδια του καλύτερα απ' όλους. Η ολέθρια φήμη του εδραιώθηκε όταν το συγκρότημα πήγε στο Παρίσι. Στο αεροδρόμιο Orly o Thunders έκανε εμετό δίπλα στους δημοσιογράφους που τους περίμεναν και που θεώρησαν ότι η ναυτία του ήταν σύμπτωμα της ερωτοτροπίας του με την ηρωίνη, εκδήλωση της νοσηρότητας των Dolls. Όπως είπε ο ρυθμικός κιθαρίστας Sylvain Sylvain: «Μας έγραψαν όλες οι εφημερίδες. Οι Dolls έφτασαν στη Γαλλία και είναι διεστραμμένοι, ναρκομανείς, αδερφές».(...)
Οι Dolls επιδόθηκαν στους συνηθισμένους θεατρινισμούς τους, εξοργίζοντας την εταιρεία
τους με τη φρικτή ασυνέπεια και τη μεθυσμένη συμπεριφορά τους. Το αποκορύφωμα
της εξόρμησης τους στην Ευρώπη ήταν μια συναυλία στο «Bataclan», στο Παρίσι. Ο επικεφαλής των
τεχνικών του συγκροτήματος Peter Jordan εξιστορεί: «όλο το κοινό ήταν άντρες. Άρχισαν να χορεύουν κυκλικά, σαν μια
πρώιμη μορφή του mosh.
Έτρεχαν γύρω, γύρω χτυπώντας ο ένας τον άλλο και φώναζαν «Άντε γαμήσου». Οι
μπράβοι άρχισαν να τους χτυπάνε στο κεφάλι με ξύλα. Μπλέχτηκε κι ο Johnny, και κάποιος την έφαγε
στο κεφάλι. Ήταν μια τυπική punk συναυλία. Ο Sylvain Sylvain παρακολουθούσε ανήσυχος από τη σκηνή: «Δύο τύποι που κάθονταν μπροστά από τον Johnny άρχισαν να τον
φτύνουν. Αυτός ανταπέδωσε. Τα φτυσίματα έγιναν κλοτσιές, κι εκείνοι πέταξαν
κάτι, οπότε πήρε τη βάση του μικροφώνου και τους την πέταξε στα μούτρα. Έπειτα
από αυτό ο τύπος κι οι φίλοι του μας χίμηξαν, κι αναγκαστήκαμε να το βάλουμε
στα πόδια».
(Πηγή: Mojo Magazine)
Ατάκες
Johnny Rotten, Sex Pistols
Mark Perry, φανζίν «Sniffin'
Glue»
Billy Idol, Generaton X.
Pete Shelley, Buzzcocks
Debbie Harry, Blondie
Patti Smith






