Red Hot Chili Peppers
Του Γιώργου Παπαθωμά
Share |

Roadtripping στο Βελιγράδι για τη συναυλία των Red Hot Chili Peppers


Beograd
... Άσπρη Πόλη

... μας είπε ότι σημαίνει, η Σέρβα που συναντήσαμε στην έξοδο της συναυλίας. Και δεν εννοούσε άσπρη πόλη από τα χιόνια του χειμώνα, αλλά από την καθαριότητα. Έτσι κι αλλιώς ο χειμώνας που πέρασαν οι Βελιγραδιώτες δεν ήταν και ιδιαίτερα βαρύς. Η πόλη ήταν όντως καθαρή, τουλάχιστον τα κομμάτια που προλάβαμε να δούμε. Η Σέρβα πάντως, την ώρα που μας εξηγούσε τι σημαίνει η λέξη Beogradχαμογελούσε ειρωνικά. «Που να δεις και την Αθήνα» έλεγα από μέσα μου, «το μαύρο...grad».

Το Βελιγράδι εκτός από καθαρό είναι και πολύ όμορφο, με μία βαλκανική σύνθεση κτιρίων του 18ου, 19ου και 20ου αιώνα, οθωμανικών κατασκευών, κτιρίων μοντέρνας αρχιτεκτονικής και κτιρίων κομμουνιστικής προέλευσης και κατασκευής. Όλα όμως είναι ιδιαίτερα  προσεγμένα, πράγμα που σε κάνει να απορείς για τις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας, των οποίων τα περισσότερα κτίρια έχουν την όψη κοτετσιού. Αυτό που κάνει ακόμα πιο περίεργα τα πράγματα είναι ότι το Βελιγράδι, εκτός ίσως από χιλιοτραγουδισμένη πόλη, είναι και χιλιοβομβαρδισμένη. Ξεκινώντας από τον αγώνα των Σέρβων εναντίον των Οθωμανών κάπου στα 1810, όταν η πόλη και η χώρα άλλαζαν χέρια μεταξύ ντόπιων, Αυστροούγγρων, Οθωμανών και δεν ξέρω και `γω ποιων άλλων, συνεχίζοντας στον πρώτο παγκόσμιο και πριν από αυτόν, περνώντας από το δεύτερο παγκόσμιο όταν βομβάρδισαν την πόλη, πρώτα οι Ιταλοί και μετά οι Γερμανοί, μέχρι ισοπέδωσης για παραδειγματισμό, για να φτάσουμε λίγο πριν την αλλαγή του αιώνα όταν οι αμερικάνικοι πύραυλοι κατέστρεφαν τα σέρβικα κτίρια. Ίσως τελικά η ιστορική πορεία των κτιρίων του Βελιγραδίου δείχνει τη μοναδική διέξοδο για τα κτίρια πόλεων όπως η Αθήνα. Ένας βομβαρδισμός θα τα σώσει.

 Εμάς βέβαια η αρχιτεκτονική λίγο μας ένοιαζε. Εμείς του Peppers είχαμε πάει να δούμε. Και μιας και μας συνδέει ξηρά με τη Σερβία, ποιος καλύτερος τρόπος από το να πάρουμε το αυτοκίνητο και να φτάσουμε εκεί οδηγώντας. Η συναυλία ήταν στην Indija (μια περιοχή ανάμεσα στο Βελιγράδι και το Νόβισαντ), την Τρίτη, οπότε ξεκινήσαμε την Παρασκευή, μπας και προλάβουμε να δούμε και τίποτα στο δρόμο.

Το σχέδιο ήταν έτοιμο. Αναχώρηση την Παρασκευή το μεσημέρι, διανυκτέρευση Θεσσαλονίκη, το επόμενο πρωί Σκόπια και καλώς ήλθατε στη Σερβία. Όπως όλα τα καλά σχέδια, έτσι και αυτό παρείχε ευελιξία. Πάλι καλά, δηλαδή, που δεν πήγαμε μέσω Βαρσοβίας. Το βράδυ της Παρασκευής μείναμε σ' ένα χωριό δίπλα στην Κερκίνη και το επόμενο πρωί μπήκαμε στο νεότερο μέλος της Ε. Ε., τη Βουλγαρία. Περάσαμε πρώτα από το φαρουεστικό Σαντάνσκι. Το Σαντάνσκι, σύμφωνα με αυτά που μας έλεγαν Σερραίοι, πριν χρόνια ήταν ένα μικρό χωρίο. Όταν κατέρρευσε ο κομμουνισμός κι άρχισαν να πηγαινοέρχονται Έλληνες, το χωριό μεγάλωσε, έγινε κωμόπολη και γέμισε παράνομα μπαρ που μπορούσες ν' αγοράσεις από λαθραία Nike Air μέχρι όπλα. Δε μείναμε να το διαπιστώσουμε. Συνεχίσαμε να οδηγούμε σε αυτό που οι ταμπέλες χαρακτήριζαν εθνική οδό. Δρόμος δύο λωρίδων αντίθετης κίνησης, με όριο το ιλιγγιώδες νούμερο των 60χλμ/ ώρα. Οδηγώντας όμως στη Βουλγαρία, είδα το πρώτο σημάδι του πόσο μοιάζουν οι βαλκανικοί λαοί μεταξύ τους. Κάθε φορά που είχε μπλόκο των τροχαίων στο ρεύμα μας, οι οδηγοί του αντίθετου ρεύματος ξετίναζαν την μπαταρία του αυτοκινήτου παίζοντας μανιασμένα τα φώτα. Σκέτη Αθηνών-Πατρών.

Φτάσαμε Σόφια και κατευθυνθήκαμε στη λεωφόρο Βίτοσσα. Είναι το κεντρικό σημείο της Σόφιας με μαγαζιά, καφετέριες κτλ. Την προηγούμενη φορά που ήμουν στην ίδια λεωφόρο, πριν κάτι χρόνια, είχαν σκοτώσει ένα μαφιόζο, πυροβολώντας τον από την απέναντι πολυκατοικία. Τώρα όμως υπήρχε κάτι διαφορετικό στον αέρα. Κάτι ευρωπαϊκό. Μόνο όμως στον αέρα, γιατί στη γη τα πράματα απ' ό,τι είδα ήταν ίδια και απαράλλαχτα, όπως οι μισθοί των Βούλγαρων, οι ζητιάνοι στους δρόμους και οι άνθρωποι που πουλούσαν τα παλιά πράγματά τους για να επιβιώσουν. Σταματήσαμε γι' ανεφοδιασμό σε βενζίνη και βότκα η οποία ήταν απαραίτητη για να μας βοηθήσει να καταστρώσουμε το νέο μας σχέδιο. Επειδή όλα τα καλά πράγματα είναι απλά κι επειδή η βότκα «βαράει» το μεσημέρι, το σχέδιο περιορίστηκε στη φράση «Ντουγρού για Βελιγράδι». Αυτό που μας απασχολούσε ήταν κάποιες πληροφορίες που μας έδωσε μια Βουλγάρα φίλη για τα σύνορα Σερβίας ? Βουλγαρίας, ότι δηλαδή μπορεί να μας καθυστερήσουν επίτηδες, μήπως και δώσουμε κανά λάδι κτλ. Ο Σέρβος 50άρης αστυνομικός στα σύνορα, που έμοιαζε βγαλμένος από ταινία του Κουστουρίτσα, ήταν ακριβώς το αντίθετο. Πλησιάζοντας τη συνοριακή γραμμή, μέσα στη μεσημεριανή ζέστη, διακρινόταν μια φιγούρα με στολή, να στηρίζεται με τον αριστερό ώμο στο φυλάκιο κοιτώντας το υπερπέραν. Κρατούσε μια σφραγίδα και φορούσε ένα τεράστιο δαχτυλίδι. Περάσαμε δίπλα του, με σχεδόν μηδενική ταχύτητα, όταν με μια κίνηση του χεριού και συνεχίζοντας να κοιτάει το υπερπέραν μας φώναξε ένα υπηρεσιακό «Εεεεε!!!!» και μας έκανε με το χέρι να διανύσουμε τα δύο μέτρα που τον είχαμε προσπεράσει, όπισθεν. Όπως διαπίστωσα, όταν του έδινα τα διαβατήρια για να τα σφραγίσει, το ταξιδιάρικο βλέμμα του πρέπει να οφείλονταν στη ρακί που είχε καταναλώσει. Κατόπιν πετάχτηκε έξω ένας τελωνειακός για να προλάβει να μας χαιρετήσει στα ελληνικά, «Γεια σας». «Μας ψάξαν και στα σφραγίσματα», όπως είπε και ένας συνοδοιπόρος, γελώντας.

Μπαίνοντας Σερβία διαπιστώνεις ότι είναι (ή ήταν) πιο προηγμένη από τη Βουλγαρία. Εθνικός δρόμος με διαχωριστική νησίδα ανάμεσα, κτίρια περιποιημένα κτλ. Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να κάνουμε ένα μπάνιο γιατί η θερμοκρασία είχε ανέβει αρκετά. Το ποτάμι που έτρεχε δίπλα στο δρόμο έμοιαζε η καλύτερη λύση. Στρίψαμε αριστερά και πέσαμε πάνω σε  κλειστή σιδηροδρομική διάβαση, καθώς από στιγμή σε στιγμή θα περνούσε τραίνο. Η μία στιγμή έφερε την άλλη, η άλλη ένα τέταρτο και την τελευταία στιγμή σώθηκε η υπομονή μας. Οι μπάρες κλείναν μόνο το ένα ρεύμα του δρόμου, οπότε δύο μας ακροβολίστηκαν στις άκρες της διάβασης και εκπληρώνοντας ένα από τα πιο δημοφιλή παιδικά όνειρα, τροχονομήσαμε τα αυτοκίνητα που περίμεναν. Μετά τα ευχαριστώ από τους μπαϊλντισμένους Σέρβους οδηγούς, εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο φύλακας της διάβασης και άρχισε να φωνάζει λες και του κλέψαμε την πελατεία. Policia έλεγε και μας έκανε με τα χέρια ότι θα μας γράψουν. Το ίδιο κάναμε και `μεις. Κατεβήκαμε στο ποτάμι και πέσαμε μέσα, μαζί με άλλους ντόπιους δίπλα σε ένα μπαράκι της κακιάς ώρας, που έμοιαζε όμως τέλειο.

Σε λιγότερο από 3 ώρες ήμασταν Βελιγράδι. Η πρώτη άποψη ήταν αρκετά καλή. Αυτό που εντυπωσιάζει, ιδιαίτερα έναν κάτοικο της Αθήνας, είναι το πράσινο, τα πάρκα και τα δασάκια που υπάρχουν μέσα στην πόλη. Για να το θέσω καλύτερα, δεν είναι τα δασάκια και τα πάρκα μέσα στην πόλη. Η πόλη είναι μέσα στο δάσος. Ανεβήκαμε στο κάστρο του Βελιγραδίου, το οποίο είναι απίστευτο. Είναι σε απίστευτο σημείο, ακριβώς στο σημείο που ενώνεται ο Δούναβης με το Σάβα, αρκετά ψηλά ώστε να βλέπεις τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Οθωμανοί μουσουλμάνοι το χρησιμοποιούσαν, εκτός από οχυρό και σα χώρο διαλογισμού. Ψάξιμο για ξενοδοχείο, που θα αφήσουμε τ' αμάξι και άλλα τέτοια κατανάλωσαν το χρόνο μας μέχρι να μπούμε κάτω από το ντους και να ξεχυθούμε στην πόλη. Μπαίνοντας στο πρώτο μπαρ, είχα την εντύπωση ότι μπήκαμε σε ταινία, αφού ξαφνικά εμφανίστηκαν τέσσερις δίμετροι χτιστοί τύποι, με το χέρι στο εσωτερικό του σακακιού, σήκωσαν μια παρέα που κάθονταν σε ένα τραπέζι και στήθηκαν στις τέσσερις άκρες του. Κατόπιν εμφανίστηκε ένας τυπάκος με γλοιώδες παρουσιαστικό και μαλλιά μαζί με μια πλατινέ τύπισσα και έκαστε στο τραπέζι. Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε.

Τα ξενοδοχεία, όπως και όλα τα υπόλοιπα στη Σερβία, από καφετέριες μέχρι μπακάλικα, είναι αρκετά φτηνά. Γυρνώντας από δω κι από κει, διαπίστωσα δύο πράγματα. Οι Σέρβοι είναι αρκετά ευγενικοί, ιδιαίτερα με τους ξένους και ακόμα πιο ιδιαίτερα με τους Έλληνες. Εκτός από ευγενικοί είναι και ψηλοί. Πολύ ψηλοί. Όλοι και όλες. Κοντοί (ή αλλιώς φυσιολογικοί για μας) ήταν μόνο οι τσιγγάνοι που γυρνούσαν δεξιά και αριστερά πουλώντας γυαλιά και αρώματα.

Την επόμενη συναντήσαμε τον Μπράνκο, τον Σέρβο που μας είχε βρει τα εισιτήρια για τη συναυλία. Ο Μπράνκο είναι μουσικός και πολύ καλός τύπος. Μαζί του είδαμε τα βομβαρδισμένα από το ΝΑΤΟ κτίρια (τα οποία δεν ανακατασκευάζουν) και ακούσαμε από πρώτο χέρι μια περιγραφή για το πως περνούσαν οι Σέρβοι στους βομβαρδισμούς. Τις πρώτες μέρες, μας έλεγε, ήταν όλοι φοβισμένοι. Μετά όμως αφού όλα ήταν κλειστά και κανείς δεν ήξερε τι του ξημέρωνε, οι δρόμοι μετατράπηκαν σ? ένα συνεχές πάρτι. «Οι γεννήσεις αυξήθηκαν κατακόρυφα, μετά τον πόλεμο» μας επισήμανε και χωθήκαμε στο μπαρ  καράβι, πάνω στο Σάβα. «Καλή μουσική, ωραία θέα, φτηνά ποτά, αν έχετε και θάλασσα έρχομαι να μείνω» του είπα».


 Η αρπαχτή...

Ξεκινήσαμε το μεσημέρι, μετά από μία μέρα, για την Indija. Φτάσαμε το απογευματάκι στο σημείο που ήταν η σκηνή και καμιά 70αριά χιλιάδες κόσμου. Μπαίνοντας μέσα σου έκανε εντύπωση ο αριθμός των αστυνομικών και ειδικά αυτών που ήταν δίπλα στους μαυραγορίτες που πουλούσαν εισιτήρια και μπύρες. Δεν ήταν απλώς δίπλα, αλλά κουβέντιαζαν κιόλας Πιο πέρα ήταν τα περίπτερα που πουλούσαν μπύρες. «Με έξι μπύρες παίρνεις δώρο μια αναμνηστική μπλούζα» μας είπε ένας Σέρβος.«Με τις ίδιες έξι, if you know what I mean» συμπλήρωσε. Αγοράζοντας έξι και επιδεικνύοντας τες από διαφορετικό πρόσωπο κάθε φορά, τσακώσαμε τέσσερα μπλουζάκια και ψιλομεθυσμένοι μπήκαμε να δούμε επιτέλους τους Red Hot Chili Peppers να τα σπάνε μπροστά στο σέρβικο κοινό. Φτάνοντας στην είσοδο πέσαμε σε κάτι σεκιουριτάδες όμως, που δεν μας άφηναν να πάρουμε τις μπύρες μέσα. «Ε, άμα είναι έτσι θα τις πιούμε όλες εδώ» τους είπαμε και αράξαμε δίπλα σε κάτι άλλους σεκιουριτάδες που λουφάρανε. Οι τύποι αυτοί αποδείχθηκαν πολύ καλά παιδιά. Μας έδωσαν πληροφορίες για το που μπορούσαμε να στήσουμε το βράδυ και να κοιμηθούμε, αν χρειαζόταν, ανταλλάξαμε μπύρες και μου έλυσαν την απορία πως γίνεται να συνυπάρχουν Σέρβοι και Κροάτες μέσα στην ίδια σκηνή. Αρκετό ποσοστό του κοινού δεν ήταν από Σερβία. Υπήρχαν αρκετοί Ούγγροι, Κροάτες, Σλοβένοι, Σκοπιανοί, Βούλγαροι και κάτι ελληνικά ψιλά. Ήμασταν στο κέντρο των Βαλκανίων. Κάναμε κανά δυο βόλτες κι ανεφοδιαστήκαμε με το απαραίτητο αλκοόλ. Άρχισε η νύχτα να πέφτει, τα συγκροτήματα τελείωναν τις παραστάσεις και όλοι αδημονούσαν να δουν τους Peppers. Κάποια στιγμή βγήκανε και έγινε το σώσε. Η μεγαλύτερη συναυλία που είχα παρακολουθήσει ήταν 40.000 ατόμων, οι 70 χιλιάδες όμως αλλάζουν τα δεδομένα. Όλο το συγκρότημα χοροπηδούσε στη σκηνή, το κοινό έκανε το ίδιο στην αρένα και τα decibel ξεπερνούσαν τα όρια. Είναι πάντως αρκετά ψυχεδελικό ή καλύτερα, αρκετά βαλκανικό να ακούς 70.000 κόσμο, να τραγουδάει Dream of Californication, όταν πριν από λίγα χρόνια, οι περισσότεροι απ? αυτούς, ένοιωσαν την ...Californication των Αμερικάνων στο πετσί τους.  Και τη νοιώθουν ακόμα, αν σκεφτεί κανείς ότι το 70% των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας είναι στο Κοσσυφοπέδιο. Οι Peppers έπαιξαν αρκετά από τα γνωστά τους κομμάτια, όταν στη μία ώρα και κάτι συναυλίας, το συγκρότημα εξαφανίστηκε από τη σκηνή, χωρίς ούτε καληνύχτα. Το κοινό άρχισε να γιουχάρει, οι μπροστινοί πετούσαν πλαστικά μπουκάλια στους τεχνικούς που μάζευαν τα μηχανήματα και ξαφνικά έπιασε και μια καλοκαιρινή μπόρα, ξεκινώντας το θέατρο του παραλόγου. Ο κόσμος έτρεχε να μπει κάτω από τις τέντες. Αυτό όμως, μάλλον δεν άρεσε στους σεκιουριτάδες που θέλανε να τελειώνουν και να πάνε σπίτια τους, έτσι μαζεμένοι σε αγέλες, σφύριζαν με τις σφυρίχτρες τους να διώξουν τον κόσμο έξω από το χώρο της συναυλίας. Αρκετοί όμως θα έφευγαν με τρένα και λεωφορεία που έφευγαν αργότερα και δεν είχαν που να πάνε για να προφυλαχθούν από τη βροχή. Δεν ήθελε και πολύ και κάποια στιγμή ήρθαν στα χέρια με τους σεκιούριτι. «Πάμε να φύγουμε, μην τυχόν και βρέξει κοτρόνες...» είπε κάποιος και φύγαμε για το αυτοκίνητο, ελπίζοντας να φύγουμε και να κοιμηθούμε καθοδόν. Μάταια. Μείναμε εγκλωβισμένοι στο πάρκινγκ για 4 ώρες!! Κάποια αυτοκίνητα γυρνούσαν εδώ και εκεί ψάχνοντας διέξοδο, άλλοι είχαν σταματήσει και κοιμόνταν μέσα, νερό δεν υπήρχε για δείγμα, οι τροχονόμοι κι οι αστυνομικοί είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και όλοι δείχνανε ότι η κατάσταση είναι κάτι το συνηθισμένο. Μένοντας πιστοί στο τελικό μας σχέδιο, αποφασίσαμε να το ακολουθήσουμε και να κάνουμε ό, τι μας κατέβει. Κατά τις 4.00 το πρωί ξεκινήσαμε για πίσω, μέσω Σκοπίων αυτή τη φορά. Κατά το μεσημέρι πίναμε καφέ στη Θεσσαλονίκη οδηγώντας ακατάπαυστα. Κατά το απόγευμα της επόμενης μέρας έγραψα αυτό το κείμενο.     



fashion addiction