Camnedat *
* Σαμιζντάντ = Ο αυτοσχέδιος και παράνομος Τύπος σε περιόδους ύφεσης και παρακμής.
Του Βαγγέλη Δαβιτίδη
Share |

Ένα μικρό παιδί πηγαίνει κάποτε για πρώτη φορά στο βουνό σε ένα δάσος.

Οποιοσδήποτε από εμάς λογικά υπήρξε αυτό το παιδί ανεξάρτητα αν έχουμε ενδεχομένως πια απωλέσει την ικανότητα ανάκλησης της μνήμης της πρώτης επίσκεψης. Ανάμεσα στον παχύ και διάτρητο ίσκιο των πεύκων, τα μάτια του αντικρίζουν για πρώτη φορά εικόνες οι οποίες μεταμορφώνονται από χάρτινες ή ψηφιακές αναπαραστάσεις σε απτή πραγματικότητα. Τα πάντα είναι πρωτόγνωρα. Οσφρίζεται την υγρασία των πεσμένων φύλλων, αφουγκράζεται το ελεύθερο κελαΐδισμα χωρίς να βλέπει κάποιο κλουβί, ακουμπά τα αγριολούλουδα και ύστερα κοιτάει τα χέρια του που έχουν γίνει χρωματιστά για πρώτη φορά δίχως να έχει χρησιμοποιήσει τις ξυλομπογιές ή τους μαρκαδόρους του, βλέπει ένα περίεργο μικρό ζωάκι με φουντωτή ουρά όρθιο στα δυό του πόδια να τρώει ένα βελανίδι, προσπαθεί να το πλησιάσει τρέχοντας για να παίξει μαζί του, πέφτει κάτω και το αριστερό του γόνατο ματώνει. Το αίμα του βάφει μερικές τούφες γρασίδι από πράσινες πορφυρές και το παιδί αντί να φωνάξει για βοήθεια βλέπει για πρώτη φορά το χρώμα που ποτέ του δεν έχει ξαναδεί. Πορφυρό βαθύ πράσινο. Το ξόρκι που δημιουργεί αυτή η αναπάντεχη ανάμιξη απελευθερώνει μια νεράιδα από αυτές που μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο στη φαντασία του υπήρχαν. Είναι πιο μικρή ακόμα και από την παλάμη του, τα διάφανα φτερά της όμως είναι τόσο μεγάλα όσο ο καρπός του. «Σσσσς, αν δε θέλεις να εξαφανιστώ, μη βγάλεις άχνα. Ακολούθησέ με.»

Το παιδί σηκώνεται και αντί να τρομάξει ή να πανικοβληθεί, ακολουθεί με έξαψη τα φτερουγίσματα. Παρέα φτάνουν σε ένα ποτάμι. Στην απέναντι όχθη ένα πλάσμα με ψηλά λεπτά πόδια και καλλίγραμμη φιγούρα δροσίζεται, νοιώθοντας όμως την παρουσία του παιδιού, σηκώνει το κεφάλι σαστισμένο. Το παιδί αισθάνεται ότι η νεράιδα μιλάει με το πλάσμα σε μια διάλεκτο που το ίδιο αδυνατεί να καταλάβει. Η αλλόκοτη γλώσσα δεν αποτελείται από φθόγγους. Είναι κάτι ανάμεσα στη νοηματική και την τηλεπάθεια.
«Έχεις ξαναδεί ελάφι;» το ρωτάει η νεράιδα. Το παιδί και το ελάφι μένουν να κοιτιόνται στα μάτια για μερικές στιγμές. Το ένα θεωρεί το άλλο αρκετά υπολογίσιμο μέγεθος, ικανό για να το βάλεις στα πόδια ωστόσο και τα δύο δεν έχουν ιδέα προς ποια κατεύθυνση. Μένουν να κοιτάνε το ένα το άλλο σα να θέλουν να φτιάξουν μια γέφυρα πάνω από το ποτάμι.

«Ελένηηηηηη», ακούγεται ξαφνικά μια μητριαρχική κραυγή πίσω από το λόφο σπάζοντας την κρυστάλλινη ισορροπία του βλέμματός τους. Το παιδί αισθάνεται τσακωτό με τα δάχτυλά του βουτηγμένα στο μέλι και το ελάφι σα να άκουσε το γάργαρο κελάρυσμα του ποταμού να γίνεται θρύψαλα. Τώρα ξέρουν και οι δύο προς ποια κατεύθυνση πρέπει να τρέξουν.

«Καταραμένα ξωτικά, πάλι βάλατε το χεράκι σας», ακούγεται να ψιθυρίζει η νεράιδα καθώς χάνεται σε ένα πολύχρωμο σύννεφο σκόνης.

Μέσα στο αυτοκίνητο, κατά τη διάρκεια της επιστροφής στην πόλη, η μικρή Ελένη πέρα από τη γκρίνια για το ματωμένο της γόνατο θα ακούσει για πρώτη φορά τις λέξεις ?ή των συνδυασμό τους- «αναδάσωση, αντιπυρικές ζώνες, πυλώνες της ΔΕΗ, πολλά μποφόρ, υπεράνθρωπες προσπάθειες, μερική επιτυχία.» Λίγο αργότερα οι γονείς της θα πάρουν διαζύγιο. Η αθωότητά της ωστόσο είχε μείνει ούτως ή άλλως στα χέρια εκείνης της νεράιδας σε κείνο το βουνό το οποίο πια δεν υπάρχει. Έχει γίνει στάχτη. Και κάθε φορά που παραδίδεται στην πυρά και ένα άλλο βουνό και τα πυροσβεστικά αεροπλάνα δεν επαρκούν, εκείνη η ίδια νεράιδα με κάνει να κλαίω για να βοηθήσω λέει στην κατάσβεση?        

ΟΙΚΟΣ ΑΝ(Τ)ΟΧΗΣ

Κάθε μέρα πλέον γύρω στις 8.30 ανεβαίνω στην ταράτσα για να δω το ηλιοβασίλεμα και κάθομαι καμιά ωρίτσα χαζεύοντας τα χρώματα. Εκείνη την Πέμπτη όμως αντί για μενεξεδιές αποχρώσεις, είχαν πύρινες. Όταν πια σκοτείνιασε, μια καθόλου λεπτή, κόκκινη γραμμή οριοθετούσε σχεδόν το σύνολο της κορυφογραμμής της Πάρνηθας. Το μυαλό μου δεν το χωρούσε. Έτυχε να είμαι με δυό φίλους. «Παιδιά, πάμε πάνω να βοηθήσουμε, δε θα μείνει τίποτα», τους είπα. «Είσαι τρελός μου φαίνεται» η πρώτη αντίδραση. Μετά από πέντε λεπτά, τους ψήνω να πάρουμε την Πυροσβεστική Υπηρεσία.

«Χρειάζεστε εθελοντές; Είμαστε 3 άτομα για να βοηθήσουμε.»

«Βεβαίως, απλά πάρτε την τροχαία να σας πει ποιους δρόμους έχει αφήσει ανοιχτούς για πάνω».

Σε μισή ώρα ήμασταν στον 6ο πυροσβεστικό σταθμό, στους πρόποδες της Πάρνηθας αφού είχαμε περάσει τα μπλόκα της αστυνομίας δηλώνοντας εθελοντές. Ήμαστε 40 πυροσβέστες που έπαιζαν τάβλι και έτρωγαν σουβλάκια περιμένοντας εντολές ?οι οποίες δε θα ερχόντουσαν ποτέ- και 60 εθελοντές όλοι κι όλοι από μια πόλη πέντε εκατομμυρίων! Σε απόσταση αναπνοής βλέπαμε σαν άλλοι Νέρωνες το βουνό να καίγεται. Ο επικεφαλής ήταν πάνω στο Μοντ Παρνές και ο κόσμος την έπεφτε στον υποδιοικητή. «Άντε κάντε κάτι. Στείλτε μας πάνω. Όχι να προστατεύσουμε το καζίνο, αλλά το δάσος!» Η μόνη αντίδραση του υποδιοικητή ήταν να δώσει εντολή να κλείσουν οι πανύψηλες πόρτες από τις οποίες βγαίνουν τα πυροσβεστικά οχήματα για να μην προκαλεί το κοινό αίσθημα η θέα των έξι αραγμένων οχημάτων την ώρα που το βουνό πίσω μας καιγόταν. Μια ομάδα του ΕΔΑΣΑ (Εθελοντές Δασοπυροπροστασίας Αττικής) μάταια παρακαλούσαν τον υποδιοικητή να τους δώσει εντολές. Κανένας συντονισμός. «Εγώ δεν μπορώ να αφήσω το σταθμό μόνο του» μας είπε. «Είμαι εδώ αν πιάσει φωτιά κανά σπίτι στην περιοχή και αν τρακάρει κανένα αμάξι!» Και όλα αυτά στους πρόποδες της Πάρνηθας, έτσι; Η οργή των εθελοντών άρχισε να ξεχειλίζει. Είχε πλέον πάει μια η ώρα. Βλέπαμε ένα φιδάκι από κόκκινα φώτα να σέρνεται προς τα κάτω, σημάδι ότι τα  πυροσβεστικά οχήματα αποχωρούσαν από τη μάχη. Είχαν πλέον σηκώσει λευκή σημαία. Άλλωστε αυτή η μάχη χάθηκε από τη στιγμή που είχαν πιαστεί στον ύπνο αφήνοντας τη φωτιά να φτάσει από τα Δερβενοχώρια στις δυσπρόσιτες ορεινές χαράδρες της Πάρνηθας. Θα άφηναν τη φωτιά να κάψει ανενόχλητη όλο τα βράδυ μέχρι να ξημερώσει και να σηκωθούν τα αεροπλάνα. Έδωσα το τηλέφωνό μου στον υπεύθυνο του ΕΔΑΣΑ μήπως με χρειαστούν αργότερα και φύγαμε. Δεν κατάφερα να κλείσω μάτι. Και ευτυχώς γιατί το μόνο που θα έβλεπα στον ύπνο μου είναι να βρέχει στάχτες. Αλλά αυτό το είδαμε όλοι μας όταν ξυπνήσαμε το επόμενο πρωί. Άλλωστε μπορεί να μην άντεχα να το δω μόνος.  


Και κλείνω με ένα επίκαιρο ανέκδοτο:

Κλασσικά είναι ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας και το αεροπλάνο πέφτει στη ζούγκλα.

Αντί να πέσουν όμως σε ανθρωποφάγους πέφτουν σε ένα μπουρδέλο! Λέει ο Γερμανός: «Μπορώ να κάνω ένα τηλεφώνημα Γερμανία να έρθουν να με μαζέψουν οι δικοί μου;» «Βεβαίως, του απαντάνε, έχουμε και μετρητή.» Μιλάει πέντε λεπτά ο Φριτζ, «τι χρωστάω;» «1.000 ?»! Ζηλεύει κι ο Άγγλος. «Να πάρω και γω να έρθουν να με πάρουν;» «Μα φυσικά, καλέ μου κύριε» λέει η μαντάμ. Του βγαίνει και του Τζον ένα μπουγιουρντί κάπου 600 λίρες. Παίρνει και ο Έλληνας Αθήνα, αγχωμένος μη μιλήσει παραπάνω και του πιάσουν τον κώλο αλλά μέχρι να μάθει τα αποτελέσματα στο στοίχημα και τη μεταγραφολογία του Παναθηναϊκού, του Ολυμπιακού και της ΑΕΚ, τελικά το τρώει το πεντάλεπτο. Κάτωχρος ζητάει τη λυπητερή. «1 ευρώ», αποκρίνεται η τσατσά. «Μα πώς;» λέει εκείνος. «Καλέ μου κύριε, από μπουρδέλο σε μπουρδέλο πιάνεται αστική η χρέωση.»



fashion addiction