Λος Άντζελες
Κείµενο και φωτογραφίες του Ανδρέα Πετράκη
Share |
Σάββατο πρωί. Αρχές του Απρίλη, πρώτο έτος µετά ΔΝΤ. Οδηγώ από τα προάστια µε κατεύθυνση το κέντρο του Λος Άντζελες. Ο ουρανός έχει αρχίσει να συννεφιάζει. Περίεργο. Έχει κανείς την εντύπωση πως ο ήλιος δεν αφήνει ποτέ µόνη την πόλη των αγγέλων.


Οι δρόµοι είναι άδειοι. Παρκάρω στην Πέµπτη Λεωφόρο κι αποφασίζω να περπατήσω. Γρήγορα συνειδητοποιώ πως οι µόνοι µου συνοδοιπόροι είναι άστεγοι, ζητιάνοι και διάφοροι περιθωριακοί τύποι που µε κοιτούν κάπως παράξενα. Κατευθύνοµαι προς την Κεντρική Βιβλιοθήκη. Μπροστά από την είσοδο ορθώνεται ο πύργος της αµερικανικής τράπεζας. Το υψηλότερο κτήριο δυτικά του Μισισιπή. Τις καθηµερινές, η εικόνα σε αυτούς εδώ τους δρόµους, είναι διαφορετική. Τα αστραφτερά ατσάλινα κτήρια της Wells Fargo, της AΟN και των λοιπών πολυεθνικών γεµίζουν από γιάπηδες που καταφθάνουν µε τζιπ και λιµουζίνες, έχοντας σχεδόν πάντα το κινητό τους κολληµένο στο αφτί. Σήµερα, όµως, είπαµε, έχει συννεφιά και µε έκπληξη διαπιστώνω πως δυο-τρεις άστεγοι που συνάντησα λίγο πριν έµπαιναν κι αυτοί στη Βιβλιοθήκη.

Χτισµένη το 1926 από τον Μπέρτραµ Γκούντχιου, είναι µία από τις µεγαλύτερες δηµόσιες βιβλιοθήκες στον κόσµο αριθµώντας πάνω από έξι εκατοµµύρια τόµους. Ήθελα να δω από κοντά το µέρος που τη δεκαετία του ’40 αποτελούσε καταφύγιο για τον τότε νεαρό και µετέπειτα κορυφαίο αµερικανό ποιητή Τσαρλς Μπουκόφσκι, που το όνοµά του, ίσως όσο κανενός άλλου λογοτέχνη, είναι άρρηκτα συνδεδεµένο µε αυτήν την πόλη. 

Ανέβηκα κατευθείαν στον δεύτερο όροφο. Αφού ξεφύλλισα για κάµποση ώρα µερικά βιβλία ισπανικής λογοτεχνίας, έπεσα στο ράφι µε το έργο του Χένρι Μίλερ. Ανοίγω τον «Κολοσσό του Μαρουσιού», το µάτι µου πέφτει στην παρακάτω πρόταση: «The Greek knows how to live with his rags: they don’t utterly degrade and befoul him as in other countries Ι have visited» (ελληνιστί: Ο Έλληνας ξέρει πώς να ζει µε τα κουρέλια του: αυτά δεν τον υποβιβάζουν καθόλου ούτε τον ρυπαίνουν, όπως σε άλλες χώρες που έχω επισκεφθεί). Ανασηκώνοµαι, το ξαναδιαβάζω. Αυτά εν έτει 1939. Νιώθοντας λίγος για να αµφισβητήσω την οξυδέρκεια του Μίλερ, καταλήγω στο συµπέρασµα ότι (µαζί µε τη φτώχεια) κάποτε χάθηκε και η αξιοπρέπεια αυτού του λαού. Τώρα, που η φτώχεια γύρισε για τα καλά, ας κοιτάξει ο καθένας µας µέσα του, να δούµε τι µας έχει αποµείνει.


Στα µικρά αναγνωστήρια βλέπω µερικούς να κοιµούνται. Λίγο πιο πέρα ένας άνδρας, ρακένδυτος, διαβάζει κάτι µε ευλάβεια. Μυρίζει αλκοόλ, προσπαθώ από περιέργεια να δω τον τίτλο – µάταια όµως, καθώς έσκυβε σχεδόν µε όλο του το σώµα πάνω από το βιβλίο. Απ’ όσο µπορώ να θυµηθώ, στην Ευρώπη δεν έχω δει ποτέ άστεγο σε αναγνωστήριο βιβλιοθήκης. Όχι ότι έχει σηµασία, απλώς το αναφέρω.... Αρχίζω να περπατάω στους διαδρόµους. Δεν ξέρω τι ώρα είναι. Η αντίληψη του χρόνου µέσα στις βιβλιοθήκες µεταβάλλεται. Βγαίνω από την πίσω πλευρά στην Έκτη Λεωφόρο. Η πόλη έχει ξυπνήσει, κόσµος πολύς στους δρόµους.

Σ’ αυτήν τη γωνιά της πόλης το σκηνικό είναι διαφορετικό. Μερικά παλιά κτήρια χτισµένα από τούβλα, µε τις γνωστές µεταλλικές σκάλες κινδύνου στο εξωτερικό τους (από αυτά που βλέπει κανείς πιο συχνά στη Νέα Υόρκη), προσδίδουν µιαν αύρα από το παρελθόν. Στα ισόγειά τους ενεχυροδανειστήρια, µαγαζιά µε ρούχα, κοσµήµατα, σουβενίρ και ό,τι βάζει ο νους. Φτάνω στην οδό Μπρόντγουεϊ. Αρχίζει να ψιχαλίζει.

Στο απέναντι πεζοδρόµιο βλέπω έναν έγχρωµο άνδρα γύρω στα εξήντα, πολύ ψηλό και αδύνατο. Το µαύρο του παντελόνι είναι τέλεια σιδερωµένο µε την τσάκιση µπροστά. Είναι λίγο κοντό, ίσα που αφήνει τους αστράγαλους ακάλυπτους. Το ίδιο καλά σιδερωµένα και το άσπρο πουκάµισο µε το ροζ µεταξωτό γιλέκο κάτω από το µαύρο σακάκι που είναι ριγµένο στον έναν του ώµο. Τα ασπρόµαυρα λουστρίνια, τύπου wingtips, κι αυτά τέλεια γυαλισµένα. Φορά µαύρο καπέλο µε ένα κόκκινο φτερό στην αριστερή πλευρά. Κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις αόριστα και µονολογεί. Κάνει αναστροφή και µπαίνει στο ισόγειο του κτηρίου που βρίσκεται από πίσω του. Διαβάζω την επιγραφή... Clifton’s Cafeteria. Διασχίζω το δρόµο και µπαίνω µέσα ακολουθώντας τον.

Το πρώτο πράγµα που µου προκαλεί εντύπωση µπαίνοντας µέσα είναι η διακόσµηση, που µοιάζει µε σκηνικό παλιάς χολιγουντιανής ταινίας. Ψεύτικοι βράχοι και ψηλά κωνοφόρα δέντρα δηµιουργούν διάφορα επίπεδα στα οποία βρίσκονται τα τραπέζια, όπου µπορείς να πιεις κάτι ή ακόµη και να φας. Ανάµεσα σ’ αυτά, µικρά ρυάκια, ξύλινες καλύβες… προσπαθούν κι αυτά να συµβάλουν στη µίµηση του τοπίου.

Πηγαίνω και παίρνω έναν καφέ από τον µπουφέ και κάθοµαι στο τραπέζι δίπλα από τον άνδρα που είχα δει προηγουµένως. Έχει σερβιριστεί και τρώει. Από κοντά παρατηρώ πως του λείπουν όλα τα δόντια. Όλα, εκτός από ένα, που ακόµη στέκει στην αριστερή πλευρά της άνω γνάθου. Παρατηρώ, επίσης, ότι φοράει ένα χρυσό ρόλεξ και αρκετά χρυσά δαχτυλίδια. Προσπαθώ να καταλάβω τι είδους άνθρωπος είναι. Καταλήγω στο νταβατζής ή µουσικός. Δίπλα από την καρέκλα του βλέπω µία µεγάλη βαλίτσα. Σύντοµα διαπιστώνω πως είναι δική του. Αρχίζει να µου περνά από το µυαλό η τρελή σκέψη πως ίσως να είναι κι αυτός άστεγος. Η σκέψη ότι εκείνη η βαλίτσα κρύβει µέσα της όλη του τη ζωή ή, τουλάχιστον, το λιγότερο, τα υπόλοιπα υπάρχοντά του. Αυτή η εικασία µε ικανοποιούσε πιο πολύ απ’ όλες. Ήθελα να φαντάζοµαι πως, παρότι άστεγος, φορούσε πάντα τα καλά του, πλυµένα και τέλεια σιδερωµένα για τις δηµόσιες εµφανίσεις του. Δεν ξέρω πώς µπορεί να τα κατάφερνε, ούτε µε απασχολούσε ιδιαίτερα. Η ιδέα µού άρεσε και αυτό ήταν αρκετό.

Το φως ήταν λιγοστό. Οι λιγοστοί πελάτες έµοιαζαν µε σκιές. Ένα γκαρσόνι γύριζε από τραπέζι σε τραπέζι ρωτώντας εάν µπορεί να εξυπηρετήσει σε κάτι. Μία γριά µε σπασµωδικές κινήσεις σηκώθηκε και περπάτησε σιγά σιγά προς την έξοδο. Σκεφτόµουν τους Αµερικανούς που αγαπώ. Ναι, αγαπώ τους Αµερικανούς, τους αιρετικούς Αµερικανούς. Ίσως εκείνος ο ψαροµάλλης άνδρας µε το κάλυµµα στο δεξί του µάτι και τη µαύρη καµπαρντίνα στο βάθος να ήταν ο Νίκολας Ρέι. Καθόταν µε την πλάτη γυρισµένη προς εµένα και σηµείωνε κάτι πάνω στην εφηµερίδα. Απέναντί του κάθονταν ο Ντένις Χόπερ. Ιδρωµένος, φορώντας ένα καουµπόικο καπέλο έπινε πού και πού ουίσκι από ένα µπουκάλι που έκρυβε στο σακάκι του και ο εκκωφαντικός θόρυβος του αυτοκινήτου που περνούσε εκείνη την στιγµή απ’ έξω ήταν η Πόρσε 550 του Τζέιµς Ντιν που ξεκινούσε για το Σαλίνας, για το στερνό του ταξίδι.

Ένα κοριτσάκι περνάει τρέχοντας µπροστά από το τραπέζι µου φωνάζοντας τη µητέρα του. Δίπλα µου ο άνδρας µε τη βαλίτσα έχει φύγει. Στο κινητό µου βλέπω ένα µήνυµα από ένα φιλικό ζευγάρι που µε περιµένει για φαγητό στη Σάντα Μόνικα. Αφήνω δύο δολάρια στο τραπέζι και βγαίνω στο δρόµο.

Ο ήλιος έχει επιστρέψει. Ένα ουράνιο τόξο, µερικά σύννεφα και η τροµπέτα του Τσετ Μπέικερ µού κρατάνε συντροφιά κατά τη διάρκεια της διαδροµής.Κάθε πόλη έχει τα φαντάσµατά της, τα µυστικά της περάσµατα. Για να την αγαπήσεις πρέπει να ψάξεις να τα βρεις – ή, αλλιώς, να τα φανταστείς...


fashion addiction