Appleton Estate Stories
Αφηγείται ο Μανώλης Οικονόμου
Share |
Βίοι αγίων, δαιμόνων και πιθανότητα ανθρώπων

Καλωσορίζουμε στο πλήρωμα του Υποβρυχίου τον ραδιοφωνικό παραγωγό τού Εν Λευκώ Μανώλη Οικονόμου. Σε κάθε τεύχος ο Μανώλης, καθισμένος στο μπαλκόνι του κτήματος Appleton, ατενίζοντας τον ζεστό ήλιο των τροπικών να δύει και να δίνει τη θέση του στη νύχτα, μας διηγείται μια διαφορετική ιστορία με ένα ποτήρι ρούμι στο χέρι. Καθώς όμως ξετυλίγεις το κουβάρι των εξωτικών του ιστοριών, ανακαλύπτεις ότι στην πραγματικότητα δε διαβάζεις, αλλά ακούς τη γνώριμη φωνή του να σ’ τις αφηγείται…

Παρά τη σύντομη γνωριμία μας, καλλιεργήθηκε μεταξύ μας η άνεση και το θάρρος που με έκανε να τον ρωτήσω περισσότερα. Μου εξομολογήθηκε με φυσικότητα πως ήταν και είναι τα πάντα, πάντοτε, παντοιοτρόπως. Αλάτι στη θάλασσα αλλά και κόκκος του σε κλεψύδρα, εργαλείο που χάραζαν ιερογλυφικά, ιερέας, μάντης, αιρετικός όλων των θρησκειών που πιστεύτηκαν αλλά και απίστευτων, δοξάρι βιολιού μα και σκανδάλη όπλου και ξανά από την αρχή αέρας. Αέρας σε στόματα που μιλάνε, σε τρομπέτες που φυσάνε, αέρας που ταξιδεύει ιλιγγιωδώς μέσα σε καταιγίδα, αλλά και στάσιμος, και μετά πάλι ον. Και λοιπόν; Παρά την αιώνια, απαράμιλλη σε μέγεθος και ποιότητα γνώση, παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια ερμηνείας και ανάλυσης. Περιορίστηκε στην έρευνα για τα ξεχασμένα διπλά σύμφωνα. 

Όµως, γιατί; Τι οδήγησε αυτήν τη σπάνια, πολυδιάστατη οντότητα να επιλέξει µια τέτοια «σµίκρυνση» της υπόστασης και των δυνατοτήτων της; Άφησε να εννοηθεί πως άνθρωποι αδηφάγοι, ανικανοποίητοι, χαώδεις ρουφούσαν την αρετή και τη γαλήνη του πολύ πιο εξουθενωτικά από τα έντοµα που τον αποµυζούσαν όταν ήταν τροπικό λουλούδι. Θέλησα να τον µεταπείσω, επισηµαίνοντας την κωµική, τη διονυσιακά γελοία όψη που έχουν οι άνθρωποι όταν έχεις το κουράγιο να τους δεις έτσι. Του είπα ένα σωρό ιστορίες, θυµάµαι πιο πρόσφατα αυτή µε τον Νάσο, τον Τσιουρή και τον Κυριάκο.

Ο Νάσος ο ξενέρας, ένας τραγικός, απροσάρµοστος, ανέραστος νέος, άρπαξε την ευκαιρία µιας κάποιας κοινωνικής ενσωµάτωσης πριν από λίγα χρόνια. Έγινε emo που τον έλεγαν Jerry, µε laptop στην πλατεία Συντάγµατος και αφοσίωση στους κώδικες συµπεριφοράς και εµφάνισης. Όλη αυτή η εποχή είναι ασφαλώς παρελθόν, µαζί µε τις φάπες που δεχόταν µε στωικότητα από τους κάγκουρες. Αναζήτησε έναν λιγότερο πρωτότυπο µα σαφώς πιο διαχρονικό χώρο ένταξης, και έγινε ο Νάσος ο πειρατής. Ως χουλιγκάνος στην κερκίδα, µε µπουκάλι γεµάτο… περίεργες ουσίες, βιώνει αισθητά λιγότερη πλήξη και τρώει σαφώς λιγότερο ξύλο, ενώ γνώρισε και τη σκανδαλώδη εύνοια της τύχης για πρώτη φορά. Γνώρισε τον Τσιουρή το βλάχο, που τιµά µε το παραπάνω το προσωνύµιό του και, έτσι στερηµένος από µυαλό, εµπειρίες και εµφάνιση όπως είναι, κάνει τον Νάσο να φαίνεται σχεδόν cool!..

Επιθυµώντας να ανταποδώσει τη στήριξη και την αποδοχή του Νάσου, ο «βλάχος» τον βόλεψε επαγγελµατικά, βάζοντάς τον στη δουλειά που και ο ίδιος εξασκούσε. Ο Νάσος ο ξενέρας, ο πρώην Jerry o πειρατής, είναι πλέον δηµοτικός αστυνοµικός που κόβει κλήσεις παράνοµης στάθµευσης – µάλιστα, δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο γιατί είναι καινούργιος και θέλει να δείξει πως αξίζει το µισθό του.

Τα κίνητρα του Τσιουρή του βλάχου, όµως, είναι διαφορετικά. Ο Μποντλέρ είχε γράψει πως είναι κάποιου τύπου αρετή να γνωρίζεις ότι είσαι κακός, µα αυτό που είναι πραγµατικά ασυγχώρητο είναι να κάνεις το κακό από βλακεία. Ο Τσιουρής, κυριευµένος από ένα δαιµόνιο συµπυκνωµένης βλακείας ανάµεικτης µε κακία, µοίραζε κλήσεις για παρανοµίες που αυτός µόνον έβλεπε. 

Στο σηµείο αυτό ο συνοµιλητής µου, το µοναδικό αυτό ον, µε διέκοψε γελώντας, καθώς είχε πέσει κι εκείνος θύµα των δύο αυτών ανόητων! Μου είπε πως του ήταν αδύνατο να κατανοήσει, ακόµα και µε το µεγαλειώδες συµπαντικό πνεύµα του, τι παράβαση είχε κάνει.

Μου έδωσε χαρά το γέλιο του και συνέχισα, για να του γνωρίσω τον «καλό» της ιστορίας, τον Κυριάκο τον άντρα. Ο πανύψηλος και µποντιµπιλντεράς Κυριάκος, αν και ευκατάστατος επιχειρηµατίας, στο γυµναστήριο (µάλιστα!) φοράει κόκκινο µπλουζάκι µε σφυροδρέπανο και τα ξεχασµένα αρχικά CCCP σε άσπρο χρώµα. Το είχε φτιάξει στο Μινσκ, δίνοντας µερικά δολάρια παραπάνω στους επιτηδευµατίες που ήταν αρχικά απρόθυµοι να τυπώσουν κάτι τέτοιο. Το πάθος του για το κόµµα και τις πορείες ήταν όπως αυτό για τις γυναίκες, το δεύτερο άγγιζε τα όρια του ψυχαναγκασµού, αν κρίνω από τις παραδοχές που έκανε στα κριτήρια επιλογής, έστω και για µια βραδιά. 

Σε µια τέτοια αρπαχτή έπαθε ένα ατυχηµατάκι στο ξενοδοχείο που συνήθιζε να πηγαίνει. Υπήρχαν καθρέφτες σε όλους τους τοίχους, και γούσταρε να βλέπει την ερωτική αλλά και τη σωµατική του πρόοδο, αυτήν που αφορά γράµµωση και όγκο. Αυτό που δεν έβλεπε ήταν µια αναδίπλωση της ευτελούς µοκέτας που τον έκανε να σκοντάψει ενώ δοκίµαζε τις αντοχές των ποδιών του, όρθιος, µε την κοπέλα όλη πάνω του. Όταν έπεσαν επάνω στην επίσης αναξιόπιστη πόρτα, το κόντρα πλακέ υποχώρησε από την ορµή των σωµάτων τους, τα οποία σωριάστηκαν στο διάδροµο. Μια συστάδα από συµµετρικά παραταγµένα κεφάλια θορυβηµένων και φιλοπερίεργων «γειτόνων» πελατών δηµιουργήθηκε – και το ενοχλητικό τους σούσουρο έκανε τον Κυριάκο να συνέλθει από το σοκ και να αναφωνήσει ένα επιβλητικό «Τι κοιτάτε, ρε!». 

Αυτοί οι ήχοι έφεραν τον υπεύθυνο του ξενοδοχείου στον ορίζοντα των γεγονότων. Φυσικά, δεν ήθελε να χάσει έναν τέτοιο πελάτη και µε φιλικό τρόπο του είπε, «Αµάν, ρε ψηλέ, κάθε φορά που έρχεσαι θα την κάνεις τη ζηµιά σου». 

Δεν τον πείραξε το εξτραδάκι που έδωσε στον υπεύθυνο για την πόρτα, ούτε τα σιχαµένα βλέµµατα των άλλων, ούτε καν το στούκο, αφού όλη τη µηχανική ενέργεια από την πρόσκρουση την απορρόφησε το απαλό σώµα της παρτενέρ του. Τον πείραξε που ακριβώς αυτό το κορµί θα στερηθεί, καθώς η κοπέλα πόνεσε σωµατικά και ψυχικά, χαλάστηκε. Ούτε µέχρι το αµάξι του δεν τον πήγε το κορίτσι. Το είχε αφήσει σε έξυπνα διαλεγµένο σηµείο στο κέντρο και, όπως έφτανε µε το ταξί, αντικρίζει τον Τσιουρή το βλάχο να του γράφει µία από αυτές τις παρανοϊκές του, αυθαίρετες κλήσεις. Τα λιγοστά λόγια που πρόλαβε να πει στον παρανοµούντα δηµοτικό υπάλληλο συνοδεύτηκαν γρήγορα από πράξεις, που ο Τσιουρής θέλησε να ξεχάσει, γι’ αυτό και δεν ανέφερε ποτέ τίποτα σε κανέναν. 

Ο Θεσβίτης, αυτό το ξεχωριστό πλάσµα, γέλασε ξανά και µου υποσχέθηκε να σκεφτεί την πρότασή µου, εµµονή στο µεγαλείο. Για να βοηθήσει τη σκέψη του, πήγε να κάνει τραµπάλα µε τα ενάρετα, φωτισµένα φαντάσµατα κάτι παλιών του φίλων. Τους είχε τάξει να τραγουδήσουν ξανά µαζί κάτι ξεχασµένες στην άβυσσο των αιώνων µελωδίες…

APPLETON ESTATE
Στα μέσα του 17ου αιώνα, στην κοιλάδα του Nassau ανακάλυψαν ότι με την κατάλληλη επεξεργασία μπορούσε να δημιουργηθεί ένα αναζωογονητικό αλκοολούχο ποτό αποστάζοντας τη λεπτή και κολλώδη καφέ ουσία από το ζαχαροκάλαμο. Κάπως έτσι γεννήθηκε το Appleton Estate Jamaican Rum.

Μετά από χρόνια εμπειρίας ανακαλύφθηκε ότι η διάρκεια που έμενε το ρούμι μέσα στο βαρέλι σε συνδυασμό με το απαλό κούνημα του πλοίου μεταφοράς έδιναν στο ρούμι μια πιο απαλή και ευχάριστη γεύση. 

Κάθε φιάλη του Appleton Estate περιέχει ένα μοναδικό μείγμα παλαιωμένων ρούμι επιλεγμένων από την Master Blender Joy Spence. Επιπλέον ο μοναδικός σχεδιασμός των χάλκινων δοχείων απόσταξης, η αργή μέθοδος διύλισης, τα δρύινα βαρέλια παλαίωσης που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή συμβάλλουν στην ιδιαίτερη αίσθησή του.

Η αφοσίωση στην τελειότητα, η χειροποίητη παραγωγή, αλλά και η γνησιότητα της συνταγής απαιτούν μία χρονοβόρα αλλά και μαγευτική διαδικασία, εξασφαλίζοντας έτσι ότι το Appleton Estate δεν είναι απλώς ένα ακόμα ρούμι, αλλά ένα από τα καλύτερα στον κόσμο… 

       



fashion addiction