Παιάνας
του Γιώργου Τσιούκη
Share |

    Tο τοπίο έδινε μια πικρή αίσθηση ασυμβατότητας καθώς παρωχημένες μνήμες αναδυόντουσαν, γραπώνοντας τον ήχο που έκανε το χορτάρι υποχωρόντας, το τρίξιμο από τα κλαδιά των θάμνων που παραμέριζαν αποφασιστικά οι μπροστινοί και που οι υπόλοιποι φρόντιζαν να κρατούν στη στάση συτή της παρά φύσιν κάμψης, ένα ακόμη εμπόδιο είχε καμφθεί, ενώ χιλιάδες φύλλα αντανακλούσαν τον ήλιο που απλά παρακολουθούσε αδιάφορα την επιχείρηση, ίσως με κάποια δόση ειρωνίας, καθώς οι αχτίδες του χοροπηδούσαν από δω κι’ από κει παιχνιδίζοντας, τονίζοντας το παράλογο της παρουσίας ανθρώπων μεταμφιεσμένων σε χλόη να κινούνται μέσα στο ειρηνικό αυτό δάσος με τόση καχυποψία, που ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Η σοβαρότητα της πομπής εξέπεμπε τόση παγωμάρα που είχε υπερνικήσει το τραγούδι των πουλιών. Αυτά φοβισμένα είχαν κουρνιάσει, παραφυλώντας τους παρείσακτους, αγωνιώντας για τις προθέσεις τους. Στην άκρη του δάσους η πομπή αθόρυβα σταμάτησε. Κρυμμένη πίσω απ’ τις φτέρες παρακολουθούσε την κίνηση στο μικρό χωριό που βρισκότων τριάντα περίπου μέτρα απέναντι, μερικά άσπρα φρεσκοασβεστωμένα σπίτια, μια σεμνή εκκλησία με το καμπαναριό ‘οχι ψηλ΄ποτερο απ’ τ’ αρχαία πλατάνια που βρισκόντουσαν στην πλατεία, γύρω απ’ τη βρύση της οποίας το απόκοσμο τραγούδι γέμιζε το χώρο και σου τρυπούσε τα αυτιά, κεντρίζωντας τον κάθε πόρο του κορμιού σου και διαπερνώντας την ψυχή σου. Μια εικόνα εξωπραγματική, αν η οπλοφόρος πομπή αντιπροσώπευε την αλήθεια εκείνης της στιγμής.
    Η καταιγίδα ξέσπασε το καταμεσήμερο, (τη στιγμή που ο νους υπερβαίνει την ανθρώπινη υπόστασή του, την αρνείται, ονειροπολεί, και αν το βράδυ ενυπάρχει μια προδιάθεση τρόμου μπροστά στα πέπλα του σκοταδιού, το μεσημέρι η ασφάλεια εξασφαλίζεται από την ημιπαράδοση στον ύπνο και οι αισθήσεις εξακολουθούν να δέχονται, να διυλίζουν ερεθίσματα, σαν να τους έχει επιτραπεί η είσοδος στο δωμάτιο αποφάσεων μόνο σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης) με τους στρατιώτες να ξεπηδάνε από το δάσος, σαν παλλιροικό κύμα, να ξεσπάνε στο χωριό, παρασύροντας όλους τους κατοίκους στο πέρασμά τους, ξερνώντας τους στην πλατεία, ένας αποσβολωμένος έντρομος σωρός που είτε κοίταζε ικετευτικά τους φαντάρους, είτε κοίταζε ικετευτικά τον ουρανό (δεν υπήρχε ενδεχόμενο τρίτης διεξόδου). Ο λοχαγος βημάτιζε εκτός εαυτού, νευρικά πάνω κάτω στο πλακόστρωτο, μόνος ήχος οι μπότες του. Η βρύση είχε στερέψει.     Ο αιφνιδιασμός είχε αποτύχει, μόνο γυναίκες, παιδιά και γέροι βρίσκονταν απέναντί του, οι άνδρες είχαν προλάβει να φύγουν, δίψαγε για αίμα, του είχαν υποσχεθεί αίμα, δεν υπήρχε αίμα, του είχαν στερήσει το θρίαμβό του. Διέταξε τον υπολοχαγό μ’ ένα κάθετο νεύμα να τον πλησιάσει : «Εκτελέστε όλα τα παιδιά». Ο υπολοχαγός, κεραυνοβολημένος από αυτή τη διαταγή που αντίβαινε κάθε κανόνα ηθικής, ακόμα κι’ αυτής του πολέμου, φρίκιασε. «Μόνο τα παιδιά;» ρώτησε, σαν να μην είχε καταλάβει. «Ναι», του απάντησε ανυπόμονα ο λοχαγός, που βγαίνοντας από τον αιματοβαμμένο του λαβύρινθο, πρόσεξε τον τρόμο, τον πανικό στο βλέμμα του υφισταμένου του και με έκδηλη δυσανασχέτηση για τη βραδυστροφία του, του είπε:


«Παραδειγματισμός, αντίποινα, ξέρεις, μπαμ μπουμ, αλτ, τίς εί,
πόλεμος αγόρι μου, σκότωσε πριν σε σκοτώσουν, εντάξει; Άντε τώρα».
«Μα τα παιδιά;»
«Ναι, τα παιδιά. Ποιά η διαφορά αν πω οι γέροι ή οι γυναίκες; Δεν λέω όλους, λέω μόνο τα παιδιά».
«Μα τα παιδιά είναι η ελπίδα».
«Ακριβώς υπολοχαγέ, το κατάλαβες. Η δική τους ελπίδα.»



fashion addiction