Το τσίρκο της πλατείας
Του Θοδωρή Αντωνόπουλου
Share |
Το μεγάλο τσίρκο της μικρής μας πόλης χρόνια τώρα κατοικοεδρεύει στην πλατεία Εξαρχείων. Με τους δικούς του χαρούμενα θλιμμένους κλόουν, τους κοινωνικούς ακροβάτες του, τα πολιτικά θηρία του. Μονάχα θηριοδαμαστές δεν έχει το εγχώριο “γαλατικό χωριό”, παρόλο που πολλοί προσπάθησαν πο΄τε με το μαστίγιο, πότε με το καρότο να το δαμάσουν.

Η χειροβομβίδα που δεν έσκασε τέλη Φλεβάρη στο Στέκι Μεταναστών στην Τσαμαδού ήταν απλώς το τελευταίο επεισόδιο σε ένα σίριαλ δίχως ορατό τέλος. 
Τι μέλλει γενέσθαι; Ο σταθμός μετρό που προγραμματίζεται θα αλλάξει, λένε, άρδην τη φυσιογνωμία της περιοχής. Οι περίοικοι σφόδρα αμφιβάλλουν. Εγώ πάλι χαμογέλασα ακούγοντας μία καθώς πρέπει κυρία, γέννημα-θρέμμα των Εξαρχείων, να προτείνει τις προάλλες μισοαστεία-μισοσοβαρά την ανακήρυξή τους σε μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς


Ήμουν στην ηλικία του Αλέξη όταν βρέθηκα Εξάρχεια. Ήταν (και τότε) αρχές Δεκέμβρη, του 1981. Οι πρώτες καταλήψεις σπιτιών στην περιοχή είχαν μόλις εκκενωθεί αλλά η περιοχή έσφυζε από ανήσυχους νεολαίους. Θυμάμαι πόσο εντυπωσίαζε εμένα, έναν γόνο καθώς πρέπει οικογένειας μεγαλωμένο σε καλό προάστιο (όπως ο Αλέξης) το παρδαλό πλήθος που αντίκριζα. Αριστεροί, αναρχικοί, καλλιτέχνες, φρικιά, μποέμ, φοιτητές αλλά κι αλητάμπουρες κάθε λογής, όλοι μια μεγάλη οικογένεια, γνωστοί με τα μικρά τους ονόματα οι περισσότεροι. Με εξίταρε, επιπλέον, η ελευθεριότητα λόγου, εμφάνισης και συμπεριφορών, η αλληλεγγύη κι η συντροφικότητα που μοιράζονταν οι «θαμώνες».

Τοίχοι γεμάτοι επαναστατικά γκραφίτι και αφίσες, βιβλιοπωλεία και περίπτερα «πνιγμένα» στα πολιτικά έντυπα και τις αντεργκράουντ εκδόσεις - «Ιδεοδρόμιο», «Σπάστης», «Κράξιμο», «Ανοιχτή Πόλη», “Convoy”, «Άναρχος», “Δοκιμή”, «Της Φυλακής»… Όλο και κάπου θα «τράκαρες» τον Νικόλα Άσιμο να αυτοσχεδιάζει. Την Κατερίνα Γώγου με το μονίμως καρφωμένο στο κενό βλέμμα. Την εκρηκτική Πάολα, τον «θεό» Παύλο (Σιδηρόπουλο), τον “παππού” Λεό Κρηστ, τον εστέτ Κάιν, τους «λυσσασμένους» και βέβαια τους κατά τα τότε ΜΜΕ «αρχηγούς των αναρχικών» Καραμπελιά, Πισιμίση, Κωνσταντινίδη, Μπουκετσίδη, τον Σερίφη, τους Κυρίτσηδες, τον Ρολφ Πόλε. Αλλά και τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Σταύρο Τορνέ, τη Σωτηρία Λεονάρδου, τον Τζιμάκο, τον νεαρό Δημήτρη Παπαϊωάννου και πλήθος ακόμα αφανείς φυσιογνωμίες “που ξεπηδούσαν από το τίποτα και χάνονταν στο πουθενά”, καθώς έγραφε ο Τέο Ρόμβος.

“Σημεία αναφοράς” το άγαλμα των Τριών Ερώτων, τα καφέ μπαρ «Τσαφ», «Άλλοθι», “Ίρις”, Green Door, ο ανοικτός όλο το 24ωρο «Εβραίος», τα βιβλιοπωλεία-στέκια «Ρήξη», «Ελεύθερος Τύπος», «Διεθνής», η “Βαβέλ”, το “indie” δισκάδικο Art Nouveau, τα ροκάδικα «Αν», «Πήγασος», “Εναλλάξ”, “Underground”, ο Κάββουρας, το “Αχ Μαρία”... Η φωτιά καταμεσίς της πλατείας μόλις νύχτωνε με κάποιο ταμπούρλο ή κιθάρα να παίζει, τα τσιγάρα κι οι μπίρες που έκαναν κύκλο, οι πρώτοι πάνκηδες (που “φρίκαραν” τις γιαγιάδες κι αλληλοϋποβλέπονταν με τους παραδοσιακούς ροκάδες), τα αδέσποτα που γαβγίζανε μόνο αστυνομικούς, τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα στο Στρέφη – ύστατο καταφύγιο των «ιθαγενών» στα κυνηγητά με τα ΜΑΤ -, έδιναν το στίγμα μιας ιδιόμορφης αθηναϊκής συνοικίας που ήδη χαρακτηριζόταν «κράτος εν κράτει». Παρότι δεν έμοιαζε με πραγματικό γκέτο, παρότι ήταν – και εν πολλοίς παραμένει - από τις ασφαλέστερες περιοχές της Αθήνας. 

Αλλά οι «ευτυχισμένες μέρες» τελείωναν. Είμαστε στο «οργουελικό» έτος 1984 και κάτι η προβολή των Εξαρχείων ως άντρου παρανομίας, παρακμής και έκλυτων ηθών από κάποιες εφημερίδες αλλά και το μελοδραματικό σίριαλ της ΕΡΤ «Κάθοδος» (1982-3), κάτι οι διογκούμενοι αστικοί μύθοι για το «άβατο» - τους διακωμώδησε ο Παντελής Ζερβός στον “Δράκουλα των Εξαρχείων”-, κάτι η λήξη της «περιόδου χάριτος» στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά φέρνουν τις πρώτες μαζικές «επιχειρήσεις αρετής». Η μετριοπαθής “γραμμή” του αττικάρχη Αρκουδέα εγκαταλείπεται. Συλλήψεις, άγριο ξύλο, κλεφτοπόλεμος, τα ΜΑΤ κατασκηνωμένα στην πλατεία. Στις 9/5/1985 ο αστυνομικός διευθυντής Χοχτούλας απειλεί να «ισοπεδώσει» εκατοντάδες διαδηλωτές κοντά στο Χημείο. «Κατάληψη τώρα!», είναι η αυθόρμητη αντίδραση. Ακολουθεί τετραήμερη «πολιορκία», οι «μέσα» πεισμώνουν, «εδώ θα γίνει Κούγκι» φωνάζουν, στα υπόγεια κάποιοι τρελαμένοι επιχειρούν να φτιάξουν εκρηκτικά.

Η ειρηνική έξοδος συνοδεία του Μανώλη Γλέζου και πανεπιστημιακών γιορτάζεται ως περιφανής «νίκη του κινήματος». Όμως στις 17/11 του ίδιου χρόνου δολοφονείται από τον “θολωμένο” αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα ο 15χρονος Μιχάλης Καλτεζάς. Το άψυχο εφηβικό κορμί γίνεται οργισμένη αφίσα. Επεισόδια, οδοφράγματα, η τηλεόραση εστιάζει βεβαίως στις καταστροφές, “εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές” η απάντηση. Το Χημείο ανακαταλαμβάνεται, το άσυλο αίρεται, εισβάλλουν τα ΜΑΤ. Το κακό, που συνέβη ύστερα από επίθεση με μολότοφ σε κλούβα σταθμευμένη Πατησίων και Στουρνάρη, στοίχειωσε εκείνο το πρώτο κύμα «άγριας» καταστολής. Οιωνεί συνυπεύθυνοι ήταν όμως και όσοι «έσπρωχναν» πιτσιρίκια στη φωτιά δίνοντας «εντολές» από τα μετόπισθεν. Τότε κιόλας εμφανίζονται οι πρώτοι επαγγελματίες “αγανακτισμένοι πολίτες” (ακροδεξιοί και άλλοι), που θα διάνθιζαν πλέον συχνά το συγκρουσιακό σκηνικό.

Τον Μάιο του 1986 ξεκινά νέο “πογκρόμ”. Αθρόες οι συλλήψεις και προσαγωγές “υπόπτων”. Ανάμεσά τους άσχετοι περίοικοι, δημοσιογράφοι, ακόμα και τουρίστες! Περαστικοί υποβάλλονται σε εξευτελιστικούς σωματικούς ελέγχους μέρα μεσημέρι. Για να πάω από το Πολυτεχνείο στο τότε σπίτι μου στη Νοταρά έπρεπε να περάσω τρία “μπλόκα”. Οι διαδηλώσεις απαγορεύονται διά ροπάλου. Φεμινίστριες που αποπειρώνται συγκέντρωση στην πλατεία καταλήγουν επίσης “σηκωτές” στις κλούβες. Οι “ιθαγενείς” προσφεύγουν στη σάτιρα. “Εμιγκρέδες πατριώτες” καταγγέλλουν με προκήρυξη στον ΟΗΕ τη “βάναυση κατοχή του φιλήσυχου κράτους των Εξαρχείων”. «Στρατηγέ, πότε θα φέρεις τα τανκς;», χλεύαζαν γκράφιτι απευθυνόμενα στον υπουργό Δημόσιας Τάξης, τον πρώην στρατιωτικό Αντώνη Δροσογιάννη. Ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει στο περιοδικό Τέταρτο για μια “μοβ σκιά που ξάπλωσε στον τόπο”, χαιρετίζοντας “τα παιδιά που δεν το βάζουν κάτω και δεν παραδέχονται πως η ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους”.  Μολαταύτα τα Εξάρχεια παραμένουν ένας ζωντανός χώρος εναλλακτικής κουλτούρας που “ενοχλεί” - από εδώ “εκπορεύονται” οι κινητοποιήσεις για τις καταλήψεις σπιτιών, τις φυλακές, το Τσερνομπίλ κ.ά, εδώ εδρεύουν κινήσεις για τη γυναικεία χειραφέτηση, την οικολογία, την ομοφυλόφιλη απελευθέρωση, την αντιψυχιατρική, τους αντιρρησίες συνείδησης κ.λπ.

Εντέλει ό,τι δεν πέτυχε η καταστολή το κατάφερε πολύ αποτελεσματικότερα η άφθονη πρέζα που διοχετευόταν πλέον στην περιοχή. Εκατοντάδες εξαρτημένοι, δεκάδες νεκροί. “Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη”, επιμένουν οι αντιεξουσιαστές. Η αστυνομία πάλι προφασίζεται “αδυναμία επέμβασης στο εξαρχειώτικο άβατο”. Όταν  ωστόσο τον Νοέμβριο του 1987 άτομα του “χώρου” μαγκώνουν κάποιους  πρεζέμπορους στα πράσα και γνωστοποιούν τα στοιχεία τους στην ΕΛ.ΑΣ. μέσω του Τύπου, εκείνη αδιαφορεί επιδεικτικά. Στο μεταξύ προχωρά το πρώτο σχέδιο ανάπλασης με πεζοδρομήσεις κ.λπ. εξωραϊσμούς, ενώ αετονύχηδες επενδυτές αγοράζουν ακίνητα κοψοχρονιά.

Η “φλόγα της εξέγερσης” παραμένει εντούτοις άσβεστη. Ένα πλήθος νεαροί που αυτοχαρακτηρίζονται “ο ανθός της ελληνικής νεολαίας” καταλαμβάνουν για δώδεκα μέρες το Πολυτεχνείο τον Ιανουάριο του 1990 αντιδρώντας στην αθώωση Μελίστα. Νέα κατάληψη τον Οκτώβριο του '91 με αφορμή τις μαθητικές κινητοποιήσεις. Ο μυστηριώδης εμπρησμός της Πρυτανείας – που πολλοί απέδωσαν σε αστυνομικό δακρυγόνο – προκαλεί βίαιη εκκένωση του ιδρύματος με εκατοντάδες συλλήψεις. Ο “κλεφτοπόλεμος” με επίκεντρο το Πολυτεχνείο συνεχίζεται, άλλοτε με μεγαλύτερη κι άλλοτε με μικρότερη ένταση, με αποκορύφωμα την κατάληψη του Νοεμβρίου του 1995 και την εκ νέου εισβολή της αστυνομίας. Οι πεντακόσιοι έγκλειστοι εξέρχονται σε αλυσίδες τραγουδώντας “Πότε θα κάνει ξαστεριά” (αλήθεια, πότε;).

Στα επόμενα χρόνια η Ελλάδα μεταμορφώνεται ραγδαία, το ίδιο και τα Εξάρχεια. Ανοίγουν μοδάτα καφέ, μπαράκια, θέατρα, ατελιέ, γραφεία, φαγάδικα. Αλλάζει και η πληθυσμιακή σύσταση. Οι εμπορικές χρήσεις αναβαθμίζονται και πληθαίνουν, τα νοίκια ψηλώνουν, η Στουρνάρη μια βαλκανική “Silicon Valley”. Κατεβαίνει πλέον καινούργιος κόσμος, από “φλώρους” και “περίεργους” μέχρι χουλιγκάνια, ακόμα κι άνθρωποι που παλιότερα σνόμπαραν ή φοβούνταν το μέρος. Η Γώγου, ο Άσιμος, Ο Παύλος είναι από καιρό «φευγάτοι». Οι περισσότεροι “παλιοί” αποτραβιούνται. Πολλοί εντάσσονται στο “σύστημα”, άλλοι απλώς ναυαγούν. Όσοι έχουν “τραβήγματα” με τις αρχές εγκαταλείπουν την πόλη ή και τη χώρα. Οι εναπομείναντες χωρίζονται σε κλίκες που ερίζουν για τον έλεγχο των “κεκτημένων”. Ορισμένοι αρχίζουν να “φλερτάρουν”, λέγεται, και με τον υπόκοσμο. Αστυνομικές κλούβες σταθμεύουν μόνιμα στις “μεθορίους”. Η πλατεία φιλοξενεί πια μόνο άστεγους, άνεργους, «πυροβολημένους» κι Αφρικανούς μικροπωλητές. Τζάνκια και λούμπεν τύποι κατακλύζουν το Μουσείο. Η επαναστατικότητα μοιάζει να ξεφουσκώνει, Εξάρχεια πια σημαίνει βόλτα και διασκέδαση. Όμως το “γαλατικό χωριό” δεν σβήνει από το χάρτη. Κάποιες ομάδες συσπειρώνονται γύρω από το πολιτιστικό στέκι Nosotros, άλλες δρουν αυτόνομα, άλλες πάλι υιοθετούν ακραίες πρακτικές, φυσική απόρροια των οποίων είναι η ιδεολογική “συστράτευση” με τη 17 Νοέμβρη – στάση που θα ξένιζε τους «παραδοσιακούς» αναρχικούς. Η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός κι ο συγκαλυμμένος φθόνος ορισμένων «υπερεπαναστατών» θυμίζει πια ακραία θρησκευτική σέκτα – η ονομασία της νεόκοπης οργάνωσης «Επαναστατική Σέκτα» μόνο τυχαία τελικά δεν ήταν.

Λίγο πριν τους Ολυμπιακούς του 2004 επιχειρείται νέα ανάπλαση της πλατείας, που ουσιαστικά τη “μαντρώνει” υπέρ των παρακείμενων τραπεζοκαθισμάτων. Χάρη στις δυναμικές παρεμβάσεις αντιεξουσιαστών αλλά και κατοίκων οι εργασίες παρεμποδίζονται. Οι επαναστατικές “ζυμώσεις” φουντώνουν με την άνοδο της ΝΔ στην εξουσία και το εκρηκτικό κοινωνικό κοκτέιλ που δημιουργούν ακρίβεια, ανεργία, ανέχεια και μια μεγαλούπολη ολοένα πιο εχθρική στον χρήστη. Παράλληλα πυκνώνουν οι αφίσες και τα συνθήματα σε γλώσσες οικονομικών μεταναστών, σημάδι ότι ο “χώρος” βρίσκει καινούργιο ακροατήριο. Οι “δράσεις” πολλαπλασιάζονται, η ένταση ανεβαίνει. Στις 12 Μαϊου 2005 ύστερα από επεισόδιο 28χρονος τραυματίζεται ελαφρά μέσα στο Πολυτεχνείο από σφαίρα του αστυνομικού συνοδού του Χρήστου Βερελή, που μαζί με τους Ευάγγελο Βενιζέλο και Γεράσιμο Αρσένη βρίσκονταν εκεί για μια παρουσίαση βιβλίου. Οι τρεις βουλευτές κρατούνται επί ώρες «όμηροι» και «απολογούνται» πολιτικά σε συνέλευση αναρχικών!

Για να φτάσουμε στις 6/12/08, οπότε η εν ψυχρώ εκτέλεση του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην “καρδιά” των Εξαρχείων από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα πυροδοτεί μια πρωτοφανούς έντασης και έκτασης νεολαιίστικη εξέγερση που σαστίζει κυβέρνηση, αντιπολίτευση, λαό αλλά και “χώρο”: “Ήταν απίστευτο”, ομολογούσαν ακόμα και οι πιο σκληροπυρηνικοί. Η “επόμενη γενιά” είναι ήδη εδώ και μοιάζει πιο αγριεμένη από όλες τις προηγούμενες. Στο μεταξύ, η τόσο «περιφρονημένη» κάποτε συνοικία έχει γίνει πρωτοσέλιδο σε όλο τον πλανήτη, ποια Acropolis, το νέο trend είναι τα Exarcheia, τ’ ακούς ΕΟΤ;


fashion addiction