Τα ενοικιαστήρια της Λιμνούπολης
Της Αλεξάνδρας Κατσαρού
Share |
(Ένα γράμμα που θα διαβαστεί το 2024, όταν ο παραλήπτης του θα έχει νοσηρές ιστορικές αναζητήσεις και θα έχει μάθει αρκετές κακές λέξεις.)

Οι Μουργόλυκοι πήραν εδώ και χρόνια την εξουσία, η στάθμη στο θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ κατέβηκε στα είκοσι εκατοστά, ο Κύρος Γρανάζης έκλεισε το μαγαζί, τον Γκούφι τον κυνηγάνε οι τράπεζες, η Νταίζη πούλησε το φιόγκο της όσο όσο, τα ανιψάκια Χιούι/Λιούι/Ντιούι εξερευνούν με το μεγεθυντικό τους φακό την αγορά εργασίας και γυρίζουν άπραγα στο θείο Ντόναλντ που έχει πέσει σε βαριά κατάθλιψη. Τα συννεφάκια πάνω απ’ τους ήρωές μας έχουν μόνο νεκροκεφαλές και #*$$$*^#. Κι αυτή περίπου είναι η χώρα σου. Μια πρώην Λιμνούπολη.


Φιλαλάκο μου,
Τη στιγμή που γράφεται αυτό το γράμμα, είσαι μόλις δύο μηνών και ζεις –μαζί με χιλιάδες άλλα παιδάκια απ’ όοοολο τον κόσμο– σε μια μεγάλη πόλη που λέγεται Αθήνα και είναι η πρωτεύουσα μιας μικρής χώρας που λέγεται Ελλάδα. (Θα ήθελα πολύ να σου πω ότι αυτή είναι η πατρίδα σου, αλλά δεν το βαστάω να με μπινελικώσει το ίδιο μου το σπλάχνο. Διάλεξε εσύ πατρίδα. ‘Η φτιάξε μία δικιά σου.)

Όλα ξεκίνησαν όταν μια μέρα μάς είπαν πως η χώρα χρωστάει σε άλλες χώρες. Και όταν μια χώρα χρωστάει, τότε γίνεται αυτομάτως πατρίδα μας και το σέρνουμε όλοι μαζί το καράβι. Ακόμη κι εσύ, φιλαλάκο. Χειρότερο timing για να γεννηθείς δεν μπορούσες να βρεις (εντάξει, μπορεί να αποφάσιζες να γεννηθείς στη συνωστισμένη αποβάθρα της Σμύρνης).

Ακου με τους μεγάλους (30+) να ωρύονται για την κατάργηση του 13ου μισθού και να μας κατηγορούν για απάθεια (εμάς – 20+) που ούτε πρώτο μισθό δεν είδαμε. Που περάσαμε την παιδική μας ηλικία στην Ελλάδα-Λούνα Παρκ του πάρα πολύ και που τώρα καλούμαστε να χτίσουμε την ενήλικη ζωή μας πάνω στα βασικά. Γεννηθήκαμε στα 80s – τη δεκαετία που υποσχόταν ένα πάρτι. Μεγαλώσαμε στα 90s – ένα πάρτι που κράτησε μια δεκαετία ολόκληρη. Στα 00s το πάρτι κρατούσε τόσο καλά, που εμείς –για να γίνουμε καλύτεροι απ’ τους προηγούμενους και να χορέψουμε καταρτισμένοι και περιζήτητοι στην επόμενη δεκαετία– βαλθήκαμε να παίρνουμε το ένα Δίπλωμα Τσιφτετελιού και Ρούμπας μετά το άλλο (βλ. Σπουδές, Άχρηστα Πτυχία και Απίθανα Μεταπτυχιακά της Γενιάς των 600 ευρώ, εκδ. Γαμώτηνγκαντεμιάμουγαμώ). Μάλιστα, οι μεγάλοι επεξέτειναν –αυθαίρετα– την πίστα και κάλεσαν και ξένους (βλ. Ολυμπιακοί Αγώνες, Αθήνα, 2004, εκδ. Αγγελοπούλου). Και ξαφνικά, στα 10s, μπούκαραν μέσα κάτι ακάλεστοι, μας άνοιξαν τα φώτα, μας έκλεισαν τη μουσική και, φεύγοντας, πήραν και τα γαριδάκια.

Να σου πω κάτι, μεταξύ μας, ρε παπί; Δυστυχώς, η μαμά σου τις έχει ξεγραμμένες τις καλύτερες μέρες. Σ’ αυτή τη χώρα. Ξέρει ότι τα επόμενα χρόνια θα είναι δύσκολα και πως ίσως δεν καταφέρει να τα ζήσει όπως μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε και προοριζόταν να τα ζήσει. Οι μεγάλοι απολύονται, απολύουν, κλείνουν τα μαγαζιά τους, ξενοικιάζουν τα σπίτια τους, δανείζονται, ξεσπάνε ο ένας στον άλλο, αυτοκτονούν. Και οι μικροί συνωστίζονται σε μιαν άλλη αποβάθρα –αυτήν του «Ελ. Βενιζέλος»– και αφήνουν πίσω τους τη χώρα προς αναζήτηση μιας καινούριας (πιο δίκαιης) πατρίδας. Μη με κοιτάς μ’ αυτό το ύφος, σε παρακαλώ πολύ. Εμείς για την ώρα εδώ θα μείνουμε.

Θέμα αυτομαστιγώματος δεν τίθεται – είναι αποκλειστικότητα της προηγούμενης γενιάς αυτό. Μακροβούτι στην απελπισία απορρίπτεται ως μη παραγωγικό. Το να κάνω υπομονή δεν ήταν ποτέ το μετιέ μου – προτιμώ να περπατήσω τρία χιλιόμετρα απ’ το να περιμένω το λεωφορείο. Όχι, η μαμά σου δεν έχει κανένα πλάνο ασφαλείας, αλλά (τυλιγμένη σε μιαν αχλή αισιοδοξίας που κι η ίδια δεν ξέρει πού τη βρήκε) σου υπόσχεται πως θα κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι της για να ξαναχτίσει τη Λιμνούπολη. Αυτήν τη φορά, όμως, χωρίς επιχωματώσεις.

Όχι, η μαμά σου δεν θα κλείσει λιμάνια, δεν θα σταματήσει τα τρένα στο σταθμό, σόρι κιόλας. Θα σκεφτεί πιο έξυπνους τρόπους να διεκδικήσει τα δικαιώματά της. Αν δεν έχει δουλειά, θα εφεύρει μία. Αν δεν έχει φαΐ, θα μάθει αγγλικά στο γιο αυτών που έχουν. Ή σταυροβελονιά. Ή κλάδεμα ιτιάς. Ή πλέξιμο ψάθας. Ό,τι ξέρει, τέλος πάντων. Θα πάει να ψηφίσει. Θα σου φτιάξει δημόσιους χώρους με το έτσι θέλω. Θα σε μάθει να είσαι γενναιόδωρη με τους ανθρώπους. Θα γίνει αρκούντως γραφική, παραφορτώνοντας το μυαλουδάκι σου με Χατζιδάκι, Καβάφη και Τσαρούχη. Θα σε τρέχει σε τζάμπα προβολές, και τζάμπα αναγνώσεις, και τζάμπα βόλτες, και τζάμπα συζητήσεις, και τζάμπα παρέες. Θα σου μάθει τη διαφορά μεταξύ τζάμπα, φτήνιας και κατάντιας. (Όχι, το να είσαι 40 και να τη βγάζεις με μπίρα στο παγκάκι επειδή δεν έχεις άλλη επιλογή, δεν είναι OK.)

Δεν μπορώ να σκεφτώ πώς θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα ο καθένας μόνος του. Και επίσης δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα χειρότερο από αγανακτισμένους πολίτες που ξεσπάνε ο ένας στον άλλον στο φανάρι, στο γραφείο, στην ουρά, στο διαδίκτυο, στα «γκέτο» της πόλης μας. Μήπως, αντί να κλειστούμε στα σπίτια μας, να κλεινόμασταν στα σπίτια των φίλων μας; Ή να ανοίγαμε τα δικά μας; Να περπατούσαμε την πόλη μας και να θυμόμασταν ξανά ότι μας ανήκει; Να δίναμε στη φράση ενεργός πολίτης μια σημασία κατά τι πιο βαρύνουσα απ’ τα ρεσό του Συντάγματος; Μήπως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε τέτοια βασικά θεμέλια της ελληνικής μενταλιτέ μας; Αυτή ακριβώς δεν μας οδήγησε στον ευρύχωρο πάτο που απολαμβάνουμε τώρα;

Ως λαός κουβαλάμε στα γονίδιά μας πολλή μιζέρια και άλλη τόση κακοπιστία. Όμως, η μιζέρια δεν είναι λύση στο πρόβλημα, είναι μέρος του προβλήματος. Είμαστε ο λαός-drama queen. Τόσα χρόνια Ιστορίας μάς χάρισαν αναρίθμητες τραγωδίες, κι όμως, είμαστε ακόμα εδώ κι αυτό το –δωδεκάμηνο– καλοκαίρι. Δεν δικαιούμαστε να μην είμαστε αισιόδοξοι. Και αν η Ιστορία λέει κάτι για μας, αυτό είναι πως είμαστε πιο επιβιωτικοί κι απ’ τις κατσαρίδες, πιο ευπροσάρμοστοι κι απ’ τους χαμαιλέοντες.

Αν αποτύχω, φύγε τάχα μου για InterRail και μην ξαναγυρίσεις, θα σε καταλάβουμε – leave your myth in Greece, darling. Ένα πεισματάρικο χρέος προσπάθειας μας κρατάει κι εμάς ακόμη εδώ.

ΥΓ.: Πρόσεχε (παρ’ όλα αυτά) μη σου ρίξουν τίποτα στο ποτό.

 ΥΓ. 2: Επειδή (αν μου μοιάσεις) θα διαβάσεις απευθείας το τέλος του γράμματος, σου δίνω μ’ ένα τραγούδι την ιστορία της χώρας σου: Η Ελλάδα σού μοιάζει Μπλανς Επιφανί / διαθέτει ήθος, αφέλεια, υπομονή / κι αν τη βιάζουν τακτικά οι κατακτητές / μ’ επιμονή τα καταφέρνει η Ελληνίς Επιφανί / να παραμένει πάντα παρθένος και γυμνή.

 


fashion addiction