

«Μήπως θέλει κανείς κάτι δωρεάν εισιτήρια;»
"Βρίζοντας το κοινό"
Μου 'χε κάνει εντύπωση, ότι καθώς περνούσα, από το θέατρο
στην άκρη της Λεωφόρου Ν. οι πόρτες άνοιγαν ξαφνικά και κάποιοι μπρατσωμένοι
μαύροι, πετούσαν καθώς πρέπει αστούς στο δρόμο. Την τελευταία φορά πριν από
κάνα δύο μέρες, κλώτσησαν στον κώλο έναν τύπο με κίτρινο πουλόβερ που φώναζε
ότι ήταν κριτικός θεάτρου του ΑΘΗΝΟΡΑΜΑΤΟΣ. Έριξα τότε για πρώτη φορά μια ματιά
στις πινακίδες, γιατί τον ήξερα τον κύριο που έφαγε την κλωτσοπατινάδα και μου
'κανε εντύπωση ο τρόπος που του φερόντουσαν. Το έργο που έπαιζε το θέατρο Γ... ήταν ενός γερμανού
συγγραφέα, του Πήτερ Χάντκε και λεγόταν "βρίζοντας το κοινό".
Τα κουδούνια κτύπησαν και βγήκε ο πρωταγωνιστής που ξεκίνησε
το μονόλογο. Ο Χάντκε ανήκει σε μία γενιά Γερμανών που νικήθηκε στον πόλεμο και τα έργα του διαθέτουν μία καυστική
ειρωνεία, που δε μ' ενδιαφέρει, έτσι άρχισα να ψιλοχασμουριέμαι και κόντευε να
με πάρει ο ύπνος γιατί η σκηνοθεσία ήταν πολύ στατική κι αυτό με κούραζε.
"Έχει να πει κανείς τίποτα άλλο;" ρώτησε ο ηθοποιός από τη
σκηνή κι επειδή μάλλον η ερώτηση απευθυνόταν σε μένα, μιας και κανείς άλλος δεν
υπήρχε στη αίθουσα έκανα αμέσως αρνητικό νεύμα.
Φεύγοντας τον χαιρέτησα κιόλας στα καμαρίνια και του έδωσα συγχαρητήρια, τα οποία μου τα ξαναγύρισε πίσω λέγοντας μου «κύριε είσαστε ο μόνος μέχρι σήμερα που κατάλαβε το πραγματικό έργο που παίζετε στο θέατρο μας. Πίσω από τον τίτλο
"Βρίζοντας το κοινό", ανεβάσαμε την δική μας εκδοχή "δέρνοντας αυτούς που φέρνουν αντιρρήσεις". Γι' αυτόν τον λόγο θα πάρετε τα χρήματά σας πίσω και μπορείτε να προσκαλέσετε όποιους δε χωνεύετε να παρακολουθήσουν τη παράσταση δωρεάν».






