Σύγχρονη Θεατρική Σκηνή
Του Βασίλη Καραγιάννη
Share |

«Μήπως θέλει κανείς κάτι δωρεάν εισιτήρια;»
"Βρίζοντας το κοινό"


Μου 'χε κάνει εντύπωση, ότι καθώς περνούσα, από το θέατρο στην άκρη της Λεωφόρου Ν. οι πόρτες άνοιγαν ξαφνικά και κάποιοι μπρατσωμένοι μαύροι, πετούσαν καθώς πρέπει αστούς στο δρόμο
. Την τελευταία φορά πριν από κάνα δύο μέρες, κλώτσησαν στον κώλο έναν τύπο με κίτρινο πουλόβερ που φώναζε ότι ήταν κριτικός θεάτρου του ΑΘΗΝΟΡΑΜΑΤΟΣ. Έριξα τότε για πρώτη φορά μια ματιά στις πινακίδες, γιατί τον ήξερα τον κύριο που έφαγε την κλωτσοπατινάδα και μου 'κανε εντύπωση ο τρόπος που του φερόντουσαν. Το έργο που έπαιζε το θέατρο Γ... ήταν ενός γερμανού συγγραφέα, του Πήτερ Χάντκε και λεγόταν "βρίζοντας το κοινό".

Παρορμητικός, έτσι που είμαι, αποφάσισα να πληρώσω εισιτήριο και να μπω μέσα, να δω τι γίνεται γιατί τέτοιες ενδιαφέρουσες σκηνές, να πετάνε με τις κλωτσιές τόσο αξιότιμους κυρίους, μόνο σε μπαρ είχα δει και μάλιστα στη Γλασκώβη, ποτέ στην Αθήνα. Γενικά δεν μου 'κανε τίποτα εντύπωση μέσα στο θέατρο και στην αρχή στεναχωρήθηκα που πλήρωσα δεκαπέντε ευρώ. Ήταν μάλιστα και άδειο, αν εξαιρέσει κανείς τρία άτομα που καθόντουσαν μπροστά-μπροστά, μία οικογένεια μικροαστών. Ο πατέρας, η μητέρα και ο γιος που μάλλον σπούδαζε στο εξωτερικό γιατί μιλούσε που και που με αγγλικές φράσεις με τους γονείς του.
Τα κουδούνια κτύπησαν και βγήκε ο πρωταγωνιστής που ξεκίνησε το μονόλογο. Ο Χάντκε ανήκει σε μία γενιά Γερμανών που νικήθηκε στον πόλεμο και τα έργα του διαθέτουν μία καυστική ειρωνεία, που δε μ' ενδιαφέρει, έτσι άρχισα να ψιλοχασμουριέμαι και κόντευε να με πάρει ο ύπνος γιατί η σκηνοθεσία ήταν πολύ στατική κι αυτό με κούραζε.

Τότε όμως που μισόκλειναν τα μάτια μου, ξεκίνησε μία παράλογη σκηνή. Η οικογένεια που ήταν μπροστά μου άρχισε να απαντάει στις ατάκες του ηθοποιού. Πρώτα ξεκίνησε η μητέρα με μία φράση του στυλ "αχά, μήπως είσαι κι εσύ καλύτερος από μας που λες τέτοια πράγματα". Ο ηθοποιός ξερόβηξε και συνέχισε το μονόλογο, τότε πήρε τον λόγο ο πατέρας που είπε "σιγά, που θα πιστέψουμε αυτές τις μαλακίες". Ο ηθοποιός τότε αντέδρασε μ' ένα  μακρόσυρτο «σουτ», "τσαστ ε μόμεντ πλιζ που θα μας πεις και σουτ" αντίτεινε ο νεαρός γόνος με εντελώς αγγλοσαξονική έκφραση αηδίας στο πρόσωπο του κι όταν ο άνθρωπος στη σκηνή απείλησε ότι θα τους πετάξει έξω, η μάνα φώναξε με οργή "για τόλμησε, δώσαμε πόσα λεφτά για να πάρουμε μέρος σ' αυτήν την ηλίθια παράσταση". Τότε μπήκαν οι μαύροι που είχα δει τις προηγούμενες ημέρες, μπαγλάρωσαν όλη την οικογένεια και την πέταξαν έξω.
"Έχει να πει κανείς τίποτα άλλο;" ρώτησε ο ηθοποιός από τη σκηνή κι επειδή μάλλον η ερώτηση απευθυνόταν σε μένα, μιας και κανείς άλλος δεν υπήρχε στη αίθουσα έκανα αμέσως αρνητικό νεύμα.

Παρακολούθησα στη συνέχεια με μεγάλη προσοχή την παράσταση νικώντας τη νύστα μου και χειροκρότησα στο τέλος φωνάζοντας να βγει και να ξαναβγεί ο πρωταγωνιστής δείχνοντας υπέρμετρο ενθουσιασμό.

Φεύγοντας τον χαιρέτησα κιόλας στα καμαρίνια και του έδωσα συγχαρητήρια, τα οποία μου τα ξαναγύρισε πίσω λέγοντας μου «κύριε είσαστε ο μόνος μέχρι σήμερα που κατάλαβε το πραγματικό έργο που παίζετε στο θέατρο μας. Πίσω από τον τίτλο

"Βρίζοντας το κοινό", ανεβάσαμε την δική μας εκδοχή "δέρνοντας αυτούς που φέρνουν αντιρρήσεις". Γι' αυτόν τον λόγο θα πάρετε τα χρήματά σας πίσω και μπορείτε να προσκαλέσετε όποιους δε χωνεύετε να παρακολουθήσουν τη παράσταση δωρεάν».



fashion addiction