Camnedat *
* Σαμιζντάντ = Ο αυτοσχέδιος και παράνομος Τύπος σε περιόδους ύφεσης και παρακμής.
Του Βαγγέλη Δαβιτίδη
Share |

Johnson & Johnson
Όχι πια (κροκοδείλια) δάκρυα


«Όταν πρωτοξεκίνησα να πηγαίνω γήπεδο ήμουν μόλις 11 χρονών
. Ήταν το 1968. Η Θύρα 13 της Λεωφόρου ήταν τότε ο χώρος στον οποίο μαζευόμαστε όλοι για να φωνάξουμε για τον Παναθηναϊκό. Ο Παναγιώτης Σακελαρίου, γνωστός με το ψευδώνυμο «Λουκανίδης» οργάνωνε την εξέδρα μέχρι το 1978-1979. Η εποχή εκείνη ήταν φιλήσυχη χωρίς επεισόδια. Έπεφτε βέβαια ξύλο αλλά σε προσωπικό επίπεδο και πάντα τελείωνε εκεί. Δεν μπλεκόντουσαν άλλοι όταν δύο άτομα τσακώνονταν.»  

Οδυσσέας  Καλογεράκης, ιστορικός οργανωτής της Θύρας 13

 «Θύρα 13, Η ιστορία», ανεξάρτητη έκδοση


Είναι Πέμπτη βράδυ και μαθαίνω ότι υπάρχει ένας νεκρός σε συγκρούσεις μεταξύ Παναθηναϊκών και Ολυμπιακών. Το αρχικό μούδιασμα διαδέχεται η οργή. Μου φαίνεται αδιανόητο. Μονάχα δύο ώρες αργότερα αναρωτιέμαι αν είναι «δικός μας» ή «δικός τους». Και τι γαμημένη σημασία έχει ρε μαλάκα, απαντάω ο ίδιος στον εαυτό μου με ντροπή ανακατεμένη με θυμό. Πώς διάολο φτάσαμε σε αυτό το σημείο ρε γαμώτο; Την επόμενη μέρα μαθαίνω ότι είναι δικός μας.

Το αγαπάω το ποδοσφαιράκι. Όχι απλά το τρίγωνο πίτσα, μπύρα, ματς στην τηλεόραση, αλλά το ποδόσφαιρο το ίδιο. Παίζω μπάλα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ όταν κατεβήκαμε με το μικρό μου αδερφάκι για πρώτη φορά να παίξουμε στο δρόμο. Οι μάγκες της γειτονιάς γύρισαν και μου παν: «Μα καλά αυτό είναι νεογέννητο, πώς να σας βάλουμε στην ομάδα;» Πράγματι ο αδερφός μου δεν είχε κλείσει ακόμα τα τέσσερα και εγώ ήμουν μόλις πρώτη δημοτικού. Ήμασταν η τελευταία γενιά που έπαιξε μπάλα στο δρόμο. Αμάξι περνούσε κάθε μισή ώρα και βέβαια ο δυστυχής οδηγός άκουγε τα εξ αμάξης. «Ρε, ολόκληρη λεωφόρος, απ΄ εδώ βρήκες να περάσεις;» Τα αμάξια παρκάρανε σύμφωνα με τις υποδείξεις μας. «Κύριος, κάνε λίγο όπισθεν να το πας απέναντι από το Lada να μην ψάχνουμε πέτρα για δοκάρι!» Και βέβαια δεν έλειπε και ο γεροπαράξενος της γειτονιάς που δεν είχε παιδιά και όταν η μπάλα έπεφτε στο μπαλκόνι του από κάποιο άτσαλο όπως όπως διώξιμο, την έπιανε και την έσκαγε. «Σας το χα πει κωλόπαιδα. Ούστ από δώ, σπίτια σας! »

Στην τηλεόραση τα πρόσωπα που κυριαρχούσαν ήταν η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρήγκαν. Η ανεργία άρχιζε να καλπάζει, η «ελεύθερη οικονομία» άρχιζε να ιδιωτικοποιεί τα πάντα, η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν μια ανάσα από την κατάρρευση. Η Ελλάδα μόλις είχε μπει στην Ε.Ε., ΕΟΚ τότε, και ήταν ακόμα είκοσι χρόνια πίσω από τις υπόλοιπες δυτικές χώρες, μια περίπτωση μόνη της. Παντού ανεμίζαν σημαίες του ΠΑΣΟΚ. Χαιρόμουν γιατί ήταν πράσινες αν και ο πατέρας μου ποτέ δεν ήταν φαν του Αντρέα. Το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα μόλις είχε γίνει επαγγελματικό. Όλα τα ποδοσφαιρικά σωματεία υποχρεώθηκαν  να μετατραπούν σε ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες αν ήθελαν να συμμετέχουν στο πρωτάθλημα της Α Εθνικής. Ο όμιλος Βαρδινογιάννη μπαίνει στο ποδόσφαιρο με τα γνωστά αποτελέσματα. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, ο πατέρας επιτέλους αποφάσισε να με πάρει μαζί του στο γήπεδο. Είχε μεγαλώσει στη Βερανζέρου, στην καρδιά της Αθήνας και με περηφάνια μου έλεγε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίζει τίποτα άλλο εκτός από τον Παναθηναϊκό φυσικά, την ομάδα της πόλης του. Οι διηγήσεις του φαντάζουν στα παιδικά μου αυτιά μυθικές. «Ο Παύλος και ο Θανασάκης ο Γιαννακόπουλος ήταν γειτονόπουλα και φτωχά παιδιά. Η γιαγιά σου, πάντα είχε δύο πιάτα φαΐ για τους φίλους μου. Ξεκινούσαμε παρέα με τα Γιαννακοπουλάκια και όλη τη γειτονιά με τα πόδια για να πάμε να δούμε τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο. Στα δικά μας χρόνια οι φίλαθλοι δεν κάθονταν χώρια όπως τώρα αλλά ακόμα και με τους Ολυμπιακούς βλέπαμε δίπλα δίπλα το ματς.» 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 που εγώ γύρισα στην Ελλάδα από Γερμανία, όλη η χώρα βρισκόταν σε μια περίεργη κατάσταση. Ο αέρας της μεταπολίτευσης, τα διάφορα πολιτικά και επαναστατικά κινήματα, η έντονη επιρροή από τη ροκ ήταν τα στοιχεία που επηρέαζαν τη νεολαία. Όταν πρωτοπήγα στο γήπεδο έξω από τη Θύρα 13 υπήρχαν πολύ περίεργες φιγούρες. Μακριά μαλλιά, κολλητά παντελόνια, μπουφάν με ραμμένα πάνω τους χέβυ μέταλ συγκροτήματα και γενικώς μια κατάσταση που σε έβαζε κατευθείαν στο κλίμα της εποχής. Αυτή η πρώτη μου επαφή ήταν σίγουρα πολύ σημαντική και μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Το σκηνικό που με σημάδεψε περισσότερο από όλα τα άλλα εκείνων των χρόνων ήταν στο Μουσείο το 1988. Από αυτή τη φάση και μετά οι γαύροι δεν προσπάθησαν ξανά να ανέβουν την Πατησίων. Θυμάμαι καθόμουν επί της Πατησίων, στην ευθεία του Πεδίου και παρατήρησα ότι η κυκλοφορία στην Πατησίων είχε κοπεί. Τότε γύρισα το κεφάλι μου και είδα τους γαύρους να έρχονται από την Ομόνοια. Ήταν πάρα πολλοί, πάνω από 3.500 κόσμος. Είχαν φτάσει στο Μινιόν και ακόμα στρίβανε. Ερχόντουσαν με τη γνωστή αλυσίδα, με βήμα ταχύ και με ανήσυχο βλέμμα. Κατευθείαν φώναξα στους δικούς μας, που ήταν λιγότεροι από χίλιοι και άρχισαν να παίρνουν μαζί τους «πολεμοφόδια». Μετά από λίγο και ενώ είχα αρχίσει να τρέχω, γύρισα το κεφάλι μου να δω αν με ακολουθούν κι άλλοι. Είδα να έρχεται από πίσω μου ένα αλλόφρον πλήθος με περίσσιο πάθος. Δε γινόταν με τίποτα να χάσουμε αυτό το ντου. Οι γαύροι δεν αντιστάθηκαν σχεδόν καθόλου. Ελάχιστοι από αυτούς έκατσαν να μας αντιμετωπίσουν, αλλά σύντομα όλοι μαζί άρχισαν να τρέχουν προς τα πίσω. Είχαμε μπει ανάμεσά τους και χτυπάγαμε όποιον βλέπαμε. Για μένα δυστυχώς το κυνηγητό σταμάτησε λίγο πιο κάτω όταν χτύπησα στο κεφάλι. Στενοχωρήθηκα γιατί ήταν το καλύτερο σκηνικό και δεν το έζησα ολόκληρο. Αργότερα έμαθα από τους άλλους ότι το κυνηγητό σταμάτησε στην Αθηνάς και στο Μοναστηράκι. Οι γαύροι είχαν πάθει πανωλεθρία. Φυσικά μετά το Μουσείο, οι μπάτσοι είχαν αρχίσει να κάνουν πιο έντονη την παρουσία τους και σιγά σιγά αρχίσαμε να πηγαίνουμε πορεία με συνοδεία, ενώ παλιά στο Πεδίο υπήρχαν μόνο ένα με δύο περιπολικά.

Σάκης ο Προφήτης, ιστορικό στέλεχος της Θύρας 13

«Θύρα 13, Η ιστορία», ανεξάρτητη έκδοση

Ποια είναι η εξήγηση άραγε για όλα αυτά;

Από τότε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Εγώ πλέον εκδίδω το Υποβρύχιο, ο Νικοπολίδης είναι στον Ολυμπιακό αφού του έδωσε 50 χιλιάρικα παραπάνω, ο Ντέμης είναι πρόεδρος της ΑΕΚ και δίνει οπαδούς της Ορίτζιναλ στην αστυνομία, η Νέα Δημοκρατία είναι έτοιμη να κάνει και δεύτερη τετραετία και η Κίνα επελαύνουσα δύναμη σε ένα νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο. Όλα τα παραπάνω είχαν θεωρητικά παραπλήσιες πιθανότητες να συμβούν, όσες και ένα κλάσμα με αριθμητή οποιονδήποτε πεπερασμένο αριθμό και παρανομαστή το άπειρο.

Σε μια κοινωνία που προετοιμάζει τους νέους της να συνηθίσουν την ιδέα ότι και να βρουν δουλειά με 600E, αποκλείεται να πάρουν σύνταξη, την ίδια ώρα που τα κομματόσκυλα λυμαίνονται τα αποθεματικά των ταμείων, σε μια κοινωνία που ο Πρετεντέρης πετάει σα χουλιγκάνος μπουκάλια στο γήπεδο αλλά κατακεραυνώνει τους φοιτητές και το δικαίωμα στις καταλήψεις για δημόσια δωρεάν παιδεία, σε μια κοινωνία που η Αστυνομία βαφτίζει ζαρντινιέρες τους ασφαλίτες που σπάνε στο ξύλο τους φοιτητές, σε μια κοινωνία που ο υπουργός Δημόσιας Τάξης δηλώνει ότι ποτέ επί των ημερών του αστυνομικός δε χτύπησε ειρηνικό διαδηλωτή, όταν ο τηλεοπτικός φακός είναι αδιάψευστος μάρτυρας, σε μια κοινωνία που ο πρόεδρος του Σούπερ Λίγκας εκφράζει τη λύπη του για το θάνατο του οπαδού ενώ τρία χρόνια πριν ο πατέρας του αποκαλούσε κότες τους αντιπάλους και άνοιγε τις πόρτες της Ριζούπολης στην τρομοκρατία ενώ δύο υπάλληλοι της ΠΑΕ του έχουν συλληφθεί στα πρόσφατα επεισόδια, σε μια κοινωνία που οι ηθικοί αυτουργοί φοράνε γραβάτες και τα θύματα είναι αναλώσιμοι στρατοί, απλοί αριθμοί, στατιστικές και ποσοστώσεις,σε μια κοινωνία που ο φαύλος κύκλος της βίας ανακυκλώνεται από την κορυφή της πυραμίδας στέλνοντας στο περιθώριο όχι μόνο τα κατώτερα στρώματά της αλλά και τη μεσαία τάξη, η «κοινή γνώμη» απορεί για το ραντεβού θανάτου και όλοι εμείς θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο αντίπαλος δε βρίσκεται στην απέναντι εξέδρα αλλά στα επίσημα. Θέλοντας και μη, εμείς είμαστε αυτή η κοινωνία, αυτό συμβαίνει τώρα, συμβαίνει γύρω μας και συμβαίνει μόνο και μόνο γιατί εμείς επιτρέπουμε να συμβεί. Λοιπόν, μιας και είμαστε αναγκαστικά παρόντες, δεν είναι λιποψυχία αν δε διαλέξουμε στρατόπεδο; Το μόνο που έχουμε να χάσουμε αν δεν το κάνουμε είναι η αξιοπρέπειά μας. Υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από αυτό;   



fashion addiction