BUENOS AIRES καλύτερα Buenos Aliens;
Του Βαγγέλη Δαβιτίδη
Share |

Μπουένος Άιρες, μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ή ακριβέστερα μια μεσογειακή πρωτεύουσα στην καρδιά της Λατινικής Αμερικής.


«Η ιστορία του Μπουένος Άιρες είναι γραμμένη στον τηλεφωνικό του κατάλογο. Πομπέι Ρομανώφ, Εμίλιο Ρόμελ, Κρεστίνα Δ.Ζ. ντε Ρόσε, Λαντισλάο Ραντζβιλ, Ελιζαμπέτα Μάρτα Κάλμαν ντε Ρότσιλντ- πέντε ονόματα παρμένα στην τύχη από το γράμμα Ρ- διηγούνται ιστορίες εξορίας, απογοήτευσης και άγχους πίσω από δαντελωτές κουρτίνες.»
Μπρους Τσάτουιν, «Στην Παταγωνία», 1977, εκδ. Χατζηνικολή

Αργεντινή, η χώρα της δεύτερης ευκαιρίας, μια μακρινή γη της επαγγελίας γεμάτη υποσχέσεις και όνειρα, για φυγόδικους, για εξόριστους, για κυνηγημένους, για όλους εκείνους που θέλουν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα με αφετηρία το μηδέν. Ένα τεράστιο κομμάτι γης που εκτεινόμενο από τα μέσα της Λατινικής Αμερικής μέχρι το απώτατο νότιο άκρο της ηπείρου, φωνάζει σα σειρήνα με γλυκιά και ακαταμάχητη φωνή: «Κοπιάστε, όλοι οι καλοί χωράνε εδώ.» Από τους ναζί αξιωματούχους μετά το τέλος του πολέμου μέχρι το τζετ του Κοσκωτά που δεν προσγειώθηκε ποτέ στο Μπουένος Άιρες όλοι, καλοί, κακοί και άσχημοι, σαγηνεύτηκαν από το μαγικό και λυτρωτικό συνάμα κάλεσμά της.
Προσπαθώ να θυμηθώ τους λόγους που οδήγησαν εμένα στην Αργεντινή. Μάταια. Τίποτα από όσα είχα στο μυαλό μου δεν είναι πια τα ίδια μετά από μια εβδομάδα στο «Μπουένος Άλιενς.» Μόνο κάποια πρόσωπα μου έρχονται στο νου σαν αφορμές: Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, Εβίτα Περόν, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Κάρλος Γκαρντέλ και Άστορ Πιατσόλα, Μαφάλντα και Κουίνο, Τσε Γκεβάρα. Μαζί με μια προοικονομία. Στα προηγούμενα ταξίδια μου στη Λατινική Αμερική δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα ακούσει από τους ντόπιους ότι: «Α, από την Ελλάδα είσαι; Και μεις σε περάσαμε για Αργεντίνο.» 

Μπουένος Άιρες, μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ή ακριβέστερα μια μεσογειακή πρωτεύουσα στην καρδιά της Λατινικής Αμερικής, στις όχθες του μεγαλύτερου σε πλάτος ποταμού του κόσμου, του υδάτινου τέρατος Ρίο ντα Λα Πλάτα. Εδώ και χρόνια έψαχνα να ανταλλάξω ένα χειμώνα του βόρειου ημισφαιρίου με το ζεστό, πολύχρωμο και υγρό καλοκαίρι τού. Η συγκίνησή με το που πατάω το πόδι μου στο αεροδρόμιο του Β.Α. κατά το L.A.- δεν περιγράφεται. Στο λεωφορείο καθοδόν για το κέντρο, οι φάτσες μού φαίνονται οικίες. Οι πρόγονοί τους, Ισπανοί, Ιταλοί, Ρωσοεβραίοι, Γερμανοί, Γιουγκοσλάβοι, ευρωπαίοι από κάθε γωνιά της Γηραιάς Ηπείρου, είχαν συρρεύσει κατά εκατομμύρια για να οικοδομήσουν κομματάκι, κομματάκι, αυτό το μωσαϊκό που μοιάζει εντελώς παράταιρο με οτιδήποτε άλλο σε αυτή τη γωνιά του Νέου Κόσμου. Αν οι αυτόχθονες Ινδιάνοι αντιπροσωπεύουν την αυθεντικότητα της Λατινικής Αμερικής, οι Αργεντίνοι αποτελούν το στυλ της. Ένα στυλ περήφανο, γεμάτο πάθος, ένταση και έρωτα, τόσο διάχυτο στους δρόμους του Μπουένος Άιρες όσο και η απίστευτη υγρασία. Είναι τόσο έντονο που το καταλαβαίνεις στα πρώτα πέντε λεπτά. Τα αγόρια σφυρίζουν και πατάνε κόρνες στο πέρασμα της Ελένης αν και βλέπουν ότι συνοδεύεται Η εκφραστικότητα και η εξωστρέφεια των Πορτένιος έτσι αποκαλούν τους κατοίκους του B.A. που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «λιμανίσιοι»- είναι ένα διαρκές ενεργό ηφαίστειο. Ο μακρόσυρτος τραγουδιστός τρόπος που εκφέρουν την ισπανική έχει μια αδιόρατη ρίζα ιταλική και μια ιδιαίτερη μελαγχολική μελωδικότητα. Κάτι σα να ακούς συνέντευξη Τύπου του Μαλεζάνι να παραπονιέται έξαλλος!

Παρατάμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, στο κέντρο της πόλης, δίπλα στην ιστορική Κάσα Ροσάδα, το κυβερνείο από το μπαλκόνι του οποίου ο Περόν έβγαζε τα πύρινα διαγγέλματά του και η Εβίτα έγνεφε γεμάτη χάρη στο λαό της και κατηφορίζουμε τα πλακόστρωτα στενάκια της γραφικής συνοικίας του Σαν Τέλμο. Όλες οι οδοί σ' αυτή τη γειτονιά έχουν τα ονόματα των χωρών της Λ. Αμερικής. Όλες, εκτός από εκείνη που κατεβαίνουμε εμείς, την Ντεφένσα, Άμυνα δηλαδή. Ήταν το 1807 σ' αυτόν ακριβώς το δρόμο όταν ο πρακτικά άοπλος λαός του Μπουένος Άιρες αιφνιδίασε τα βρετανικά στρατεύματα που είχαν αποβιβαστεί στην πόλη πετώντας τους καυτό λάδι από τις στέγες των σπιτιών. Οι Άγγλοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή και το Στέμμα θα έπρεπε να περιμένει σχεδόν δύο αιώνες για να πάρει το αίμα του πίσω στο πόλεμο των Φώκλαντς ή των νήσων Μαλβίνες όπως τα αποκαλούν οι Αργεντίνοι. Όλο αυτά όμως είναι μακρινό παρελθόν και το μόνο που θυμίζει εμπόλεμη κατάσταση στο απέραντο σοκάκι της Ντεφένσα όπου συνωστίζεται κάθε Κυριακή το παζάρι ανάμεικτο με καλλιτέχνες, μουσικούς και χορευτές του τάνγκο είναι τα συνθήματα στους τοίχους. Δύσκολα θα βρεις τοίχο στο Μπουένος Άιρες που να μην είναι γραμμένο το επικό πλέον: «Que se vayan todos!» ή «Φύγετε όλοι!», κληρονομιά του κραχ του 2001 και ακόμα πιο δύσκολα καθαρό δρόμο. Η λαμπερή εικόνα με τις αριστοκρατικές κυρίες να ψωνίζουν στις σικάτες μπουτίκ του Μπουένος Άιρες κατά τη διάρκεια της ημέρας έχει και την άλλη, τη σκοτεινή όψη το βράδυ όπου στους ίδιους δρόμους άπειρα «συνεργεία» φτωχοδιαβόλων ανακατεύονται με τα σκουπίδια ξεχωρίζοντας τα χαρτόνια από τα πλαστικά και τα μεταλλικά τενεκεδάκια από το γυαλί. Κι όλα αυτά σε μια χώρα που πριν 20 χρόνια ήταν η 9η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Αυτά παθαίνεις όμως όταν ακολουθείς δουλικά τις υποδείξεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ενώ ταυτόχρονα έχεις ένα διεφθαρμένο καθεστώς κακοδιαχείρισης (σ.σ. σας θυμίζει κάτι;) Οι ιδιωτικοποιήσεις που έλαβαν χώρα επί προεδρίας Κάρλος Μένεμ, γονάτισαν την οικονομία και τον στιγμάτισαν με τη ρετσινιά του πιο γκαντέμη αργεντίνου ηγέτη. Ήταν τέτοια η φήμη του που στο Μουντιάλ του 1998 ο ομοσπονδιακός προπονητής της Αργεντινής «παρακάλεσε» τον πρόεδρο όχι μόνο να μη δώσει το παρόν στους αγώνες αλλά ούτε και να δει τα ματς από την τηλεόραση. Η Αργεντινή παραδόξως πήγε άπατη και ο Ορτέγκα με τον Μπατιστούτα κατάλαβαν την αιτία όταν ο Μένεμ «ομολόγησε» σε συνέντευξή του ότι δεν μπόρεσε να κρατηθεί και παρακολούθησε όλα τα παιχνίδια. Μερικούς μήνες αργότερα παραιτήθηκε. Τώρα μη μου πείτε ότι δε σας θυμίζει τον Μητσοτάκη γιατί θα λέτε ψέματα!

Διασχίζοντας το Σαν Τέλμο φτάνουμε στη συνοικία Λα Μπόκα, έδρα της θρυλικής Μπόκα Τζούνιορς. Ένα τεράστιο γκράφιτι μας υποδέχεται. Ανάμεσα στα χαμόσπιτα, ορθώνεται το θρυλικό γήπεδο «Λα Μπομπονέρα» στο σημείο που έναν αιώνα πριν ήταν η αλάνα όπου οι  ποδοσφαιριστές της Μπόκα αντάλλαξαν τις πρώτες τους πάσες. Στην είσοδο δεσπόζει ένα άγαλμα του Ντιέγκο. Μπαίνουμε στο γήπεδο με δέος. Δυστυχώς το πρωτάθλημα έχει τελειώσει μια εβδομάδα πριν φτάσω στην Αργεντινή και η Μπόκα το έχασε στα μπαράζ ισοβαθμίας από τη Σαν Λορέντζο αν και είχε κεφάλι όλη τη σαιζόν. Φαντάζομαι τον Ρότσα, τον Μπορέλι, τον Έκι να παίζουν μπροστά στο φανατισμένο αντίπαλο κοινό και ανατριχιάζω. Προσπαθώ να μαντέψω τη χωρητικότητα του γηπέδου. Με το μάτι μου φαίνεται διπλάσιο από τη Λεωφόρο, άντε λίγο μεγαλύτερο, όχι πάνω από 35.000 πάντως. Μπαίνοντας στο εντυπωσιακό μουσείο που υπάρχει από κάτω, ανακαλύπτω ότι οι τύποι στοιβάζουν σε κάθε ματς 100.000 κόσμο! Το μόνο σίγουρο που σκέφτομαι είναι ότι τα εισιτήρια δεν είναι ονομαστικά.            

Αδιαφορούμε για τις συστάσεις του Lonely Planet να αποφύγουμε τη γειτονιά πέριξ του γηπέδου και σουλατσάρουμε στα στενά του λιμανιού. Η Μπόκα είναι το επίνειο του Β.Α., και η καρδιά της είναι η «El Caminito» η οποία έχει πάρει το όνομά της από ένα παλιό τραγούδι του τάνγκο. Όλα τα σπίτια εδώ είναι διώροφα, καμωμένα από πολύχρωμο ξύλο και λαμαρίνα από τους Ιταλούς μετανάστες, κυρίως Γενοβέζους, στις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι μετανάστες χρησιμοποίησαν το χρώμα που περίσσευε από τα διπλανά ναυπηγεία για να βάψουν τα σπίτια τους δημιουργώντας μια οπτασία που μπορεί να γέννησε η ανάγκη αλλά εξυπηρετεί τελικά την αισθητική. Ένα αληθινό δημιουργικό ατύχημα. Αράζουμε για μια δροσερή μπύρα στο ιστορικό Cafe La Perla, ένα πρώην μπουρδέλο του λιμανιού. Όλα άλλωστε τα καφέ που τώρα υποδέχονται τις ορδές των τουριστών, ήταν «σπιτάκια με κόκκινα φανάρια.». Ήταν ανάμεσα σε αυτούς τους τοίχους των «σπιτιών» της Μπόκα που γεννήθηκε το τάγκο, από φτωχούς μετανάστες που περίμεναν τη «σειρά» τους. Θα έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες ώστε να καταξιωθεί το τάγκο και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στις αίθουσες χορού του Παρισιού, για να καταδεχθεί η αργεντίνικη αστική τάξη να ασπασθεί το χορό των φτωχών. Τελικά το «Θα γυρίσει ο τροχός…» είναι κάτι παραπάνω από μια παροιμία, είναι νόμος universalis.

ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΛΟΙ
(QUE SE VAYAN TODOS)

Αυτή τη νύχτα πιστεύω στον τρόμο της αθανασίας:
Κανένας άντρας δεν έχει πεθάνει στο πέρασμα του χρόνου, καμία γυναίκα, κανένας νεκρός,
γιατί αυτή η αναπόδραστη πραγματικότητα του σίδερου και της λάσπης
πρέπει να ξεπεράσει την αδιαφορία των νεκρών και όσων κοιμούνται
-αν και κρύβονται στη διαφθορά και στους αιώνες-
και να τους καταδικάσει στην μοιραία επαγρύπνηση…
Τραχιά σύννεφα συνωστίζονται για να δυσφημίσουν τον ουρανό-
θα ξημερώσει πάνω στα κλειστά μου βλέφαρα

Χόρχε Λουίς Μπόρχες


Microcentro, Plaza de Mayo. 20 Δεκεμβρίου 2006. Τα πρώτα λεπτά μας στο Μπουένος Άιρες αποκαλύπτουν ολόκληρη την ιστορία. Την ιστορία ως αφήγηση, την Ιστορία ως βίωμα. Η αφήγηση: αυτή που είχαμε διαβάσει και ακούσει για το τι συνέβηκε στο σημείο αυτό πέντε χρόνια πριν. Το βίωμα: τα συνθήματα στον τοίχο και οι αφίσες, μάρτυρες αδιάψευστοι των συναισθημάτων, της οργής, του πάθους των «porteños».
Η πρώτη εικόνα που αντικρίζουμε μόλις βγαίνουμε στην πόλη είναι πανό και διαδηλωτές να μαζεύονται στην Πλατεία του Μάη. Γιορτάζουν. Πέντε χρόνια από το argentinazo. Κι εμείς μαζί τους. Για εκείνους -και για εμάς τους ίδιους, που είχαμε την τύχη οι διαδρομές μας σε αυτήν την πόλη να συγχρονιστούν στο βήμα των ανθρώπων που γιόρταζαν την εξέγερση. Η ιστορία αυτής της πόλης μάς καλούσε.


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΑ

Βρώμικος Πόλεμος
Οι αφίσες και τα συνθήματα κάνουν τη σκέψη μας να γυρίσει τριάντα χρόνια πίσω.1976. Δικτατορία του Βιντέλα. Μέχρι το 1983 που πέφτει, έχουν δημιουργηθεί πολιτικές και ανθρωπιστικές οργανώσεις που συνεχίζουν τη δράση τους μέχρι σήμερα. Εδώ επαγρυπνούν οι νεκροί, γιατί η ιστορία και η Ιστορία συνεχίζουν. Ο Βρώμικος Πόλεμος, όπως ονομάστηκε η εξαιρετικά βίαιη περίοδος της δικτατορίας του Βιντέλα, άφησε στο παρόν και στο μέλλον τους «εξαφανισμένους», η σκιά των οποίων θα κάνει τους ανθρώπους εκεί να νιώθουν διαρκώς ότι η Ιστορία δεν τελειώνει. Οι «πτήσεις τού θανάτου» άφησαν χιλιάδες κορμιά μέσα στον Ατλαντικό, όταν οι στρατηγοί έπαιρναν τους συλληφθέντες και τους πετούσαν από στρατιωτικά αεροπλάνα στον ωκεανό ζωντανούς και υπό την επήρεια φαρμάκων. Σήμερα οι δρόμοι από τους οποίους εξαφανίστηκαν τους αναζητούν ακόμα: είτε μέσα από τα συνθήματα που φέρουν στους τοίχους τους, είτε μέσα από τις φωνές που αντηχούν στις διαδρομές τους.
Η δικτατορία του Βιντέλα δημιούργησε μεγάλο κίνημα εναντίωσης στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικά έχουν μείνει δύο στιγμιότυπα: Το ένα όταν ο Ολλανδός ποδοσφαιριστής Γιόχαν Κρόιφ αρνήθηκε να πάρει μέρος στο μουντιάλ του 1978 ως διαμαρτυρία για την δικτατορία. Το άλλο αφορά στο συγκρότημα των Κουήν το 1981, οι οποίοι έδωσαν τέσσερις συναυλίες και σε όλες κατήγγειλαν ανοιχτά τη δικτατορία ενθαρρύνοντας τον κόσμο για την πτώση της.


Οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη:
Είναι οι μητέρες που οργανώθηκαν το 1976 για να διεκδικήσουν τα εξαφανισμένα παιδιά τους. Τα παιδιά τους δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί, αυτές, όμως, με ορμητήριο την πλατεία τα ψάχνουν ακόμα. Όχι με κλάματα, αλλά με συνθήματα. Αρκετές από τις Μητέρες έχουν συλληφθεί και σκοτωθεί όλα αυτά τα χρόνια. Στο Μπουένος Άιρες, όλοι όσοι έχουν συνείδηση της Ιστορίας, είναι Μητέρες. Και διεκδικούν να πάρουν πίσω τα χαμένα παιδιά τού τότε και τα «χαμένα» παιδιά τού σήμερα. Άφησαν παρακαταθήκη για το πώς μπορεί να οργανωθεί ένας αγώνας, ένα μέτωπο. Το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι ότι οι Μητέρες δεν πιστεύουν ότι κάτι έχει χαθεί. Ξέρουν πώς ό,τι αγαπούν, ό,τι αναζητούν υπάρχει. Κι εμείς που περπατάμε κάθε μέρα στη Λεωφόρο του Μάη, που καταλήγει στην πλατεία τους, το νιώθουμε. Και μας ανατριχιάζει. Όλες είναι εκεί. Με ή χωρίς τα λευκά μαντήλια στο κεφάλι. Και τα παιδιά τους είναι-είμαστε όλοι. Το ραντεβού κάθε Πέμπτη, εδώ και τριάντα σχεδόν χρόνια. (Αν και ένα κομμάτι δήλωσε τον Ιανουάριο του 2006, έπειτα από 1500 συνεχόμενες Πέμπτες, ότι ήταν η τελευταία τους δημόσια συγκέντρωση)


Argentinazo
19 και 20 Δεκέμβρη 2001. Οι άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο παρακολουθούν την εξέγερση στην Αργεντινή. Την εξέγερση με πικέτες, πέτρες και κατσαρόλες. Οι τράπεζες και η Αγορά έχουν καταρρεύσει και ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους, μαζεύεται στην πλατεία του Μάη και φωνάζει ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΛΟΙ. Τελικά φεύγουν κάποιοι και για πολύ καιρό έρχονται διαρκώς καινούργιοι, μέχρι που ο τελευταίος, ο Κίρσνερ, μένει.

19 και 20 Δεκέμβρη 2006. Οι άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο δεν παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Αργεντινή καθώς η τωρινή κυβέρνηση επιδιώκει και αποσπά την συναίνεση αφήνοντας να βγει προς τα έξω ότι όλα πάνε καλά. Ο κόσμος, όμως, συνεχίζει να φωνάζει και να γράφει ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΛΟΙ. Πέμπτη επέτειος από την εξέγερση και οι δρόμοι γύρω από την πλατεία του Μάη πλημμυρίζει από πολύχρωμα πανό και ανθρώπους όλων των ηλικιών. Η αστυνομία φυλάει τις τράπεζες. Πριν πέντε περίπου χρόνια, ήρθε στην Αθήνα και μας μίλησε ένας από τους πικετέρος. Η εμπειρία που μας μετέφερε ήταν συγκλονιστική. Τώρα τους βλέπουμε μπροστά μας. Όλους τους πρωταγωνιστές του τότε. Η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική. Ο κόσμος τότε τραγουδούσε: «Πικέτα και κατσαρόλα, ο αγώνας είναι κοινός». Ήταν η πρώτη φορά που η εργατική και η μεσαία τάξη της Αργεντινής πάλευαν μαζί. Τώρα, βέβαια, η μεσαία τάξη είναι στα σπίτια της. Όμως ο κόσμος στο Μπουένος Άιρες δεν είναι πια ο ίδιος. Η ιστορία αυτή έχει αφήσει πίσω της καινούργιες εικόνες, καινούργιες εμπειρίες, καινούργια πολιτικοποίηση, καινούργιες συνειδήσεις.


Λαϊκές Συνελεύσεις:
Περπατάμε στην Λεωφόρο του Μάη και κοιτάζουμε για άλλη μια φορά τις αφίσες. Η ματιά κολλάει σε μία: Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου γιορτάζουμε τα πέντε χρόνια τής λαϊκής συνέλευσης του Σαν Τέλμο. Είμαστε εκεί στην ώρα μας. Ο δρόμος είναι γεμάτος, κυρίως από γυναίκες, που ακούνε τους ομιλητές τής πρόχειρα φτιαγμένης εξέδρας. Τα ονόματα που μιλούν από το μικρόφωνο κάνουν άλλες γυναίκες να δακρύζουν, άλλες να χειροκροτούν, άλλες να χαμογελούν. Οι άνθρωποι που μιλούν φυλακίστηκαν τις μέρες του 2001/2002, αντιμετώπισαν δυσκολίες, συνέβαλαν στην συγκρότηση των λαϊκών συνελεύσεων των γειτονιών κατά τη διάρκεια του argentinazo. Είχαμε κανονίσει να έρθουμε στη συνέλευση και μετά να πάμε για τάνγκο. Ήταν αδύνατο να κουνηθούμε από δω. Φανταζόμαστε τις ογδόντα συνελεύσεις που υπήρχαν τότε στο Μπουένος Άιρες. Τώρα υπάρχουν μόνο δώδεκα. Αλλά ο κόσμος είναι διαφορετικός από τότε. Το νιώθουμε. Μας το λένε. Μία μέρα πριν φύγουμε, θα ζούσαμε μια από τις πιο όμορφες ξεναγήσεις στην πόλη. Πήγαμε στο κτήριο της λαϊκής συνέλευσης του Σαν Τέλμο και ψάξαμε κάποιον να του μιλήσουμε. Ή, μάλλον, να μας μιλήσει. Μας μίλησαν όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί. Άνθρωποι από τη γειτονιά που δεν είχαν φαγητό ή φάρμακα σπίτι τους και έβρισκαν πάντοτε εκεί, άνθρωποι που δεν είχαν πού να μείνουν και η συνέλευση τους βρήκε χώρο, τους έφτιαξε παιδικό σταθμό, τους πήγε στον οδοντίατρο. Άνθρωποι που μοιράζονται τις χαρές και τις λύπες τους, τις διεκδικήσεις και τους αγώνες τους. Και είναι περήφανοι που συνεχίζουν. Καταλαβαίνουν ότι πρέπει να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους και ότι κανείς δεν θα τους χαρίσει τίποτα. Αυτό είναι το μεγάλο κεκτημένο για όλους από την ιστορία της Αργεντινής.  Ο Ρουμπέν Σαμπουλάρ, η ψυχή της συνέλευσης, μας λέει: «Η κυβέρνηση κερδίζει τις εκλογές, αλλά χάνει την εξουσία. Γιατί τώρα έχουμε μάθει. Όλοι εδώ μέσα προερχόμαστε από διαφορετικά πολιτικά παρελθόντα, συμφωνούμε, όμως, σε ένα: ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ. Η μοναδική μάχη που χάνεται είναι αυτή που δεν δίνεται. Κι εμείς δεν μπορούμε να αφήνουμε τις ευκαιρίες να κερδίζουμε.»



fashion addiction