«ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ - ΤΟ ΕΙΔΙΚΟΝ»
Του Αποστόλη “ Τσιλιλή” Ξυδιά
Share |

 

Μετά από τρελό ξενύχτι, το φλιτζάνι του καφέ αδειάζει πολύ γρήγορα έστω κι αν είναι ο 2ος και σκέψου ότι κάποιοι περιμένουν το πρωί του Σαββάτου πως και πως για να ξυπνήσουν άνετα, χωρίς το άγχος της δουλειάς. Στο μεταξύ ο ήλιος έχει ανέβει ήδη αρκετά, για να πάω σπίτι να κοιμηθώ.

Ο καφές τελείωσε κι άντε να βγάλεις άκρη με τα μηνύματα του Γιώργου! Που είμαι κι αν θα κατέβω Δραπετσώνα. Μα κάθε φορά τα ίδια; Λες και δε γνωρίζει! Είναι κι ένας ψίθυρος απ’ το δίπλα τραπέζι, «στον Πειραιά δεν είναι αυτό;». Είναι και όμορφη! Ντυμένη σαν αρχόντισσα σκέφτομαι. Τώρα την ένιωσα την καλημέρα! Αλλά πού, εδώ μέσα στο coffee; Μήπως είμαι εκτός εποχής; Μα αυτή την απάντηση τη βρήκα πριν κάποια χρόνια. Το σημαντικό είναι να έχεις και άλλους μαζί κάποιες στιγμές, έστω για να τσουγκρίσεις ένα ποτήρι!

Ξεκινάω λοιπόν για κάπου εκεί στον Πειραιά. Διάθεση και ώρα κατάλληλες! Ο κυρ-Αποστόλης θα ‘χει ανεβάσει τη λαμαρίνα στο μπακάλικο απ’ τις 8. Την ώρα που εγώ έφευγα απ’ το μικρό μπαρ στο Ν. Κόσμο, θα πότιζε τις γλαστρούλες που στολίζουν το ψηλό πεζοδρόμιο. Καθώς αυτές οι σκέψεις περνάν χωρίς ίχνος ντροπής απ’ το μυαλό, είμαι ήδη στο λιμάνι. Κάνω δεξιά στον Αγ. Διονύση στο 1ο φανάρι μετά του Καράμπαμπα αριστερά και να ‘μαι στη γωνίτσα μου!

Η ταμπέλα γράφει «ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ - ΤΟ ΕΙΔΙΚΟΝ». Απ το ‘20 μέχρι τις μέρες μας λόγω της κοντινής απόστασης με το λιμάνι έχουν δει πολλά τα ντουβάρια του. Ανοίγοντας λοιπόν την πόρτα κόβω φάτσες, βγαλμένες από ταινία, να πίνουν το καφεδάκι τους, αδιαφορώντας για το κράξιμο που μου ρίχνει ο συνονόματος. Δυστυχώς οι μαύροι κύκλοι στα μάτια προδίδουν την ολονύκτια κατάσταση μου. Πριν πω την καλημέρα, η μυρωδιά απ’ τα κεφτεδάκια της κυρίας-Βούλας με βγάζει απ’ τη γκλάβα και με το θράσος που με διακρίνει ζητάω ένα. Ζεματάνε κι ευτυχώς δεν τα ‘χει βουτήξει ακόμη στη σάλτσα, γιατί τα προτιμώ σκέτα! 

Είμαι στο τραπέζι και το ένα ποτηράκι που δεν είναι τούμπα, μου λέει πως είμαι δεύτερος! Παρέα με ψυχές που αν δεν έχεις την παραμικρή αμφιβολία για το αν ζεις τη ζωή σου ή απλά την παρατηρείς, τότε δεν αντέχεις ούτε μέχρι να στύψεις το λεμονάκι στη φάβα! Με βλέμμα καθαρό μου τα χώνουν μιας και με βλέπουν να μην έχω γεμίσει το ποτήρι. Ακολουθούν πειράγματα που φέρνει το 1ο δράμι και την ώρα που περιγράφω την αρχόντισσα που συνάντησα στη Ν. Σμύρνη, έρχεται ο Μανόλης με το Βελλή! Σιγά, σιγά τα ποτήρια έρχονται στη θέση που τους πρέπει. Γεμίζουν με τη δροσερή ρετσίνα απ’ το βαρέλι που, όπως μας πληροφορεί ο κυρ-Αποστόλης, μόλις άνοιξε για την παρέα! Τα χαμόγελα που ακολουθούν, φέρνουν κι άλλο δράμι κι άλλο ώσπου, φτάνουν κι ο Νίκος με το Γιώργο πάνω στις μηχανές τους.

Άντε να γίνει καμία κατάσταση γιατί ο Μανόλης είναι μάλλον ανήσυχος. Τα κινητά δίνουν κανονικά αναφορά για την κατάσταση που ψήνεταικαθώς πίσω απ’ το ψυγείο ακούγεται το τραγούδι του Μάρκου, που με απασχολεί εδώ και κάμποσες ώρες. Με το κλείσιμο του ματιού του Γιάνναρου βγαίνουν τα όργανα και πέφτουν τα κουρδίσματα… Λες και το ήξερε. Την κατάλληλη στιγμή ανοίγει την πόρτα ο Γιαννάκης μετά του εγχόρδου, που στα χέρια του μας ταξιδεύει! Ο Ντίνος ακολουθεί με συντροφιά, που σαν μούσα του την φαντάζομαι, κι όταν αρχίζει εκείνα τα ταξίμια, δεν έχω λέξεις… 

Ρε ματζόρε και τα λόγια  που έρχονται στα χείλη όλης της παρέας γνωστά… Ντυμένη σαν αρχόντισσα…

Ο Γιώργος με το Νίκο δίπλα αρχίζουν και καλαμπουρίζουν μετά από μια ατάκα του Βελλή. Δεν την προλαβαίνω. Ο Μανόλης με προτρέπει για το επόμενο τρα…ή μάλλον ταξίδι! Το λέω αυτό γιατί εδώ, ακόμη και τα πιο χιλιοακουσμένα κομμάτια παίρνουν άλλη μορφή! Αντιλαμβάνομαι πλήρως τη διαφορά του τραγουδιστή και αυτού που τραγουδάει, βλέποντας το Γιάνναρο απέναντι μου.

Μετά από ακόμη ένα μπαμ της πόρτας προστίθεται η όμορφη φωνή της Ζέτας στις δικές μας, κάνοντας παράλληλα νόημα να μη σταματήσουμε για χαιρετούρες…Άλλα 3 δράμια έρχονται μαζί της στο τραπέζι.

Ύστερα από 2 λεπτά εμφανίζεται ο Μάκης. Σεμνός ο ίδιος ξέρει να πιάνει τις στιγμές του καθενός με μεγάλο θράσος! Το καταλαβαίνεις όταν σου εμφανίσει τις φωτογραφίες που είχε βγάλει την προηγούμενη φορά που συναντήθηκες με το φακό του. Τότε είναι που εκτίθεσαι για τα καλά. Με τέτοια αύρα όμως στο χώρο δε μπορώ να νιώσω αδύναμος.

Το ακορντεόν του Γιώργου παίρνει το τιμόνι… έρχεται να μου πει πως η μουσική, είναι μια γλώσσα που αν τη γνωρίζεις, δε χρειάζεται να μιλήσεις καν. Μέσα στην άψογη ατμόσφαιρα τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι. Ο μόνος ήχος που δε βγαίνει απ’ τα πλήκτρα είναι τα γατάκια που γρατζουνάνε 2 τσάντες σε μια καρέκλα.

Το λεπτό που περνάει θα τα σηκώσει για να κάτσει ο Άγγελος. Ο τύπος με τις φαβορίτες θα πιάσει το τζουραδάκι μου κι αυτό θα μου πει τα πιο μεγάλα του μεράκια! Πονάει μαζί με τον ιδιοκτήτη του μα πώς να το πει; Ο Άγγελος βοηθάει και δείχνει δρόμους σ 'αυτό και σε μένα για λύτρωση! Έτσι, ονομάζω αυτό το γλυκό συναίσθημα που μ’ έχει καταλάβει τώρα. Σαν του ταξιδιώτη που φτάνει κάπου μετά από πολλές ώρες πορείας!

Ο κυρ Αντώνης ο Μικρασιάτης το ξέρει καλά! Απ’ τον τρόπο που τον θαυμάζει ο συμπότης του ο Σοφιανός την ώρα  που χορεύει, πιστεύεις σε μια άλλη εποχή. Δεν γνωρίζω ποια ακριβώς αλλά τη νοσταλγώ!

Στο μεθυσμένο μου κεφάλι έρχονται λόγια απ την πιο ποιητική ταινία του Μπενίνι «Πόσο αγαπάς το να θυμάσαι, πιο πολύ κι απ’ το να ζεις…». Μπορεί να ‘ναι και κατάρα μα το σημαντικό είναι να έχεις κι άλλους μαζί για να τσουγγρίσεις έστω ένα βαρέλι!

Κι αν λείπει κάποιος σήμερα, το άλλο Σάββατο μετά από τρελό ξενύχτι.

 



fashion addiction