

“Αν είσαι αρκετά τυχερός κι έχεις πάει στο Παρίσι νέος, τότε όπου και να πας στην υπόλοιπη ζωή σου θα το έχεις μέσα σου”.
ErnestHemingway
Νομίζω πως είναι τρεις οι φορές που έχω δει την “Amelie”. Ψέματα, τέσσερις είναι.
Μετά την πρώτη ζήλεψα όσο έχω ζηλέψει λίγους ανθρώπους στη ζωή μου, τον Ματιέ Κασοβίτς για τη μοναδική του τύχη να συναντήσει από το πουθενά αυτό που οι ρομαντικοί υμνούν κι οι κυνικοί χλευάζουν.
Μετά τη δεύτερη δεν είχα να ζηλέψω τίποτα…
Μετά την τρίτη μπορεί να μη ζήλεψα καθόλου τον Κασοβίτς, ζήλεψα όμως τον εαυτό μου που κάποτε έτυχε να τα ζήσει αυτά.
Μετά την τέταρτη ο τροχός (μου) είχε γυρίσει στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν μετά τη δεύτερη και μαζί μ’ αυτόν είχα γυρίσει κι εγώ…από το Παρίσι!
Μερικές μέρες πριν μας εγκαταλείψει οριστικά κι αμετάκλητα το 2004, αποφάσισα να κατευθυνθώ προς Γαλλία μεριά. Ο λόγος μοναδικός και καθόλου απλός. Αν δεν υπήρχε, το πιθανότερο είναι να κατέληγα κάπου αλλού. Ίσως να μην αποφάσιζα καν να εγκαταλείψω την εορταστική μου ρουτίνα. Ο λόγος όμως υπήρχε και υπάρχει κι εφόσον αποτελεί ένα από τα κέντρα της ύπαρξης μου, δεν υπήρχε περίπτωση να μην κερδίσει και το κέντρο των τελευταίων ταξιδιωτικών μου ανησυχιών. Χρειάζεται να τον κατονομάσω; Είναι το πρόσωπο.
Ιδού η Μονμάρτρη…
Τα σχέδια του ταξιδιού κάθε άλλο παρά συγκεκριμένα ήταν. Τουλάχιστον, ήταν απόλυτα αποσαφηνισμένη η φιλοσοφία του. Η Μονμάρτρη το λοιπόν, αποδείχτηκε ο πιο ενδεδειγμένος τόπος διαμονής. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τη μόνη επιλογή για πάσχοντες από την ίδια “νόσο” με μένα. Κι επειδή ως γνωστόν η πρώτη από τις πολλές συνέπειες της είναι το πρόωρο κι ακούσιο Αλτσχάιμερ, ο υπογράφων επέλεξε να δοκιμάσει τις αντοχές του μη ρεζερβάροντας εκ προοιμίου δωμάτιο, σε μία εποχή όπου η γαλλική πρωτεύουσα διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο του πιο καυτού ταξιδιωτικού προορισμού. Πέντε, έξι ώρες μετά την πρώτη επίσκεψη σε brasserieγια ένα γρήγορο γεύμα, με τη συμπαθέστατη Σέρβα σερβιτόρα να μιλά ελληνικά άμα τη όψει των ελληνικών επιγραφών στο πακέτο των τσιγάρων μου αποκαλύπτοντας μας ότι είχε ζήσει στην Ελλάδα για κάμποσα χρόνια, άνοιγα την πόρτα μιας σοφίτας, η οποία στα κιτάπια του LonelyPlanetπρέπει δικαιωματικά να κερδίζει τον τίτλο του δωματίου με την πληρέστερη θέα της Μονμάρτρης. Η εντυπωσιακή, καρτ-ποσταλικών προδιαγραφών, εικόνα δεν επέτρεπε αμφισβητήσεις για την επιλογής. Λίγες μέρες μετά, ήρθε κι η δικαίωση ή αλλιώς ένα από τα πιο συναισθηματικά πρωινά που είχα την τύχη να ζήσω στη ζωή μου, με το χιόνι να έχει καλύψει τα σοκάκια της Μονμάρτρης και τη SacreCoeurνα στέκει πασπαλισμένη στην κορυφή του λόφου…
Χιονισμένη ή μη, η Μονμάρτρη ανταποκρίνεται ακριβέστατα σ’ αυτό που όλοι έχουν στο μυαλό τους όταν τη φαντάζονται. Πλακόστρωτα σοκάκια, μαγαζάκια κουμπότρυπες παντού και παντός είδους, από μανάβικα μέχρι δισκάδικα και ανθοπωλεία, κι από σικάτες μπουτίκ μέχρι μικροσκοπικά bistrotκαι φιλόξενες brasseries. Οι τουρίστες σε αρκετά σημεία είναι ομολογουμένως πολλοί, ίσως και πάρα πολλοί. Και μάλιστα είχε πλάκα να παρακολουθώ τις φιγούρες τους ορισμένα πρωινά, από το μικροσκοπικό μου μπαλκόνι να “σκαρφαλώνουν” από τ’ αξημέρωτα στο λόφο αψηφώντας βροχή και ψύχος. Ποιος να τους αδικήσει όμως; Το κοινό αίσθημα περί ομορφιάς και καλαισθησίας δεν πρέπει πάντα να το απαξιώνουμε. Κι εν πάση περιπτώσει δε χρειάζεται παρά να παραστρατήσει ελάχιστα κανείς από τις sosδιαδρομές, για ν’ ανακαλύψει το δικό του ρομαντικό σύμπαν. Οι ίδιοι οι Παριζιάνοι πάντως δε μοιάζουν να ενοχλούνται διόλου απ’ αυτή την κοσμοσυρροή. Ακόμη κι εκείνος ο περίεργος τύπος που γνωρίσαμε αναζητώντας μία στάση του metroτις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες, μας συμβούλευσε λίγο πριν πάρει και πάλι στον ώμο όλο του το βιος: “Καλά κάνατε και μείνατε στη Μονμάρτρη. Για σας είναι”.Βέβαια μετά σχολίασε δεικτικά, ότι το Παρίσι δεν είναι το ίδιο γι’ αυτούς που ζουν μόνιμα και για τους επισκέπτες και δεν είχα κανένα λόγο να μην τον πιστέψω. Δεν είχα όμως και κανένα λόγο για να τον πάρω και πολύ σοβαρά. Ήμουν εκεί αυτός που ήμουν και δε μ’ ενοχλούσε καθόλου. Όταν το τρένο ξεκίνησε, τον έβλεπα να μας χαιρετά χαμογελαστός.
Η Αμελί είναι εκείνη ή κάνω λάθος;
Το παριζιάνικο metroείναι από μόνο του μία ξεχωριστή υπόγεια πολιτεία. ‘Η μάλλον μία τρόπον τινά υπόγεια αποτύπωση της πολυπολιτισμικής, πολυσυλλεκτικής, πολύχρωμης και γενικά πολύ everythingπολιτείας που διασχίζει. Όντας υποδειγματικό στη λειτουργία του, είναι σίγουρα το πιο αξιόπιστο και βολικό μέσο μετακίνησης στο Παρίσι, με τις στάσεις του να βρίσκονται μπροστά σου κάθε διακόσια μέτρα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε βράδυ, η κίνηση από πλευράς κόσμου μειωνόταν αισθητά, αφού τα βαγόνια του είχαν τσουλήσει για τελευταία φορά. Καινούριο μπορεί να μην είναι. Και σίγουρα δε γυαλίζει από καθαριότητα. Έχει όμως κάτι που το δικό μας metroφαίνεται ότι δε θ’ αποκτήσει ποτέ. Χαρακτήρα! Κι αυτό είναι κάτι που δεν αποκτάται ούτε με εκθέσεις αρχαίων ευρημάτων ούτε με σπονσοραρισμένες “καλλιτεχνικές” εκδηλώσεις. Για κάθε μία απ’ αυτές, το Metropolitain έχει να μοστράρει αυτοσχέδιες μουσικές του δρόμου και τη φωνή της EdithPiafαπό τα πολυκαιρισμένα ηχεία.
Στην ουρά τουρίστα
Το Παρίσι είναι μεγάλο. Πολύ μεγάλο. Δηλαδή εξαιρετικά μεγάλο! Κι είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πόλης για την οποία η ποσότητα συμβαδίζει απολύτως με την ποιότητα, υπό την έννοια ότι κάθε του γωνιά είναι μία εν δυνάμει ατραξιόν. Όμως και τα κλασσικά του σημεία παραμένουν ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Με λίγα λόγια, τον πύργο του Εiffel δεν υπήρχε περίπτωση να τον χάσω. Και στην ουρά περίμενα, υπομένοντας στωικά το εξαντλητικό κρύο μαζί με μερικές εκατοντάδες δύσμοιρους ακόμη, και το βαρύτιμο μπιλιέτο πλήρωσα (σ.σ. πάνε οι ωραίες εποχές της έγγραφης φοιτητικής ιδιότητας) και πατινάζ προσπάθησα μάταια να κάνω στο πρώτο του πάτωμα και στην κορυφή του ανέβηκα. Έτσι, απλά για να δοκιμάσω τις αντοχές της όρασής μου, να τεστάρω αν τα μάτια μου θα μπορούσαν ν’ αγγίξουν τις τέσσερις άκρες του Παρισιού. Η όψη της πόλης στα πόδια μου ωσάν άλλο σμήνος από πυγολαμπίδες ήταν ένα κανονικότατο naturalhigh.
Μάθε τέχνη κι άστηνα…
Το μουσείο του Λούβρου από μόνο του αποτελεί ένα λόγο για να ταξιδέψει κανείς μέχρι το Παρίσι. Έτσι μου έχουν πει δηλαδή. Πείτε με φαιδρό ή όπως αλλιώς προτιμάτε, αλλά δεν πέρασα τις πύλες του. Το κατ’ επίφαση αίσθημα βεβαιότητας ότι θα το επισκεφτώ ούτως ή άλλως κάποια στιγμή μελλοντικά, έκανε το “θαύμα” του κι εγώ την επιλογή μου. Προτίμησα συνειδητά να οργώσω την πόλη αυτή καθ’ αυτή. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε τυχαία στο CartierLatin, μπροστά από μία συστάδα ελληνικών εστιατορίων. Είναι απορίας άξιον το πόσο μαλάκα μπορεί να κάνει τον Έλληνα το προσωπικό αίσθημα φολκλορισμού. Η απύθμενη κακογουστιά των Ελληναράδων ταβερνιάρηδων τα είχε όλα. Από γουρουνοκεφαλές και ψάρια μαζί στις βιτρίνες μέχρι ψευδοκίονες στις εισόδους κι από επιγραφές τύπου “Macedonia”, “Alexander” και “Acropolis” μέχρι κράχτες να σκούζουν “όπα όπα” και να σπάνε πιάτα στα στενά! Το μειδίαμα μου ήταν προφανές όταν τους προσπερνούσα. Καταλήξαμε σ’ ένα χαρακτηριστικό αραβικό café πίνοντας ναργιλέ και τσάι μέντα μαζί με μία Αμερικανιδούλα και τον Τούρκο φίλο της. Χαριτολογώντας αυτός μου είπε ότι η μόνη ελληνική λέξη που ξέρει είναι “μαλάκας”. Τυχαίο είναι;
Για το Marais, το κατά παριζιάνικη αντιστοιχία Κολωνάκι, είχα διαβάσει πολλά, με κυριότερο το Μουσείο Πικάσο, τις πάμπολλες γκαλερί κι αντικερί. Και φυσικά τις μπουτίκ του νέου αίματος των σχεδιαστών της γαλλικής υψηλής ραπτικής.
Το LesHallesδεν έχω ιδέα πόσο κοντά ή μακριά ήταν, το μετρό όμως το έφερε στα πόδια μου, τα οποία γρήγορα με κατεύθυναν εντός του μουσείου CentrePompidou. Ίσως το πιο φουτουριστικό κτίριο της πόλης με τις εκθέσεις στο εσωτερικό του να είναι το δίχως άλλο πρωτοποριακές. Ένεκα χριστουγεννιάτικου κλίματος το conceptτης κεντρικής έκθεσης, που ήταν μόδας, είχε να κάνει με το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Βγάζω το καπέλο στο Galliani, στο Cavalli, στη Chanel, στη DonnaKaran. Αν μου περίσσευαν μερικά εκατομμύρια να τι θα έβαζα δίπλα στο τζάκι του σπιτιού μου. Κι αν και τέτοιο κομπόδεμα δεν είχα, έγινα “KingforaDay” που λένε, τρώγοντας πότε sushiκαι πότε αστακούς, καβουρομάνες, οστρακοειδή και λοιπά εδέσματα σε ντελικάτα ρεστοράν. Όχι, δεν το “φυσάω”, ούτε χρειάστηκε να πάρω διακοποδάνειο. Απλά στη Γαλλία για να τα κάνεις αυτά δε χρειάζεται να έχεις πισίνα και να οδηγείς Z8, ifyouknowwhatImean!
Ο Daliαποτελεί σίγουρα ένα από τα προσωπικά καλλιτεχνικά φετίχ και η έκθεση των έργων του, κάθε είδους κι όλων των περιόδων, στο περιφερειακό μουσείο της Μονμάρτρης ήταν κάτι παραπάνω από πλήρης. Ακόμη γελάω με το εξής χαρακτηριστικό φωτογραφικό του έργο. Τρεις ενσταντανέ γνωστών αριστερών στοχαστών της ιστορίας, κατά χρονολογική σειρά. Ο ένας είχε πλούσια γενειάδα. Ο επόμενος συμμαζεμένο μούσι και ο τρίτος μουστάκι. Ερώτηση προς τον Dali: Τι πιστεύετε για την κομμουνιστική ανάπτυξη τα τελευταία εκατό χρόνια;
Απάντηση: Από την πλευρά της τριχοφυίας στο πρόσωπο έχει υπάρξει σίγουρα μία σταθερή παρακμή.
Respectστο συχωρεμένο αδιόρθωτο!
Η Παναγία των Παρισίων αποτελεί σίγουρα το πιο αναγνωρίσιμο θρησκευτικό κτίριο της Ευρώπης. Με τα γκρίζα σύννεφα από πάνω της είναι το λιγότερο επιβλητική. Δυο βήματα πιο πέρα υπάρχει μία μικρή βιτρίνα. Δίπλα της μία ξεχασμένη από το θεό ξύλινη πόρτα. Και πάνω απ’ αυτήν μία επιγραφή ShakespeareandCo ή αλλιώς ο απόλυτος ορισμός του βιβλιοπωλείου, η Μέκκα των απανταχού βιβλιοφάγων. Σύμφωνα με το θρύλο, στο ξεθωριασμένο του παρκέ έχουν περπατήσει πολλοί από τους μαιτρ της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το σίγουρο είναι ότι το υλικό που φιλοξενούν τα σκοροφαγωμένα ράφια του αποτελεί μία παγκόσμια βιβλιοθήκη σε μέγεθος SportBilly. Αυτά στον κάτω όροφο. Γιατί στον πάνω υπάρχουν μερικές χιλιάδες εκδόσεις, χειρόγραφες ή μη, τις οποίες μπορεί να διαβάσει κανείς ξαπλώνοντας σ’ ένα από τα δύο τσαλαπατημένα ράντζα ή αράζοντας με μια κούπα τσάι στο μικροσκοπικό τραπεζάκι με θέα τη NotreDameκαι τον Σηκουάνα.
Από την άλλη, το παζάρι του Saint-Ouenείχε μεν κι αυτό τα πάντα και κάθε άλλο παρά μικρό ήταν. Ώρες ολόκληρες δε μας έφτασαν να δούμε κάθε μικροσκοπικό standκαι κάθε αραδιασμένη πραμάτεια. Οι αντικερί ήταν και πάλι το clueτης υπόθεσης και το μαγαζί με τα μπρελόκ από την αρχή του αιώνα η ατραξιόν αυτών.
Ανεμομαζέματα διαβολοσκορπίσματα
Ερχόμενος στο Παρίσι ήμουν κάθετος σχετικά μ’ ένα πράγμα. Να μη ξοδέψω σε καμία περίπτωση μία ολόκληρη μέρα παλιμπαιδίζοντας στη Eurodisney. Εννοείται ότι κατέληξα οριζόντιος και διαγώνιος και κυκλικός, είτε ανεβαίνοντας στο rollercoasterτου IndianaJones, είτε κόβοντας βόλτες με το τρενάκι του τρόμου, είτε ακόμη εκτοξευόμενος (κανονικά!) μέσα στη μηχανή προσομοίωσης πυραύλου. Συμβουλή: αν πάτε φροντίστε να μην έχετε μαζί σας χρήματα και κάρτες. Σκεφτείτε απλά ένα παιδί σ’ έναν παιδότοπο με κάμποσα ευρώ. Τι θα κάνει, δε θα τα ξοδέψει;
Ο χειρότερος εφιάλτης του οικονόμου και η γη της επαγγελίας του καταναλωτή στο Παρίσι έχει ένα όνομα, GallerieLafayette, γύρω στους δέκα ορόφους και μερικές δεκάδες φιρμαρισμένα καταστήματα. Φέρτε στο μυαλό σας το Λαμπρόπουλο, υψώστε την εμπορική του δύναμη στο τετράγωνο και θα έχετε μόνο μία στοιχειώδη εικόνα του τι πραγματικά εστί Lafayette. Ακόμη δε μπορώ ν’ αποφασίσω τι με είχε χαλάσει περισσότερο βγαίνοντας. Το ότι είχα ακούσια ακουμπήσει πολλάκις τον οβολό μου ή το ότι εκούσια είχα ξοδέψει πολύ από το χρόνο μου;
Ο κλασσικός ο μαλάκας ο Έλληνας
Ευτυχώς, ρεφάρισα (σε χρήμα) στο checkingout. Αλήθεια λέω κύριε Πρόεδρε κι αξιότιμοι δικαστές. Ρώτησα τη ρεσεψιονίστ τι ακριβώς χρωστούσαμε. Το μυαλό ρεβιθιού όμως με το οποίο την έχει προικίσει ο ύψιστος δεν ήταν αρκετό για να καταλάβει ότι τα λεγόμενα της υπολείπονταν της αναγραφόμενης τιμής κατά πολύ. Αν προσπάθησα να της το πω; Χμμμ…είπαμε ερωτευμένος είμαι. Όχι μαλάκας. Au revoir!






