Βερολίνο 2004
Του Δημήτρη Γκενεράλη
Share |

Η μυθιστορία ενός ολόκληρου αιώνα

Φέτος το Νοέμβριο συμπληρώθηκαν δεκαπέντε χρόνια από την πτώση του τείχους τουΒερολίνου και στην ιστορία της Γερμανίας άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο, αυτό της επανένωσης ύστερα από σαράντα χρόνια διαφοροποίησης, ύστερα από σαράντα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων το δυτικό και το ανατολικό Βερολίνο εξελίχθηκαν σε δυο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.

Το δυτικό Βερολίνο της εποχής του τείχους ήταν ένα νησί -έτσι το έλεγαν, «νησί»-, ένα κομμάτι γης στο κέντρο της ανατολικής Γερμανίας. Δεν συνόρευε από πουθενά με τον πολιτισμό της Δύσης και γι’ αυτό το λόγο ήταν ανοιχτό στη μετανάστευση. Όποιος αποφάσιζε να πολιτογραφηθεί μόνιμος κάτοικος Δυτικού Βερολίνου είχε 100 Μάρκα (50 Ευρώ) το μήνα «επίδομα Βερολίνου», απαλλασσόταν από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις απ’ όποιο κράτος κι αν προερχόταν και τύγχανε πλήρους φοροαπαλλαγής. Οι δυνάμεις κατοχής του Δυτικού Βερολίνου (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία και Γαλλία) ήθελαν ένα δυτικό κρατίδιο-πρότυπο απέναντι ακριβώς από τα σύνορα του ανατολικού Μπλοκ κι εν μέρει το πέτυχαν. Στην πόλη συγκεντρώθηκαν από το 65΄μέχρι το 88΄ φρικιά, καλλιτέχνες, αντιρρησίες συνείδησης  και πολιτικοί ακτιβιστές απ’ όλο τον πλανήτη.

Το ανατολικό Βερολίνο απ’ την άλλη, παρέμεινε ως είχε μετά απ’ τον πόλεμο. Μια πόλη γκρίζα και μισοερειπωμένη. Πολλά από τα βομβαρδισμένα κτίρια δεν ανακαινίστηκαν ποτέ μέχρι την επανένωση με τη δυτική Γερμανία, απαγορεύονταν εντελώς οι διαφημίσεις και τα εμπορικά καταστήματα στους δρόμους και γενικά αυτό που κυριαρχούσε ήταν η απόλυτη ομοιομορφία μιας μονότονης πόλης. Η διασκέδαση περιοριζόταν σε κάποια κρατικά εστιατόρια και καφέ-μπιραρίες, μα το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι οι κάτοικοι της ανατολικής Γερμανίας δεν επιτρεπόταν να ταξιδεύουν στις χώρες του δυτικού κόσμου. Με το πέρασμα των χρόνων αναπτύχθηκε έντονα διαφορετική νοοτροπία στη σκέψη και τη συμπεριφορά των κατοίκων των δυο πόλεων. Διαφορές που μέχρι και σήμερα δεν κατέστη δυνατό να εξισορροπηθούν. Οι δυτικογερμανοί χαρακτηρίζουν τους ανατολικούς, τεμπέληδες και τους αποκλείουν απ’ την αγορά εργασίας (στο μέτρο που μπορούν) ενώ οι ανατολικογερμανοί χαρακτηρίζουν τους δυτικούς, βολεμένους καπιταλιστές και υπερόπτες. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι επιχειρήσεις που εδρεύουν στην πρώην ανατολική Γερμανία δίνουν μισθούς κατά τρία Ευρώ χαμηλότερους από τους δυτικούς.

Βρίσκομαι στο Βateauhivre, στην OranienStrasse, ώρα 12.00 το μεσημέρι, το Μάιο του 2004. Μα που είμαι; Αναρωτιέμαι. Κάθομαι σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία που βλέπει στο δρόμο, μα είναι έρημη αυτή η πόλη; Στην Αθήνα την ίδια ώρα άνθρωποι περνούν πάνω-κάτω τόσο γρήγορα που δεν μπορείς να συγκρατήσεις τα πρόσωπά τους. Εδώ αραιά και που αυτοκίνητα, λίγοι ποδηλάτες, φρικιά και πολλοί Τούρκοι, Άραβες, Αφρικάνοι, Κινέζοι. Πληροφορούμαι ότι το συγκεκριμένο καφέ είναι το πιο παλιό στέκι αναρχικών στο Δυτικό Βερολίνο, στη γειτονιά του Kreuzberg.

«Και που να ‘σουν εδώ το 1985», μου λέει ο άντρας που στέκεται πίσω απ’ την μπάρα και σερβίρει τους καφέδες,

«τώρα όλα είναι νεκρά, δεν υπάρχει τίποτα, ούτε συναυλίες της προκοπής, ούτε άνθρωποι. Τα πολιτικά κινήματα του Δ. Βερολίνου έχουν πεθάνει προ πολλού. Εκείνη την εποχή απ’τη γειτονιά δεν τολμούσε να περάσει μπάτσος. Τον παίρναμε με τις πέτρες. Έχει τύχει να παρατήσουν περιπολικό και να φύγουν τρέχοντας. Φίλε ό,τι και να κάνεις, να περάσεις καλά, αλλά μην ξεχάσεις να πάς στο SupaMollyστο Friedrichshain κάποιο βράδι. Εκεί γίνονται ακόμα πράγματα». Τελειώνω τον καφέ μου, πίνω και μια τεκίλα και φεύγω. Περπατάω προς το μετρό (U-Bahn το λένε εδώ). Θέλω να πάω προς την Alexanderplatz, την κεντρική πλατεία του πρώην ανατολικού Βερολίνου. Μου είπαν ότι εκεί μαζεύονται ακόμα πανκ. Πάνκ, όπως τους ξέρουμε, με πολύχρωμα μαλλιά, μοϊκάνικο κούρεμα και αρβύλες και σκυλιά. Περίπου δεκαπέντε λεπτά αργότερα κατεβαίνω στον ομολογουμένως τεράστιο σταθμό της πλατείας, που έχει σαν σήμα κατατεθέν της τον πανύψηλο πύργο της τηλεόρασης, επίτευγμα της κομμουνιστικής κυβέρνησης, με 365 μέτρα ύψος. Όλα στον πρώην ανατολικό τομέα είναι τεράστια. Τα κτίρια είναι πανύψηλα κι εκπληκτικά τετράγωνα, η πλατεία είναι αχανής, οι διασταυρώσεις επίσης, κάνεις πέντε λεπτά για να διασχίσεις μια διασταύρωση και πάνω από είκοσι λεπτά για να κάνεις το γύρω ενός τετραγώνου με τα πόδια. Στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένα παλιό συντριβάνι και το περίφημο παγκόσμιο ρολόι. Στέκομαι απέναντι, στην υπαίθρια καντίνα να φάω ένα λουκάνικο και να χαζέψω τον κόσμο που περνάει. Δίπλα μου στέκεται ένας πανκ, πίνει τη μπίρα του και καπνίζει ένα joint.

«Έχεις κάνα φράγκο φίλε με ρωτάει;», βγάζω και του δίνω ένα Ευρώ.

«Ευχαριστώ, μάγκα, θέλεις μια γουλιά;» λέει και μου προσφέρει το καφέ μπουκάλι της BerlinerPilsner, που κρατούσε.

«Όχι ευχαριστώ του απαντάω, όμως θέλω να σε ρωτήσω κάτι, επιτρέπεται αυτό που καπνίζεις εδώ;»

«Οι μπάτσοι μας παίρνουν μέσα αλλά δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα, μετά από λίγο είμαστε και πάλι έξω, επιτρέπεται να έχεις ένα τσιγάρο για προσωπική χρήση» και πάνω που μου τα έλεγε αυτά, ήρθε η φίλη του, με πράσινο τσουλούφι, αλυσίδες στο παντελόνι κι ένα τεράστιο λυκόσκυλο που φορούσε παλαιστινιακό μαντήλι στο λαιμό και του λέει κάτι και σηκώνονται και φεύγουν χωρίς να χαιρετίσουν. Εγώ στο μεταξύ είχα μείνει με το λουκάνικο στο χέρι και κοιτούσα. Ρωτάω τον τύπο που μου έφτιαξε το λουκάνικο, τι ενδιαφέρον έχει να δω εδώ κοντά και μου λέει σχεδόν αμέσως «Να πας στο Prenzlauerberg, στη Helmholtzplatz και να βρεις το καφέ Wohnzimmer, να μπεις και να ζητήσεις τον Βάγκνερ, και να του δώσεις αυτό», και τελειώνοντας τη φράση του μου δίνει έναν χοντρό φάκελο. «Θα το κάνεις αυτό για μένα;», συμπληρώνει, «σε κερνάω το λουκάνικο».

Το Prenzlauerberg είναι εντυπωσιακή γειτονιά γεμάτη παλιά κτίρια. Πολλά είναι ανακαινισμένα, αλλά υπάρχουν και αρκετά που είναι αφημένα στην κατάσταση που τα άφησε ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος, δηλαδή γεμάτα τρύπες από σφαίρες στους τοίχους, χαλάσματα, ετοιμόρροπες πόρτες, κι όμως παρ’ όλα αυτά μένει κόσμος μέσα. Το καφέ Wohnzimmer (που σημαίνει «σαλόνι») είναι γεμάτο παλιά έπιπλα, αταίριαστα μεταξύ τους και ως προς την εποχή και ως προς την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Ο Βάγκνερ μου εξηγεί ότι «εδώ, την εποχή που υπήρχε η ανατολική Γερμανία, ήταν ένα συνοικιακό καφενείο, όταν έπεσε το τείχος, μαζί με κάτι φίλους μπήκαμε στο ανατολικό Βερολίνο, καταλάβαμε ένα σπίτι και αργότερα νοικιάσαμε αυτό το καφενείο σε εξευτελιστική τιμή και όπως βλέπεις το επιπλώσαμε με ό,τι βρήκαμε στο δρόμο ή σε παλιά σπίτια που τα γκρέμιζαν». Αυτό πάντως που είδα εγώ, τώρα το 2004, ήταν ότι είναι πολύ της μόδας αν και ο κόσμος που μαζεύει δεν είναι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε trendy.

«Ακόμα και τώρα στο Βερολίνο, νιώθεις πως βρίσκεσαι σε κάποια άλλη εποχή, αδύνατον να είμαστε στο 2004, όλα είναι τόσο νωπά εδώ, ο πόλεμος, η ιστορία με το τείχος, ο Μάης του 68΄ (η ιστορία του οποίου λένε ότι ξεκινάει από μια φοιτητική εστία του Βερολίνου, όταν δολοφονήθηκε ένας Γάλλος φοιτητής από παρακρατικούς), νομίζεις πως τα ζεις όλα αυτά, όταν περπατάς στους δρόμους του Βερολίνου», έλεγα το ίδιο βράδι σε μια φίλη που την πήρα στο τηλέφωνο, ενθουσιασμένος με όλα αυτά που έβλεπα.

Το SupaMolly βρίσκεται στο Friedrichshein, ακόμα μια γειτονιά του πρώην ανατολικού τομέα που τώρα κατοικείται κυρίως από φοιτητές και καλλιτέχνες. Αν δεν σε πάνε μέχρι εκεί, είναι δύσκολο να το βρεις. Το μέρος αυτό είναι πραγματικά underground και για να μπείς μέσα πρέπει να σηκώσεις μια καταπακτή που βρίσκεται σε κάποια αυλή και να κατεβείς τις σκάλες. Μέσα επικρατεί η απόλυτη πανκ ατμόσφαιρα ενώ έχει και μια μικρή σκηνή, όπου κάθε βράδι παίζουν διάφορα μικρά γερμανικά συγκροτήματα. Στη συναυλία που είδα εγώ, έπαιζε μια γυναικεία μπάντα από το Treptow και έπαιζαν πραγματικά δυνατά, έφτυναν τους στίχους πάνω στους θεατές, οι οποίοι πετούσαν μπουκάλια στη σκηνή και όλοι χάνονταν μέσα στις εξάρσεις της κιθάρας. Η μπίρα κόστιζε δυο Ευρώ και η είσοδος τρία. Από κεί έφυγα κατά τις τρεις το βράδι περισσότερο γιατί ένιωθα πραγματικά κουρασμένος απ’ τη μέρα μου. Περπατώντας πρός το μετρό, σκεφτόμουν ότι η ομορφότερη εποχή για να επισκεφθεί κανείς το Βερολίνο είναι η άνοιξη. Η θερμοκρασία είναι αυτή ακριβώς που πρέπει να είναι, όλα τα καφέ έχουν τραπεζάκια έξω και ο κόσμος στους δρόμους δείχνει σχεδόν ευτυχισμένος.

 Η επόμενη μέρα με βρήκε να τρώω πρωινό στο καφέ Shwartz & Sauer στην Kastanien alle. Τόπος συνάντησης για φοιτητές, παράξενους καλλιτέχνες, επίδοξους web designers,ένα μέρος που με τράβηξε γιατί βρισκόταν δίπλα σε κάτι σαν μουσείο ηλεκτρονικών υπολογιστών και videogames. Εκεί είδα όλη την ιστορία, ZX Spectrum, Commodore 64, Amiga, Amstrad 6128, Atari, τους υπολογιστές-παιχνιδομηχανές με τους οποίους περάσαμε τη δεκαετία του 80΄ και συγκινήθηκα πολύ. Από ‘κει, παίρνοντας το τραμ, κατέβηκα στο Mitte το κέντρο του σύγχρονου Βερολίνου, γεμάτο ντιζαϊνάτα καφέ, μαγαζιά με ακριβά ρούχα και παπούτσια και την μεγαλύτερη (και όχι τόσο ακριβή) αγορά με ρετρό αντικείμενα από τη δεκαετία του 60΄και του 70΄ και από ‘κεί πήρα τον υπέργειο σιδηρόδρομο, το S-Bahn και πήγα στην Potzdamer Platz, την πιο πολυσύχναστη πλατεία της Ευρώπης τη δεκαετία του 30΄, εκεί που ήταν τα περίφημα βερολινέζικα καμπαρέ, τα ακριβά εστιατόρια και τα priveclub, εκεί που 24 ώρες το 24ωρο είχε κόσμο. Ύστερα ήρθε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, οι βομβαρδισμοί και η πλατεία εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης, μετά χτίστηκε το τείχος και αποφασίστηκε η ισοπεδωμένη πλατεία να παίξει το ρόλο της νεκρής ζώνης ανάμεσα στις δυο πόλεις που είχαν το όνομα Βερολίνο. Μόλις πριν από δέκα χρόνια διάσημοι αρχιτέκτονες απ’ όλο τον κόσμο συγκεντρώθηκαν εκεί κι έχτισαν και πάλι μια πλατεία με σκοπό ν’ αποτελέσει το “city” μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Πανύψηλα γυάλινα κτίρια, ουρανοξύστες σε νεοϋορκέζικο στιλ, κινηματογράφοι, σούσι μπάρ, συνθέτουν το σκηνικό μιας νέας πόλης μέσα στην πόλη. Εκεί, στην Potzdamer Platz, μιλούσα μ’ έναν τύπο που γνώρισα ενώ χάζευα το μουσείο κινηματογράφου. Μου είπε ότι απο τότε που έπεσε το τείχος, ξέπεσε και το δυτικό Βερολίνο. Οι πανάκριβοι δρόμοι με τα καταστήματα, τα κοσμηματοπωλεία και τα ξενοδοχεία δεν είναι πλέον και τόσο ακριβοί και τελικά ότι το κέντρο του Βερολίνου έχει μεταφερθεί στον πρώην ανατολικό τομέα. Ο παραδοσιακά αριστοκρατικός δρόμος του δυτικού, η Kurfüsterdamm, έχει ερημώσει σε σχέση μ’ αυτό που ήταν παλιότερα, ενώ η Friedrichstrasse, που κάποτε ήταν ένας απ’ τους δρόμους-περάσματα στο ανατολικό Βερολίνο, όπου απαγορευόταν ακόμα και να κατοικίσει κανείς, έχει αναδειχθεί σε έναν απ’ τους μεγαλύτερους και ακριβότερους εμπορικούς δρόμους στη Γερμανία.

Με λίγα λόγια το Βερολίνο του 2004 είναι η πόλη όπου ακόμα και τώρα όλα μπορούν να συμβούν, από τους δρόμους με τα πανάκριβα μαγαζιά του Dior, Gucci, Prada, μέχρι την εξέλιξη του πανκ και της κουλτούρας του στους δρόμους γύρω από την Alexanderplatz, από τους ουρανοξύστες και τα γυάλινα κτίρια της Potsdamer Platz μεχρι τα μισοερειπωμένα κτίρια του Prentzlauerberg και του Friedrichshain, από τα μοδάτα στέκια του Mitte μέχρι τα παράνομα club που βρίσκονται διασκορπισμένα σε όλη την πόλη και τα ανακαλύπτεις μόνο από στόμα σε στόμα (συνήθως είναι after και σερβίρουν μόνο μπίρες και μεταλλικό νερό).

Τελικά φαίνεται ότι η πόλη προσπαθεί να ζήσει και πάλι, προσπαθεί ν’ αγγίξει την ακμή του μεσοπολέμου, τότε που το χρήμα έρεε σε αφθονία και οι έμποροι του Βερολίνου είχαν κατακτήσει ολόκληρη την Ευρώπη. Κι όλα αυτά, παρόλη την τρομακτική ανεργία (19%), παρόλη την έντονη διαφορά ανατολικών και δυτικών και παρόλο που οι προβλέψεις για πλήρη απορρόφηση της πρώην ανατολικής Γερμανίας από τη δυτική μέσα σε 11 χρόνια, έπεσαν έξω. Το Βερολίνο εν έτει 2004 είναι η πόλη που μας διδάσκει την ιστορία του αιώνα που μας πέρασε.



fashion addiction