Πως το τρίβουν το πιπέρι...
του Αλέξη Γαγλία
Share |

Στην Ικαρία, στο χωριό μου, τον Δεκαπενταύγουστο γίνεται το μεγάλο πανηγύρι το οποίο κάθε φορά είναι και το γεγονός ολόκληρης της χρονιάς για το μικρό, όμορφο αυτό τόπο. Το χωριό το χειμώνα σχεδόν δεν υπάρχει, μονάχα ένας-δυο γερόντοι (ψευτο)ζούνε, παρέα με την χιονισμένη ΕΡΤ και τα νεκρά τηλέφωνα. Ξεκινά να κατοικείται με το που πρωτοζεσταίνει ο καιρός και ερημώνει πάλι με τα πρώτα κρύα. Η μέρα του πανηγυριού είναι το αποκορύφωμα του καλοκαιριάτικου αναβρασμού, του ξαναζωντανέματος του τόπου. Έξω απ’ το καφενείο, σε μια βεράντα κακόγουστη, τσιμενταρισμένη, που όμως βλέπει όλη τη θάλασσα, όλοι γιορτάζουν, τρώνε γίδα βραστή και πίνουνε πολύ από το κατακόκκινο και δυνατό Καριώτικο κρασί τους. Κανείς δε νοιάζεται για τίποτα. Όλοι, ακόμα και οι πιο αυστηροί και κουμπωμένοι, γίνονται εν μία νυκτί, θνητοί Διόνυσοι πιστοί της Παναγίας, μερακλήδες. Παλιότερα, η λαμπρή αυτή γιορτή ήταν μάλλον ιδιωτική υπόθεση, ένα κρασοπότι μεταξύ των συγχωριανών, άντε και μερικοί πατριώτες τους, Καριώτες κι αυτοί από τα κοντινά χωριά. Τώρα τελευταία, που η Ικαρία έγινε απ’ τους πιο inunderground προορισμούς δανειοδιακοπών, στο πανηγυράκι συναντάς πολλές άγνωστες φάτσες… προοδευτικούς συνέλληνες ανακατεμένους σε έναν ξέφρενο χορό με “burnedout” αμαθείς και εχθρικούς προς το DNA της φυλής μας, ξένους. Μα την ώρα του πανηγυριού οι ταυτότητες δεν έχουν σημασία και διαπιστεύσεις δεν υπάρχουνε, ούτε και αστυνομικές δυνάμεις για τον φόβο τρομοκρατικών επιθέσεων από Καριώτες με αραβικό background και μεθυσμένους Ιρλανδούς τουρίστες. Σας λέω, κανείς δε νοιάζεται για τίποτα. Ακόμα και οι χωριανοί που πρωτοστάτησαν στη διοργάνωση της θρησκευτικής φιέστας, που προσφέρθηκαν ( volunteers ) να παριστάνουνε, άλλος τον μάγερα, άλλος τον λατζέρη κι άλλος τον μάνατζερ- ταμία, είναι όλοι τους πιωμένοι κι έτσι κομμάτι δύσκολο όλοι οι υπολογισμοί τους να είναι εντάξει 100%. Ποτέ όμως από δόλο, εκεί όλοι τους δυο πράγματα μονάχα προσδοκούνε- άφθονο γλέντι και αν γίνεται, λιγάκι Χάρη από την Παναγιά. Τα χρήματα από το πανηγύρι μοιάζουνε αγιασμένα, από το πρώτο έως το τελευταίο cent, όλα τους πηγαίνουν στο χωριό. Ξημερώνει. Και το πανηγύρι τραβάει ακόμα, ως τις 9, ως τις 10, μέχρι να βγούνε τα ζωνάρια για να αρχινήσει το πιπέρι- βρε πως το τρι, πως το τρίβουν το πιπέρι- βρε με τη μου, με τη μούρη τους το τρίβουν…Μόνο όταν όλο το πιπέρι τους χυθεί στην πίστα, «μιξαρισμένο» με καρπουζόφλουδες και χώματα αρχαία, και οι τουρίστες δεν αντέχουνε να πιούνε παραπάνω και η νύστα των παιδιών δεν είναι άλλο υποφερτή, τα όργανα σταματούνε και σβήνει η Φλόγα της γιορτής. Όλοι πάνε για ύπνο. Μονάχα μερικοί παλιοί, που τρίφτηκαν στα πανηγύρια από πιτσιρικάδες και κάηκε η γούνα τους κάμποσες φορές, ρίχνουν λίγο νερό στα μούτρα τους, ψήνουνε από έναν διπλό ελληνικό και βάζουν κάτω στο τεφτέρι τους τα data του απλοϊκού τους, πανηγυρτζίδικου προϋπολογισμού. Τα έξοδα και τα κέρδη. Και ακόμα και σε τέτοιες ατίθασες, περίεργες ώρες, με όλη τη νύστα και το πάθος τους να μπλέκονται εκρηκτικά, έχουνε κάποια λογική, κρατούν μια αυτοκυριαρχία. Μόνο εάν το πανηγύρι τελείωσε με κάποιο κέρδος χειροπιαστό, θα τους ακούσεις να το παραδέχονται, γυρίζοντας ο ένας προς τον άλλο- φέτος αξάδερφε Αγγελή τα πήγαμε καλά…άντε, του χρόνου τώρα και πολλά φιλιά ( μτφρ : many, manykisses) στην εξαδέλφη Gianna. Sleepwell χορευταράδες μου$



fashion addiction