

Iλουστρασιόν γκόμενες περνάνε μπροστά μου. Τις
ξεφυλλίζω με απάθεια. Με κοιτάνε παγωμένες. Κάνουν νάυλον νάζια. Μακρινές και
χάρτινες. Όμορφες σαν ψέμα. Κενές σαν αλήθεια. Αδιάφορες...
Μένω εκστατικός στη θέα
ενός μεταλλικού κομψοτεχνήματος. Προστακτικό, λάγνο, ακέραιο, θλιμμένο. Με
προσωπικότητα.... Οι καμπύλες του κυματίζουν ερωτικά ανακλώντας το φώς προτού
καταλήξουν σε μυτερή κορυφή. Θέλω μόλις ξυπνήσω το πρωί να πιέσω πάνω της το
πορτοκαλί ημισφαίριο. Να το ζουλήξω μέχρι να δώ την τελευταία σταγόνα να κυλάει
πάνω στο μεταλλικό κώνο. Η σκέψη αυτής της επαφής με διεγείρει. Το θέλω! Μου
λείπει...το θέλω! Τελειώνω! Τελειώνω... ... .... ...................
Το γαμημένο μου κενό δε
γεμίζει. Η μαύρη τρύπα όσο τρώει μεγαλώνει. Με καταπίνει. Παχύσαρκη πουτάνα!
Αυτό είναι. Τρέφεται με τις ματαιώσεις, τα πικρά μου απωθημένα. Τραβάω το
καζανάκι. Το νερό στροβιλίζεται με βαθύ
και γάργαρο ήχο. Το είδωλό μου χαμογελάει ανάλαφρο και ικανοποιημένο.
Οργανώνω το γεύμα μου με
ακρίβεια και προσεληνώνομαι στο μαύρο βελούδινο καναπέ. Κλάνω ελεύθερος και
σκουπίζω τις μουστάρδες από το στόμα με χυδαιότητα. Κροταλίζω ευτυχής σα μασέλα
και τρίβω τις πατούσες μου.
Πατάω το κουμπί. Ο κόσμος
αποκτάει σχήμα στις τέσσερις πλευρές ενός παραλληλόγραμμου. Ο κόσμος 25 ίντσες.
Βυθίζομαι στο λευκό φώς. Καίει τις μνήμες μου σαν παλιές ασπρόμαυρες
φωτογραφίες. Στη θέση τους προβάλλει άναρχα σκόρπιες έγχρωμες εικόνες,
συνθέτοντας την παραλληρηματική μου συνείδηση. Κοιτάζω μακάριος, προστατευμένος
και απαρατήρητος. Όπως πίσω από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου.
Ηλεκτρόνια εντός
ανθρωπόσχημων περιγραμμάτων ακτινοβολούν σκιάζοντας το υπερτροφικό μου Εγώ.
Φλυαρούν - χειρονομούν - υποδύονται....
Σε οριενταλ φόντο κάποιος ταλαιπωρεί ένα αυτοκίνητο – έναν ελέφαντα – τον εαυτό
του.... Ξανθές ηλιοκαμμένες φάτσες στερεωμένες σε παραφουσκωμένες μάζες μυών
παλεύουν με περίεργα όργανα βασανισμού
και προφέρουν προσβλητικές οδηγίες χρήσης. Τηλεφωνικοί αριθμοί από 090 κάνουν
κρόουλ στην επιφάνεια της οθόνης...
Είναι αργά. Το βλέμμα αρνείται να εστιάσει. Τα μάτια κλείνουν. Σκοτάδι... Οι
ήχοι μπερδεύονται... Απομακρύνονται... Μετά σιωπή...
Στα βλέφαρα μου – θέατρο
σκιών. Ένα παιδί... Κλαίει. Προσπαθώ να διακρίνω το πρόσωπό του. Θαμπώνει από
τη λάμψη μιας όμορφης γυναίκας με διάφανη επιδερμίδα. Είναι διαπεραστική και
γεμάτη αυτοπεποίθηση. Η μορφή της οικεία. Συγκεντρώνομαι... Νικόλ Κίντμαν!
Ταράζομαι.
Πετάγομαι. Το
σκουπιδιάρικο έξω από το σπίτι ουρλιάζει. Με ξυπνάει μπάτσικα. Μπροστά μου ένα
πρόσωπο.
Μου παγώνει το αίμα.
Είναι τετράγωνο με γαμψή μύτη. Κοιτάζει μέσα από δύο καρφίτσες. Μοχθηρό, ηλίθιο
και φιλάρεσκο. Αδίστακτο και υστερικό. Απόλυτη αναξιόπιστία. Γελοία
καρικατούρα. Φτύνει μασημένες λέξεις...Το πρόσωπο αυτό εκπέμπει ένα μόνο
μήνυμα. «Η ζωή ενθάδε κείται».
Πατάω το κουμπί και ο
πρόεδρος Μπούς εξαφανίζεται...Μαζεύω κουράγιο να σηκωθώ από τον καναπέ






