

2003. Άνω Λιόσα. Λεωφόρος
ΝΑΤΟ. Μια ασφάλτινη ευθεία δίχως κατάληξη. Προσπερνάω με υπερένταση
μποτιλιαρισμένα φορτηγά. Στο παράθυρό μου τρέχουν στοιβαγμένες μεταλλικές μάζες
από παροπλισμένα στρατιωτικά οχήματα, συνταξιοδοτημένα τρόλει, απομεινάρια Ι.Χ.
Μνημεία ενός πολιτισμού που κάποτε υπήρξε. Τη σιδερένια πεδιάδα διακόπτει ένας,
κάθετος στην λεωφόρο, δρόμος. Στρίβω. Ακολουθώ τα σκουπιδιάρικα. Όσο πλησιάζω,
η ατμόσφαιρα σαπίζει. Στις όχθες αυτοσχέδιες παράγκες από λαμαρίνες, ελενίτ,
νοβοπάν και νάυλον. Καταυλισμοί Τσιγγάνων. Βλέμματα καχύποποτα και φοβισμένα.
Είμαι ξένος. Στο τέλος του δρόμου μια πύλη. Σκουπιδιάρικα και φορτηγά με μπάζα
παρατάσσονται για να πληρώσουν το αντίτιμο του φορτίου τους. Έπειτα χωρίζονται
σε χωματόδρομους που σκαρφαλώνουν σε φαλακρούς λόφους.
Κοιτάζω μέσα από το φακό
της φωτογραφικής μηχανής. Μια αχανής αλάνα μέσα σε σύννεφο σκόνης. Μου τυλίγει
τα μαλλιά, τα ρούχα, το πρόσωπο. Μου γδέρνει τον αμφιβληστροειδή.
Θηριώδη βουνά από
σκουπίδια κυκλώνουν το τοπίο. Στέκουν αυστηρά δηλώνοντας την ύπαρξη 4.000.000
ανθρώπων που απουσιάζουν. Σκουπίδια - χαφιέδες... προδίδουν τις συνήθειες, τα
γούστα, τα βίτσια μας. Ό,τι φάγαμε, ό,τι φορέσαμε, ό,τι ζήσαμε, ό,τι
καταναλώσαμε... Ό,τι πετάξαμε...
Τα σκουπιδιάρικα
αδειάζουν. Άνθρωποι σκουριές χώνονται από κάτω. Ψαχουλεύουν για ανακυκλώσιμα
υλικά. Κάποιος σηκώνει ένα κρέας στα χέρια θριαμβευτικά. Τα πάντα εδώ
ανακυκλώνονται επ αόριστον. Άνθρωποι – σκουπίδια – γλάροι. Τεράστιοι μεταλλικοί
δεινόσαυροι παρασύρουν και στιβάζουν. Ταμπουρωμένος πίσω από το φακό προσπαθώ
να κατανοήσω τον κόσμο που μου παρουσιάζεται. Πώς να τον στριμώξω σε ένα
ορθογώνιο 135mm?
Κατηφορίζω προς τους
καταυλισμούς. Με ακολουθεί το κρώξιμο των γλάρων. Σ ένα πράσινο ξέφωτο παιδιά
ξεκουράζονται. Με υποδέχονται σαν ευχάριστο αναπάντεχο. Στην αρχή, όλα μαζί,
πολύχρωμο μπουλούκι που τσιρίζει, γελάει, αστειέυται, τσακώνεται, αγκαλιάζεται,
τραβολογιέται. Το παιχνίδι μας χαλαρώνει. Μέσα από τα φούξια, τα μπλέ, τα
πορτοκαλιά, ξεχωρίζουν μελαχροινά πρόσωπα με ανάκατα μαλλιά. Ποζάρουν. Η στάση
του κορμιού προδίδει μαγκιά, τσαμπουκά, καπατσοσύνη. Το μπουλούκι αρχίζει να
ξεχωρίζει. Μια μικρή με το χέρι στη μέση κοιτάει μέσα στο φακό με θράσος. Ένα
αγόρι κρατάει προστατευτικά ένα κορίτσι που τυλίγεται με θηλυκότητα στο λαιμό
του. Τα παιδικά χαρακτηριστικά σε αντίθεση με τις εκφράσεις. Εκφράσεις από
συναισθήματα μιας άλλης ηλικίας. Μελαγχολία, πόνος, αβεβαιότητα, κούραση,
έρωτας, απώλεια. Πρόσωπα που έχουν την ηλικία της ζωής. Η ζωή εδώ έχει μέσο όρο
35 χρόνια. Τα μάτια των παιδιών είναι μεγάλα και ζεστά κάστανα. Φωτεινά και
μελαγχολικά. Μάτια της σκληρής αθωότητας. Δεν ψεύδονται, γιατί ζούν ζωή
αληθινή. Όχι Video
Game. Μάτια παιδιών που μαζεύουν
σκουπίδια για να ζήσουν. Περνάνε μπροστά μου χωρίς να ξέρω από που έρχονται και
που πάνε. Χωρίς παρελθόν, με ανύπαρκτο παρόν και μέλλον άδηλο. Η περιφέρεια της
Ευρώπης. Μιας Ευρώπης που η ευμάρεια των πολλών αντιστοιχίζεται με τη δυστυχία
ακόμη περισσότερων. Τα μάτια αυτά με φωτογραφίζουν. Η μνήμη καταγράφει
ασπρόμαυρα. Εγώ τα φωτογράφισα με χρώματα.






