

Η μουσική είναι το κέντρο της ύπαρξης μου. Ανέκαθεν ήταν,
και στοιχηματίζω όλο μου το βασίλειο, ότι θα είναι εσαεί. Δεν προσπάθησα ούτε
μία στιγμή γι' αυτό στις σχεδόν δύο και μισή δεκαετίες της ζωής μου και πλέον
αρχίζω να σκέφτομαι σοβαρά ότι ο γενετικός μου κώδικας αντί για σπειροειδή θα
έχει τη μορφή πενταγράμμου. Το πρώτο πράγμα σε μία υποθετική έκδοση των
απομνημονευμάτων μου θα είναι η εικόνα ενός μικρού παιδιού να τραγουδά με
σπαστά ελληνικά ή μάλλον με σπαστά…"ανθρώπινα" το "Παπάκι"
του Άσιμου. Μπορεί ν' ακούγεται αστείο αλλά νιώθω ότι ένα κομμάτι από την
απροκάλυπτη αθωότητα εκείνου του πρώιμου μουσικού βιώματος μοιάζει να έχει
στοιχειώσει τη νοητή γραμμή που ενώνει τα καρέ της ζωής μου. Τι μου έχει προσφέρει η μουσική;
Υπερβολική Ένταση! Τη δυνατότητα ν' απορροφώ συνεχώς συγκινησιακά πράγματα, το
ότι δε μπορώ ν' αρκεστώ στο να είμαι απλώς ικανοποιημένος…προτιμώ να είμαι ή
δυστυχισμένος ή εκστασιασμένος, να πετάω στον έβδομο ουρανό. Και αυτό το
συναισθηματικό rollercoasterξεκινά καθημερινά από τον ίδιο ακριβώς σταθμό, τα δισκάδικα. Ή μάλλον τα μικρά
δισκάδικα, γιατί περί αυτών ο λόγος. Κατ' εμέ ένα τέτοιο δισκάδικο είναι κάτι
παραπάνω από τέσσερις τοίχοι. Είναι από μόνο του ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας.
Ένας πολύπλευρος, δογματικός και πολυσυλλεκτικός συνάμα, πολύχρωμος,
αντιδραστικός, (με ή χωρίς αιτία) επαναστατικός, και το σημαντικότερο αιώνια
εφηβικός. Υπ' αυτή την οπτική γωνία λοιπόν ένα τέτοιο δισκάδικο είναι ο καλύτερος
φανταστικός μου φίλος, ακριβώς γιατί μόνο αυτός μπορεί να μου προσφέρει αυτό
που θα διεγείρει το αισθητικό και συναισθηματικό μου αισθητήριο στο μέγιστο
βαθμό. Σύμφωνα με μία από τις χαρακτηριστικότερες ατάκες ενός εκ
των αγαπημένων μου πλέον βιβλίων (ως είθισται για ανθρώπους της δικής μου
πάστας), του "High Fidelity"
(το άλλο αγαπημένο είναι αυτό από το οποίο δανείζεται και τούτο το άρθρο τον
τίτλο του…) σημασία δεν έχει το πώς είσαι αλλά το τι σου αρέσει. Όσο πεζό κι αν
ακούγεται, αυτό που μου αρέσει, η μουσική, μέσω τέτοιων χώρων χρόνια τώρα
μεταφράζεται σε μία ιδιάζουσα μορφή κοινωνικοποίησης, μίας κοινωνικοποίησης
τόσο προσωπικής και πολύπλευρης, που καταλήγει να μοιάζει μονόπλευρη και
ελιτίστικη σε αυτούς που αδυνατούν να τη βιώσουν.
Αυτός είναι και ο μόνος "κίνδυνος" αυτού του
άρθρου, να φανεί -τρόπον τινά- σεχταριστικό. Ταυτόχρονα η μεγαλύτερη μου
πρόκληση είναι να μεταφέρω όσο πιο πιστά στο χαρτί αυτό ακριβώς που δηλώνει
απροκάλυπτα και ο τίτλος. Τα όνειρά μου, τα όνειρά μας, τα όνειρα που μας προσφέρονται
εκεί. Ο λόγος σε αυτούς που
μας τα προσφέρουν…
sound
effect
(Ζαίμη 30, Εξάρχεια, τηλ./fax:210-8259883, τ.κ.:10683, e-mail: soundell@otenet.gr)
Γιάννης
Ανδριόπουλος:
Πριν ξεκινήσω το μαγαζί δούλευα ένα mail order από το σπίτι. Αυτό με
οδήγησε μακροπρόθεσμα στο μαγαζί, το οποίο έκλεισε πρόσφατα ένα χρόνο
λειτουργίας. Ξεκινάει από κλασσική μουσική και καταλήγει σε ηλεκτρονική. Βέβαια
οι δεκαετίες '60, '70, '80 είναι ο κύριος όγκος του υλικού. Η μουσική
βιομηχανία εδώ και χρόνια σκοτώνει τη μουσική με τη συμμετοχή και άλλων φορέων
που δε θα έπρεπε να είναι παρελκόμενά της όπως το ραδιόφωνο το οποίο συχνά
παίζει με playlist.
Καλό είναι να υπάρχουν κάποια μαγαζιά που να μαζεύουν πράγματα εναλλακτικά,
γιατί πιστεύω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πολύ περισσότερα και πολύ πιο αξιόλογα
συγκροτήματα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Ένας λόγος που ξεκίνησα το μαγαζί
είναι γιατί θέλω να προσπαθήσω να το κάνω με το δικό μου τρόπο και όχι να μπω
στη δεδομένη λειτουργία των μαγαζιών. Ό κύκλος θα κλείσει όταν στο μαγαζί σταματήσουν
να έρχονται άνθρωποι που πραγματικά γουστάρουν τη μουσική κι αρχίσουν να
έρχονται συλλέκτες. Η μουσική πρέπει να ακούγεται, δεν είναι Dali να τη κρεμάσεις στο σαλόνι και να
λες κοίταξε επένδυση που έκανα. Το ουσιαστικότερο για μένα είναι ν' ακούς
μουσική χωρίς παρωπίδες και όρια. Αν κάποιος αγαπάει τη μουσική αγαπάει πολλά
πράγματα. Δε μπορεί ν' αγαπάει μόνο το garage του '60 ή το punk του '80. Μέσω του ROCK JAM προσπαθώ να καλύψω ένα κενό που υπάρχει στην ενημέρωση
σχετικά με τη ροκ μουσική, κυρίως ανεξάρτητη.
(Σολωμού 23, τηλ.:210-3843556)
Νίκος Κοντογούρης:
Ξεκίνησα τον Φλεβάρη του '83. Εξ αρχής ο σκοπός ήταν να
δουλέψουμε σύμφωνα με τα πρότυπα των αντίστοιχων δισκάδικων του εξωτερικού.
Δουλεύουμε τα πάντα όσον αφορά το ροκ από το '50 μέχρι σήμερα. Υπάρχει κάποια
ειδίκευση στα '60s και
στα '70s αλλά και στη
λεγόμενη νέο-ψυχεδέλεια και στο νέο-garage. Δυστυχώς ο Έλληνας δεν έχει την αίσθηση ή την πεποίθηση
του underground. Δε θα
μπει να ψωνίσει από ένα μαγαζί τέτοιου είδους, άσχετα αν είναι πιο φθηνό, θα
προτιμήσει να μπει σ' ένα πολυκατάστημα για να χαζέψει, και τελικά να στηρίξει
τις πολυεθνικές που βρίσκονται από πίσω χωρίς να το ξέρει. Στο δικό μου το
μαγαζί έχω κόψει κάθε επαφή με πολυεθνικές. Είναι θέμα αντίληψης και αρχής. Μία
πολυεθνική σήμερα δεν παράγει μόνο μουσική, παράγει και όπλα. Το γενικό ύφος
του μαγαζιού από την αρχή έχει παραμείνει το ίδιο. Ποτέ δε νόθευσα αυτό που
ξεκίνησα. Π.χ. ποπ δεν έχω όπως και χορευτική μουσική. Για μένα η μουσική δεν
είναι ρυθμός. Υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που οριοθετούν αυτό που λέμε
μουσική. Τεχνική, σύνθεση, λυρισμός, στίχος κλπ. Για μένα η ζωή του ροκ έχει κλείσει, εδώ και μία δεκαετία. Από κει και πέρα έχουμε
αναμασήματα. Αυτό που ακούγεται στα μαγαζιά δε μ' ευχαριστεί, ανούσια τραγούδια
που μετά δε θυμάσαι ούτε ένα. Το μαγαζί θα συνεχίσει για όσο ακόμη θ'
απευθύνεται σ' αυτούς που ψάχνουν, σ' αυτούς που πραγματικά ενδιαφέρονται.
vinyl
microstore
(Διδότου 34, Εξάρχεια, τηλ.:210-3614544, www.popart.gr)
Νεκτάριος
Παπάς:
Ένας θείος μου είχε ένα πατροπαράδοτο συνοικιακό μαγαζάκι
που λεγόταν Βινύλιο. Εκείνη την εποχή άνοιγε το Virgin Megastore και είπαμε να
δηλώσουμε τη διαφορετικότητά μας με το Microstore. Έτσι προέκυψε το όνομα. Το μαγαζί ξεκίνησε με βάση
την ανεξάρτητη pop αλλά
όπως πάντα όταν ακούς κάτι που σου αρέσει, το υιοθετείς. Στην πορεία το
γυρίσαμε σε πιο experimentalμουσική. Είναι κάτι ρευστό. Τώρα μπορείς να βρεις pop, πειραματική ηλεκτρονική, soul, jazz, dub… Το καλό του μαγαζιού είναι ότι λειτουργεί σαν meeting point, κάτι που προέκυψε από
μόνο του…εμφανίστηκε ένα μαγαζί με αυτή τη μουσική, υπάρχουν άνθρωποι σαν εσένα
που βγάζουν fanzines…είναι
κάτι αμφίδρομο. Είναι κάτι υπέροχο γιατί γνωρίζεστε όλοι εσείς μεταξύ σας μέσω
ενός κοινού χώρου. Ένας τέτοιος χώρος είναι απαραίτητος για όλους εμάς τους
"φετιχιστές" ακριβώς γιατί δίνει τη δυνατότητα της συνδιαλλαγής και
ανταλλαγής απόψεων. Η μουσική είναι κοινωνικοποίηση, έτσι κι αλλιώς. Η
δισκογραφική δημιουργήθηκε από κάποια παιδιά που άκουγαν πολύ Pop τότε, είχαν βγάλει κάποια μουσικά
κομμάτια, είχαν εκδώσει fanzinesκαι είχαν δημιουργήσει μικρά labelsστις αρχές της δεκαετίας του '90 όπως ο Ζήσιμος από τους Crooner. Ήρθε από μόνο του. Η εταιρία σε
όλη τη διαδρομή της μου έχει προσφέρει αρκετές ηθικές συγκινήσεις. Τα θετικά σχόλια
από αγνώστους έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Οι γνώμες των φίλων είναι σημαντικές
μεν, πάντα όμως σκέφτεσαι ότι εμπεριέχουν κι ένα βαθμό συμπάθειας. Το βασικό
κριτήριο του label,
είναι να μου λέει κάτι η μουσική που θ' ακούσω. Προτιμώ να βγάζω πράγματα με
βάση το συναίσθημα… Η εταιρεία έχει βγάλει κάποια πράγματα που θα μπορούσε να
πει κάποιος ότι δε δένουν πολύ μεταξύ τους. Οι κυκλοφορίες της Pop Art μπορούν ν'
αντιμετωπιστούν σαν λαϊκή τέχνη. Δεν ταιριάζουν απόλυτα αλλά έχουν κοινά σημεία
αναφοράς. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν ευδιάκριτα υφολογικά χαρακτηριστικά. Αν θες
ν' ασχοληθείς με τη μουσική λίγο παραπάνω, ή από διαφορετική σκοπιά, κάποια
μαγαζιά θα σου δώσουν τις δυνατότητες να το πας παραπέρα ή να το ψάξεις, γιατί
μπορείς να βρεθείς σ' έναν κόσμο που ακούει διάφορα, να ανταλλάξεις δίσκους,
κλπ. Σ' ένα μεγάλο δισκάδικο η όλη διαδικασία είναι μία απλή συνδιαλλαγή, κάτι
τελείως απρόσωπο. Έχει να κάνει με το πόσο βαθιά θέλει να κολυμπήσει κάποιος.
vinylust
records
(Θεμιστοκλέους 49, Εξάρχεια, τηλ./fax:210-3840031, e-mail: vinylust@otenet.gr )
Παναγιώτης
Πατσιόπουλος:
Ξεκίνησα το '82 και ο προσανατολισμός του μαγαζιού θα έλεγα
ότι είναι μάλλον ψυχεδελικός, ίσως γιατί είμαι λίγο μεγάλος και μπορώ να
γνωρίζω περισσότερα πράγματα γι' αυτή τη μουσική. Γενικότερα όμως πουλάω ό,τι
μου αρέσει και όχι ότι θα πουλήσει στα σίγουρα. Η μουσική βιομηχανία πάει κατά
διαόλου γιατί είναι απλοί ανθρωποφάγοι. Ο ρόλος ενός μικρού μαγαζιού είναι
αφενός να είναι εξειδικευμένο για να μπορεί ο καθένας να βρει πράγματα που δε
θα βρει στα supermarketκαι αφετέρου για να χτυπήσει τις τιμές. Η δισκογραφική προέκυψε πριν καν ανοίξω
το μαγαζί. Μετά το '99 μπήκα στη
δισκογραφία μόνο και μόνο για να ζήσω την εμπειρία. Αυτή τη στιγμή, το δυναμικό
του label μετρά τους Nightstalker και τους Rockin' Bones. Υπάρχουν πολλά σχήματα στην
αναμονή αλλά ένεκα οικονομικής στενότητας δε μπορώ αυτή τη στιγμή να κάνω κάτι.
Νομίζω ότι πάθος είναι το μόνο που απαιτεί μία τέτοια κατάσταση. Αν έχεις
μεράκι πιστεύω ότι μπορείς να επιβιώσεις χωρίς βέβαια να έχεις εξωφρενικές απαιτήσεις. Το μαγαζί το δικό μου θέλω
να πιστεύω ότι προσφέρει εναλλακτική άποψη, υπό την έννοια δεν είναι
αποκλειστικά προσανατολισμένο στη διακίνηση δίσκων και cd. Γιατί ο πιτσιρικάς μπορεί να έρθει εδώ και ν' αγοράσει πράγματα που δε
θα βρει από δω κι από κει, μπορεί όμως ν' αγοράσει και πικάπ.
jinx
records
(Ασκληπιού 24, τηλ.:2103645069, www.jinx.gr)
Βαγγέλης,
Χάρης, Μάνος:
Η ιδέα για το Jinx προέκυψε πέρυσι το καλοκαίρι σαν fanzine και εξελίχθηκε άμεσα σε
δισκάδικο. Θέλαμε να καλύψουμε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της αγοράς γι' αυτό και
όταν ξεκινήσαμε είχαμε κυρίως emo,punk και hardcore. Επιπλέον θέλαμε να
διοργανώσουμε και κάποιες συναυλίες και κάποιες από αυτές ήταν ξεχωριστές
εμπειρίες, όπως το liveτων Elliott και των Starmarket. Σήμερα έχει
αλλάξει κάπως ο μουσικός προσανατολισμός του μαγαζιού, γιατί ακούμε περισσότερα
πράγματα, όπως ψυχεδέλεια, post-rock, electronica, folk, dub, reggae,jazz. Αυτός είναι και ο
βασικός μας στόχος, να καλύψουμε τον κόσμο που δεν αρκείται στην κονσέρβα. Η
περιπέτεια έχει χαθεί στις πολυεθνικές. Ένα μικρό δραστηριοποιημένο δισκάδικο
μπορεί να επηρεάσει το αγοραστικό κοινό και κατά συνέπεια τις εξελίξεις.
Κάποιος που θα προτιμήσει ένα τέτοιο μαγαζί δεν καταναλώνει απλώς,
συνδιαλλέγεται με ανθρώπους της ίδιας τρέλας. Το πάθος τώρα μοιάζει ανεξάντλητο
κι ελπίζω ποτέ να μη νιώσουμε τη ρουτίνα και την καθημερινότητα.
action
records
(Αραχώβης 20, τηλ/fax: 2103640208)
Δήμος Δαλαμάγγας:
Ξεκίνησα το '96 με το σκεπτικό να πουλάω εξειδικευμένα
πράγματα που μου άρεσαν. Ασχολούμαι κυρίως με 60s-70s, garage,progressive,
ψυχεδέλεια. Η δισκογραφική προέκυψε τυχαία. Βέβαια τα πράγματα σήμερα είναι
δύσκολα, και γι' αυτό ευθύνονται κυρίως οι μεγάλες εταιρίες. Η μουσική
βιομηχανία δεν ενδιαφέρεται για τη μουσική. Είναι αστείο, αλλά αυτό βοηθάει τις
ανεξάρτητες δισκογραφικές, γιατί ο κόσμος εκτιμά την προσπάθειά μας. Έχω μείνει
σταθερός στις βασικές μου αρχές και σαν δισκάδικο και σαν δισκογραφική. Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι οι παραγωγές των Cardinals και των Will-o-the Wisp, οι οποίες άξιζαν πραγματικά τον κόπο. Ξέρω ότι το γεγονός
ότι εμπορεύομαι συγκεκριμένα είδη είναι ρίσκο, ταυτόχρονα όμως είναι κι ένα
καλό δέλεαρ για τον κόσμο που ενδιαφέρεται, όπως και οι σαφώς καλύτερες τιμές
και φυσικά η προσωπική επαφή και η γνώση πάνω στο αντικείμενο.
music
machine
(Σόλωνος 71, τηλ.:210-3612376, τηλ/fax:210-3626666, τ.κ.:10680)
Δημήτρης:
Το μαγαζί ξεκίνησε το '82 με μοναδικό στόχο να προωθήσουμε
την ανεξάρτητη μουσική. Ήταν η περίοδος μετά το κλασσικό ροκ που ψαχνόντουσαν
όλοι. Αρχικά ασχολούμασταν με το ανεξάρτητο ροκ. Όταν σταμάτησε η έκρηξη του independent στα μέσα του 90
το γυρίσαμε περισσότερο στα jazz,blues, κλπ. Βέβαια το
σκεπτικό του μαγαζιού δεν έχει αλλάξει. Μουσική ακούγαμε και τότε, μουσική
ακούμε και τώρα. Το μαγαζί λειτουργεί εκτός των παραμέτρων της πραγματικότητας
τελείως με το ένστικτο. Αλλάζουμε συνεχώς κι αυτό είναι που μας εξιτάρει. Δεν είμαστε φανατικοί με κάποια
συγκεκριμένη μουσική, γι' αυτό και δε νομίζω να κουραστούμε ποτέ. Μία σημαντική
παράμετρος του μαγαζιού είναι ότι διακινούμε μόνο βινύλιο. Αυτό από μόνο του
μας διαφοροποιεί. Μας αρκούν αυτοί που θέλουν ν' ακούν βινύλιο, και ξέρουν ότι
εδώ θα βρουν μόνο καλά κομμάτια.
Lollipost
(Καραολή-Δημητρίου & Υψηλάντου 94, Πειραιάς,
τηλ.:210-4224007)
Το Lollipostείναι κάτι παραπάνω από ενός έτους και είναι μία καθαρά οικογενειακή-φιλική
υπόθεση. Προσπαθούμε να φέρνουμε πολλές εισαγωγές, πράγματα που θα έπρεπε να
κυκλοφορούν κανονικά αλλά δεν είχαν ποτέ την τύχη. Αρχικά κινούμασταν στον post-rock χώρο. Πλέον οι ορίζοντες έχουν
ανοίξει. Ακόμη δεν έχουμε βρει μία συγκεκριμένη ταυτότητά, αλλά αυτό είναι που
μας αρέσει. Ένα τέτοιο μαγαζί από μόνο του δε μπορεί να επιφέρει τραγικές
αλλαγές στο τοπίο της δισκογραφίας μπορεί όμως να την επηρεάσει με το δικό του
τρόπο μέσω της επικοινωνίας με τους αγοραστές.
Το καλό είναι ότι κατά καιρούς έχουν γίνει εδώ κάποιες
μικρές συναυλίες, όπως των Pancakesκαι των Fosca,
συναυλίες στις οποίες αν και ο ήχος δεν ήταν ο ιδανικός, το κλίμα ήταν πολύ
ζεστό. Αυτό ακριβώς ελκύει και
τον κόσμο.
rhythm
records
(Εμ. Μπενάκη 74, τηλ./fax:210-3841550)
Σταύρος:
Ξεκίνησα το '99, με τη σκέψη να υπάρχει ένα μαγαζί
ειδικευμένο σε πιο ανεξάρτητο ήχο και με πιο χαμηλές τιμές, αρχικά κυρίως με punk, reggae και ska. Στην πορεία εμπλουτίστηκαν τα ράφια
με περισσότερα κομμάτια, ας πουμε, alternative ήχου. Κυρίως βινύλιο, λάτρης του βινυλίου γαρ… Η
κατάσταση εξελίσσεται μάλλον μέρα με τη μέρα, από τη στιγμή που ποτέ δε βάζω
μακροπρόθεσμους στόχους. Μικρά μαγαζιά θα υπάρχουν πάντα. Τα μεγάλα δισκάδικα
προσωπικά τα θεωρώ supermarket.
Είναι αλλιώς να πηγαίνεις σ' ένα μαγαζί και με το που μπαίνεις να καταλαβαίνεις
ότι σε βλέπουν απλά ως υποψήφιο αγοραστή, ενώ ταυτόχρονα σ' αντιμετωπίζουν και
ως εν δυνάμει κλέφτη, με όλους αυτούς τους σεκιουριτάδες στην είσοδο.
7+7
musicstore
(Ηφαίστου 22, Μοναστηράκι, τηλ.: 2103214032, fax:2103210124, www.7plus7.gr)
Το μαγαζί έχει κοντά 50 χρόνια ιστορία. Ξεκίνησε από
κασέτες, προχώρησε στο βινύλιο και τελικά στο cd. Καλύπτονται διάφορα είδη, όπως ροκ παλιό και καινούριο, jazz, funk, soul, με ειδικές εισαγωγές κυρίως σε βινύλιο. Εμείς αν και
ελισσόμαστε, προσπαθούμε να κρατάμε σταθερό το ύφος μας. Η σημαντικότερη αλλαγή
που επηρέασε το ύφος του μαγαζιού ήταν ότι αναγκαστήκαμε να διακινούμε και cd. Αυτό που δεν πρόκειται ν'
αλλάξει είναι το πάθος μας για τη μουσική. Δεν πρόκειται για δουλειά με τη
συμβατική έννοια του όρου γι' αυτό κι αν δεν υπάρχει όρεξη δε μπορείς να
συνεχίσεις. Εδώ δε θα βρει κάποιος αυτά που θα βρει στα δισκάδικα μίας
αλυσίδας, όπως σίγουρα δε θα βρει σε αυτά και τη γνώση και την εξυπηρέτηση. Και
να μην ξεχάσουμε και τις τιμές, τις οποίες κρατάμε χαμηλές.






