

Είχε περάσει σχεδόν μια ημέρα
από την ώρα που ξεκίνησα από την Αθήνα για το Μέξικο Σίτυ, το στομάχι ήταν
δεμένο κόμπο και το κεφάλι μου βαρύ. Έγειρα προς το παράθυρο και το βλέμμα μου
καρφώθηκε στα 23 εκατομμύρια φωτάκια.
Ακολούθησα το πλήθος και
έφτασα στο μετρό. Κατέβηκα στο κέντρο της πόλης και αφού χάζεψα στην υπαίθρια
αγορά, σταμάτησα σε ένα από τα υπαίθρια φαγάδικα και δοκίμασα μια quesadilla (λεπτή πίτα από καλαμποκάλευρο), γεμισμένη με
φασόλια, καυτερή σάλτσα, μανιτάρια, κολοκύθια και chicharran, που είναι αποξηραμένο δέρμα γουρουνιού σαν τσιπς.
Τρώγοντας άρχισα να περπατάω, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Στους δρόμους κυκλοφορούν
πολλοί σκαραβαίοι, λόγω του τοπικού εργοστασίου παραγωγής που τα κάνει
οικονομικά. Άραξα στο τραπέζι μιας καφετέριας σε μια πλατεία, πίνοντας μια Sol. Εκεί γνώρισα μια παρέα από νεαρούς Μεξικάνους, τον Juan Carlos,
τον Israel, τη Mari, τη Marta, την Pati και το Hiram. Τα παιδιά έμεναν στην Πουέμπλα, μια πόλη σε απόσταση
δύο ωρών. Με κέρασαν mota και αρχίσαμε να μιλάμε για τους τόπους μας. «Πώς σας
φαίνεται η ζωή εδώ στο Μεξικό;». «Vale Madres guey, Vale Madres». Ένιωσα σαν στο σπίτι μου και αποφάσισα να αποδεχτώ
την πρόταση να τους ακολουθήσω μέχρι την πόλη τους.
Σύντομα βρέθηκα στην αγκαλιά
μιας χοντρής ιθαγενούς να χορεύω cumbia, που
είναι μουσική salsa με βαρύ ηλεκτρονικό beat. Ξαφνικά σαν από μηχανής θεός η Mari με τραβάει και ξεκινήσαμε να χορεύουμε μουσική από
τους Santa Sabina, Caifanes και Cafe Tacuba (latin rock μουσική με στοιχεία ska & reggae). Ένιωσα
ερωτευμένος. Στο τραπέζι οι υπόλοιποι είχαν αφήσει το χορό και είχαν πέσει με
τα μούτρα στο φαί. Κοτόπουλο με σάλτσα από σοκολάτα, chili, σουσάμι και φιστίκια (Mole Poblano) & Tacos. Το φαί ήταν πολύ νόστιμο και ταιριάζει με τη γεύση της
μπύρας. Δοκίμασα τις ντόπιες μάρκες τσιγάρων (Delicados, Tigres) και
αγόρασα ένα πακέτο Alitas. Ακούμπησα στον τοίχο και
ρουφώντας τον καπνό άκουσα τα παιδιά να μιλάνε για τη νυχτερινή ζωή του Mexico City. Πέρα
από τα μπαράκια σαν αυτό που καθόμασταν, παίζαν κλαμπάκια disco (70’s) με διακόσμηση
στυλ Geiger (Alien) και classic κυριλέ σαν της παραλίας. Ρώτησα και έμαθα ότι έπαιζαν
παρτάκια trance στην ύπαιθρο, σε
αρχαιολογικούς χώρους μέσα στη ζούγκλα. Πίνοντας την τελευταία γουλιά μπύρας
ανακάλυψα το τετράπτυχο που χαρακτηρίζει τους Μεξικανούς σαν λαό: MOTA (μαριχουάνα), COCA (όχι κόλα), CHUPE (ξύδια), VIEJAS (γκόμενες).
Την επομένη ξυπνήσαμε νωρίς
και αφού καθαρίσαμε το κεφάλι μας με λίγο σκέτο, ωμό τσίλι (δε χρειάζεται και
πολύ) κάναμε μια βόλτα για ψώνια στην περιοχή του UNAM, του τεράστιου πανεπιστημίου της πόλης (300.000
φοιτητές). Αράξαμε εκεί για λίγο σε ένα λόφο και κατά το απογευματάκι πήραμε
πάλι το μετρό και κατευθυνθήκαμε προς το σταθμό των λεωφορείων, που ήταν ένα
χάος. Παντού φαγάδικα, πλανόδιοι, πολλές αποβάθρες και πιο πολύς κόσμος. Ενώ οι
άλλοι έβγαζαν τα εισιτήρια για Πουέμπλα, έπιασα κουβέντα με κάτι γάλλους
τουρίστες που περίμεναν κι αυτοί να φύγουν. Ουαχάκα μου λένε, πανέμορφες
παραλίες, φθηνά και χύμα, πάνω στον Ειρηνικό ωκεανό. Τους αποχαιρέτησα και μαζί
με τους άλλους μπήκαμε στο λεωφορείο, που ήταν καλή περίπτωση σε σχέση με
Ελλάδα.
Φτάνοντας στην Πουέμπλα η
υποδοχή ήταν θερμή. Ο θείος του Hiram γιόρταζε
και είχε στήσει τραπέζι μαζί με τα εννιά αδέλφια του. Μπάρμπεκιου με arrachera (κοψίδια από κοιλιά βοδινού) chorizo (χωριάτικο λουκάνικο) και διάφορες μπριζόλες καιμπιφτέκια, άφθονη φυσικά
μπύρα και μπαλάντες από mariachis.
Η σελήνη είχε ήδη βγει για τα
καλά όταν με τράβηξαν τα παιδιά να πάμε στην Cholula, γειτονικό χωριό που θεωρείται θρησκευτικό κέντρο από
αρχαίους χρόνους. Μπαίνοντας στο χωριό σταματήσαμε έξω από ένα άσπρο σπίτι που
μάλλον κάστρο θύμιζε. Μικρές πολεμίστρες σε επίπεδα, μαϊμούδες να πηδάνε πέρα
δώθε και στην πύλη ένα κλουβί με ένα λιοντάρι να τα φυλάει όλα αυτά. Τα παιδιά
μου εξήγησαν πως εκεί μέσα έμενε ένας μάγος που βοηθούσε κόσμο με συμβουλές και
γιατρικά.
Αφού καθίσαμε να πιούμε έναν
καφέ στο zocalo, την κεντρική πλατεία του
χωριού, πήγαμε μια βόλτα προς την πυραμίδα, η οποία ήταν σκεπασμένη με χώμα και
βλάστηση και περισσότερο με λόφο έμοιαζε. Ο μύθος λέει πως όταν πλησίαζαν οι
κατακτητές, οι ιθαγενείς την σκέπασαν μέσα σε μία νύχτα για να μην γκρεμιστεί.
Οι Ισπανοί, που έβλεπαν τους ινδιάνους να προσκυνάνε και να κάνουν θυσίες σ’
αυτό το λόφο έχτισαν μια εκκλησία στην κορυφή, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα.
Βλέποντας τη θέα από κει
πάνω, άρχισα να σκέφτομαι τον επόμενο σταθμό μου και ρώτησα τον Juan Carlosγια τις παραλίες του Μεξικού. “Hay playas con huevos”μου λέει και μου κάνει
κατάσταση. Οι πιο κοντινές βρίσκονται στην πολιτεία της Veracruz, όπου σκάνε κυρίως Μεξικάνοι και έχει περιορισμένη τουριστική
υποδομή, είναι πάμφθηνα και παίζει και free camping, αλλά
πρέπει να έχεις το νου σου γενικώς και να ξέρεις που πας.
Στο Ακαπούλκο τα πράγματα
είναι πολύ πιο εμπορικά, υπάρχουν ωραίες παραλίες αλλά και πολλοί αμερικανοί
μεσήλικες. Πιο βόρεια, κοντά στα σύνορα με την Αμερική είναι η χερσόνησος της
Μπάχα Καλιφόρνια, με απέραντες εκτάσεις παρθένας παραλίας όπου μπορεί να δει
κανείς και φάλαινες. Κάτω
νότια είναι η χερσόνησος του Yucatanμε μέρη όπως Can Cun, Tulum, Playa del Carmen, Chetumal και Bacalar. Κάπου
εκεί κοντά είναι και η αρχαία πόλη της Chichen Itza και
τα Cenotes, ιερές λίμνες όπου κατοικούν καλά πνεύματα.
Το μυαλό μου σταμάτησε να
τρέχει απότομα όταν ήρθε ο φύλακας και μας έδιωξε. Μην ανησυχείς μου λένε τα
παιδιά, η Cholula έχει πολύ ζωή, και έτσι
βρεθήκαμε στο Kiffi, ένα μπαράκι παραδίπλα που
έπαιζε σταθερά ηλεκτρονική μουσική (έστω και 2-3 χρόνια πιο παλιά). Παράγγειλα Aguardiente (κάτι σαν τσικουδιά) με γκρέιπφρουτ και άρχισα να
πουλάω μούρη για τη μουσική σκηνή στην Ευρώπη. Προς απογοήτευσή μου το Kiffi έκλεισε κατά
τις 3, αλλά προς μεγάλη μου χαρά γνώρισα την τοπική έκδοση του βρώμικου, τα cemitas, σάντουιτς σε στρογγυλά ψωμάκια παραγεμισμένα με
χοιρινό, βοδινό, κοτόπουλο, λουκάνικο, σαλατικά, αβοκάντο και τσίλι.
Beach party à
Η γραμμή λειτουργούσε ως
εξής: όποιου έφτανε η σειρά του έπαιρνε μπουκάλι μπύρας ενός λίτρου, πήγαινε,
την έδινε σε κανά φίλο του να την κρατάει και πήγαινε να περιμένει στη σειρά
του. Μόλις τελείωσαν οι μπύρες, τους ζητήσαμε (με ένα ευγενικό χαμόγελο πάντα)
και τα ξύδια και μας είπαν οκ αρκεί να φεύγαμε. Οπότε καβαντζώθηκαν και μερικές
δεκάδες μπουκάλια ποικίλου περιεχομένου.
Επόμενο καρέ: το πάρτυ που
ήθελαν να σταματήσουν οι μπάτσοι έχει στηθεί στο δρόμο, όλοι έχουν και τα δυο
χέρια γεμάτα (το ένα τουλάχιστον με μπουκάλι κάποιου είδους) έχουνε πλέον
ξεφύγει όλοι γιατί μέσα έχουν αρχίσει και μοιράζουν και τα λεφτά και γενικώς
δεν έχουμε πάψει να γελάμε εδώ και μισή ώρα. Και θα γελούσα ακόμα αν δεν ήταν
αυτή η θέα να μου λιγοστεύει τα λόγια. Καθώς παίρνω χαμπάρι το πώς φαίνονται 23
εκατομμύρια άνθρωποι μαζεμένοι, το βάρος τους, που το νιώθω πάντα, γίνεται
καπνός.
Αν και η παραλία ήταν
ψιλοέρημη, ήταν απ’ αυτές τις βραδιές με πανσέληνο τις περίεργες, όπου όλοι και
όλα είναι κάπως. Πολύ φως, με τα σύννεφα στον ουρανό να πηγαίνουνε σα
σπινταρισμένα (παρ’ όλο που στην παραλία δε φυσούσε πολύ ελαφρά), με αποτέλεσμα
οι φοίνικες και η άμμος ν’ αλλάζουν συνέχεια απόχρωση. Και μετά κι από μισό
μπουκάλι mescal όλα μου φαίνονταν ακόμα πιο
κάπως.
Και είμαι λοιπόν με τη
θάλασσα από αριστερά και τους φοίνικες από δεξιά, ώσπου βλέπω ένα βανάκι volkswagen με κάτι πιτσιρικάδες που μπορεί και να ήξεραν που
είναι η Μάρι. Τους χαιρετάω λοιπόν και με αφορμή το μπουκάλι κάθομαι για λίγο
και τα λέμε. Από το Mexico City τα παιδιά, τα ’χαν πάρει επειδή δεν τους άφηναν να
κάνουν free camping (όπως γίνεται σε πολλά μέρη του Μεξικού δυστυχώς όμως όχι στην Καραϊβική, όπου
κοιτάνε στεγνά να στα πάρουνε). Τους ρωτάω και για τη Μάρι αλλά είχαν να τη
δουν απ’ το μεσημέρι. Έτσι
λοιπόν είπα ένα γεια και συνέχισα μέσα στο μισοσκόταδο με τον ήχο της θάλασσας
παρέα. Όπως περπατούσαμε συναντήσαμε και το άσπρο φορτηγάκι των μπάτσων που
στάθηκε λίγο να μας κοζάρει αν καπνίζουμε ναρκωτικά και συνέχισε. Και στο τέλος
της παραλίας. Η σελήνη είχε πάρει να δύει όταν τους άφησα για να γυρίσω πίσω
αλλά αυτό ήταν το μόνο που πρόσεξα (έτσι όπως ήμουνα). Αυτό και μια αμυδρή
εικόνα στον ορίζοντα, προς την οποία κατευθύνθηκα. Στ’ αρχίδια μου πλέον η
φάση, τους χαιρετάω στα γρήγορα και περπατάω τα 4-5 λεπτά μέχρι να βρω τους
άλλους που είχαν πια χτίσει μια τεράστια πυραμίδα και ήταν έτοιμοι να’ ρθουν ναμε βρουν. Τους είπα τα πρακτικά και ότι δεν την είχα βρει πουθενά. Μου λένε δεν
πειράζει και αναβάλλουμε την αναζήτηση για την επομένη. Πάλι καλά δηλαδή, γιατί
με το λιώμα που κουβάλαγα που να την έπινα.
Lisbinho de la santissima maria de la juana bendita.
MEXICANA
me daunachela > 3elo mpira
cuanto vale > poso kostizei
sabes donee esta la …> pos pane gia to…
donte se puente conectar > 3elo na vro stuff
donde estan las vie > pou einai oi gynaikes re paidia?
mi mamacita > manoula moy (kopliman)
no, hay pedo > den trexei tipota (gia tsampoukades pou den mas
pernei)
vamos a la peda > pame na ta pioume
saquen el toque > eimai xarmanis
1 pesos > 40 drx > euro?






