Mexico
Του Lisbi Holloway
Share |

Είχε περάσει σχεδόν μια ημέρα από την ώρα που ξεκίνησα από την Αθήνα για το Μέξικο Σίτυ, το στομάχι ήταν δεμένο κόμπο και το κεφάλι μου βαρύ. Έγειρα προς το παράθυρο και το βλέμμα μου καρφώθηκε στα 23 εκατομμύρια φωτάκια. Αναρωτήθηκα τι μου επιφύλασσε αυτό το ταξίδι, και το μυαλό μου άρχισε να ταλαντεύεται στη λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ μύθων και πραγματικότητας. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στον έλεγχο, όπου πήρα την πρώτη γεύση από Μεξικό. Κάποιος στην ουρά, μην έχοντας τα κατάλληλα έγγραφα για να εισέλθει στη χώρα, κατέφυγε στο λάδωμα. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι όλοι οι Λα Τίρα (μπάτσοι) και οι judicial (ασφαλίτες) τα αρπάζουν γερά. Λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι στα περίπου 80 χρόνια που μεσολάβησαν από την επανάσταση, το κόμμα της θεσμοθετημένης επανάστασης P.R.I., οδήγησε τη χώρα στην εξαθλίωση και την κατέστησε προτεκτοράτο των Gabachos (οι γνωστοί, μισητοί Gringos).
Ακολούθησα το πλήθος και έφτασα στο μετρό. Κατέβηκα στο κέντρο της πόλης και αφού χάζεψα στην υπαίθρια αγορά, σταμάτησα σε ένα από τα υπαίθρια φαγάδικα και δοκίμασα μια
quesadilla (λεπτή πίτα από καλαμποκάλευρο), γεμισμένη με φασόλια, καυτερή σάλτσα, μανιτάρια, κολοκύθια και chicharran, που είναι αποξηραμένο δέρμα γουρουνιού σαν τσιπς. Τρώγοντας άρχισα να περπατάω, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Στους δρόμους κυκλοφορούν πολλοί σκαραβαίοι, λόγω του τοπικού εργοστασίου παραγωγής που τα κάνει οικονομικά. Άραξα στο τραπέζι μιας καφετέριας σε μια πλατεία, πίνοντας μια Sol. Εκεί γνώρισα μια παρέα από νεαρούς Μεξικάνους, τον Juan Carlos, τον Israel, τη Mari, τη Marta, την Pati και το Hiram. Τα παιδιά έμεναν στην Πουέμπλα, μια πόλη σε απόσταση δύο ωρών. Με κέρασαν mota και αρχίσαμε να μιλάμε για τους τόπους μας. «Πώς σας φαίνεται η ζωή εδώ στο Μεξικό;». «Vale Madres guey, Vale Madres». Ένιωσα σαν στο σπίτι μου και αποφάσισα να αποδεχτώ την πρόταση να τους ακολουθήσω μέχρι την πόλη τους.
Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί από τον ουρανό όταν αποφασίσαμε να φύγουμε. Πήραμε ξανά το μετρό και κατευθυνθήκαμε νότια. Πέντε στάσεις μετά κατεβήκαμε και αφού περπατήσαμε κανά εικοσάλεπτο, καθίσαμε σε ένα γραφικό μπαράκι που πουλούσε
pulque (ποτό από κάκτο, παχύρρευστο, με περιεκτικότητα σε αλκοόλ σαν της μπύρας, μόνο που σου γαμάει στομάχι, κεφάλι), μπύρες (Tecate, Sol, Corona, XX) με 1,5$ το λίτρο (οι καγουάμες όπως λέγονται), και βέβαια τεκίλα 7LLEGUAS και Mezcal (κίτρινη τεκίλα με γεμάτη γεύση που σε απογειώνει) σερβιρισμένη με χύμα αλάτι και ολόκληρα, πράσινα λεμόνια (μαχαίρια έχουν άλλωστε όλοι).

Σύντομα βρέθηκα στην αγκαλιά μιας χοντρής ιθαγενούς να χορεύω cumbia, που είναι μουσική salsa με βαρύ ηλεκτρονικό beat. Ξαφνικά σαν από μηχανής θεός η Mari με τραβάει και ξεκινήσαμε να χορεύουμε μουσική από τους Santa Sabina, Caifanes και Cafe Tacuba (latin rock μουσική με στοιχεία ska & reggae). Ένιωσα ερωτευμένος. Στο τραπέζι οι υπόλοιποι είχαν αφήσει το χορό και είχαν πέσει με τα μούτρα στο φαί. Κοτόπουλο με σάλτσα από σοκολάτα, chili, σουσάμι και φιστίκια (Mole Poblano) & Tacos. Το φαί ήταν πολύ νόστιμο και ταιριάζει με τη γεύση της μπύρας. Δοκίμασα τις ντόπιες μάρκες τσιγάρων (Delicados, Tigres) και αγόρασα ένα πακέτο Alitas. Ακούμπησα στον τοίχο και ρουφώντας τον καπνό άκουσα τα παιδιά να μιλάνε για τη νυχτερινή ζωή του Mexico City. Πέρα από τα μπαράκια σαν αυτό που καθόμασταν, παίζαν κλαμπάκια disco (70’s) με διακόσμηση στυλ Geiger (Alien) και classic κυριλέ σαν της παραλίας. Ρώτησα και έμαθα ότι έπαιζαν παρτάκια trance στην ύπαιθρο, σε αρχαιολογικούς χώρους μέσα στη ζούγκλα. Πίνοντας την τελευταία γουλιά μπύρας ανακάλυψα το τετράπτυχο που χαρακτηρίζει τους Μεξικανούς σαν λαό: MOTA (μαριχουάνα), COCA (όχι κόλα), CHUPE (ξύδια), VIEJAS (γκόμενες).

Την επομένη ξυπνήσαμε νωρίς και αφού καθαρίσαμε το κεφάλι μας με λίγο σκέτο, ωμό τσίλι (δε χρειάζεται και πολύ) κάναμε μια βόλτα για ψώνια στην περιοχή του UNAM, του τεράστιου πανεπιστημίου της πόλης (300.000 φοιτητές). Αράξαμε εκεί για λίγο σε ένα λόφο και κατά το απογευματάκι πήραμε πάλι το μετρό και κατευθυνθήκαμε προς το σταθμό των λεωφορείων, που ήταν ένα χάος. Παντού φαγάδικα, πλανόδιοι, πολλές αποβάθρες και πιο πολύς κόσμος. Ενώ οι άλλοι έβγαζαν τα εισιτήρια για Πουέμπλα, έπιασα κουβέντα με κάτι γάλλους τουρίστες που περίμεναν κι αυτοί να φύγουν. Ουαχάκα μου λένε, πανέμορφες παραλίες, φθηνά και χύμα, πάνω στον Ειρηνικό ωκεανό. Τους αποχαιρέτησα και μαζί με τους άλλους μπήκαμε στο λεωφορείο, που ήταν καλή περίπτωση σε σχέση με Ελλάδα.
Φτάνοντας στην Πουέμπλα η υποδοχή ήταν θερμή. Ο θείος του
Hiram γιόρταζε και είχε στήσει τραπέζι μαζί με τα εννιά αδέλφια του. Μπάρμπεκιου με arrachera (κοψίδια από κοιλιά βοδινού) chorizo (χωριάτικο λουκάνικο) και διάφορες μπριζόλες καιμπιφτέκια, άφθονη φυσικά μπύρα και μπαλάντες από mariachis.

Η σελήνη είχε ήδη βγει για τα καλά όταν με τράβηξαν τα παιδιά να πάμε στην Cholula, γειτονικό χωριό που θεωρείται θρησκευτικό κέντρο από αρχαίους χρόνους. Μπαίνοντας στο χωριό σταματήσαμε έξω από ένα άσπρο σπίτι που μάλλον κάστρο θύμιζε. Μικρές πολεμίστρες σε επίπεδα, μαϊμούδες να πηδάνε πέρα δώθε και στην πύλη ένα κλουβί με ένα λιοντάρι να τα φυλάει όλα αυτά. Τα παιδιά μου εξήγησαν πως εκεί μέσα έμενε ένας μάγος που βοηθούσε κόσμο με συμβουλές και γιατρικά.
Αφού καθίσαμε να πιούμε έναν καφέ στο
zocalo, την κεντρική πλατεία του χωριού, πήγαμε μια βόλτα προς την πυραμίδα, η οποία ήταν σκεπασμένη με χώμα και βλάστηση και περισσότερο με λόφο έμοιαζε. Ο μύθος λέει πως όταν πλησίαζαν οι κατακτητές, οι ιθαγενείς την σκέπασαν μέσα σε μία νύχτα για να μην γκρεμιστεί. Οι Ισπανοί, που έβλεπαν τους ινδιάνους να προσκυνάνε και να κάνουν θυσίες σ’ αυτό το λόφο έχτισαν μια εκκλησία στην κορυφή, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα.
Βλέποντας τη θέα από κει πάνω, άρχισα να σκέφτομαι τον επόμενο σταθμό μου και ρώτησα τον
Juan Carlosγια τις παραλίες του Μεξικού. “Hay playas con huevos”μου λέει και μου κάνει κατάσταση. Οι πιο κοντινές βρίσκονται στην πολιτεία της Veracruz, όπου σκάνε κυρίως Μεξικάνοι και έχει περιορισμένη τουριστική υποδομή, είναι πάμφθηνα και παίζει και free camping, αλλά πρέπει να έχεις το νου σου γενικώς και να ξέρεις που πας.

Στο Ακαπούλκο τα πράγματα είναι πολύ πιο εμπορικά, υπάρχουν ωραίες παραλίες αλλά και πολλοί αμερικανοί μεσήλικες. Πιο βόρεια, κοντά στα σύνορα με την Αμερική είναι η χερσόνησος της Μπάχα Καλιφόρνια, με απέραντες εκτάσεις παρθένας παραλίας όπου μπορεί να δει κανείς και φάλαινες. Κάτω νότια είναι η χερσόνησος του Yucatanμε μέρη όπως Can Cun, Tulum, Playa del Carmen, Chetumal και Bacalar. Κάπου εκεί κοντά είναι και η αρχαία πόλη της Chichen Itza και τα Cenotes, ιερές λίμνες όπου κατοικούν καλά πνεύματα.
Το μυαλό μου σταμάτησε να τρέχει απότομα όταν ήρθε ο φύλακας και μας έδιωξε. Μην ανησυχείς μου λένε τα παιδιά, η
Cholula έχει πολύ ζωή, και έτσι βρεθήκαμε στο Kiffi, ένα μπαράκι παραδίπλα που έπαιζε σταθερά ηλεκτρονική μουσική (έστω και 2-3 χρόνια πιο παλιά). Παράγγειλα Aguardiente (κάτι σαν τσικουδιά) με γκρέιπφρουτ και άρχισα να πουλάω μούρη για τη μουσική σκηνή στην Ευρώπη. Προς απογοήτευσή μου το Kiffi  έκλεισε κατά τις 3, αλλά προς μεγάλη μου χαρά γνώρισα την τοπική έκδοση του βρώμικου, τα cemitas, σάντουιτς σε στρογγυλά ψωμάκια παραγεμισμένα με χοιρινό, βοδινό, κοτόπουλο, λουκάνικο, σαλατικά, αβοκάντο και τσίλι.

 
Beach party à Mexico City

Με περικυκλώνει το φως. Όπου και να κοιτάξω υπάρχει ζωή. Όχι σε φάση μέχρι τους λόφους στον ορίζοντα, αλλά και πάνω στους λόφους και πιο πέρα η πόλη με χαιρετάει σύσσωμη. Κι εγώ πίνω στην υγειά της καθώς τα χρώματα ανοίγουν και ξεχωρίζουν οι λεωφόροι και τα γραφεία και οι χαμένες πόλεις, παλιά χωριά σφηνωμένα στο χάος της μητρόπολης. Παίζουνε τα πάντα. Μέσα στα πάντα παίζει και μια αλάνα δίπλα στο parking για τα minibus, όπου έχει παρτάκι με μεγάλη κάβα και τσάμπα ποτό (όπως συνηθίζεται πολλές φορές). Δυστυχώς όμως έχει και είσοδο με μπράβους ενωμένους και αποφασισμένους, οπότε να την πάρουμε την πόρτα στο ντου δεν παίζει. Δεν πειράζει, κάνουμε το γύρο και βρίσκουμε τον τοίχο δίπλα στο parking, όπου έχουν ήδη αρχίσει και πηδάνε τρεις-τρεις. Κάπως έτσι κι εμείς. Το σκηνικό μέσα μέτριο: παρέες γύρω-γύρω, πολύς κενός χώρος, κάτι ανεπαρκή ηχεία που παίζανε σταθερά cure - depeche mode και μια τέντα με το μπαρ από κάτω. Λέμε δε γαμιέται, μπορεί να καλυτερεύσει άμα σκάσει κόσμος και στο φινάλε, τι είχαμε τι χάσαμε. Οπότε είμαστε και τα χώνουμε στο μπαρ και ο κόσμος συνεχίζει να σκάει σιγά-σιγά, ένας απ’ την πόρτα για κάθε δυο που μπαίνανε τσάμπα. Και πάνω που έφτιαχνε κάπως η φάση, κλείνει η μουσική και σκάει μπράβος και ανακοινώνει ότι το πάρτυ το σταματήσανε οι μπάτσοι επειδή δεν είχε άδεια και εν ολίγοις, καληνύχτα παιδιά, αυτό ήτανε. Όπου μέχρι να φάω το ξενέρωμα της κατάστασης έχουνε πεταχτεί δίπλα μου και φωνάζουν “no se vale!” τα λεφτά μας πίσω. Άποψη στην οποία συμφώνησε αμέσως όλο το πάρτυ και το δήλωσε παραστατικά. Οι μπράβοι να μας λένε τον πόνο τους, ότι δεν είχαν και πολλή ευθύνη για την κατάσταση ώσπου σκάει το κτήνος το αρχιπόμολο και δηλώνει ότι λεφτά δεν υπάρχουν και ότι αν δεν το διαλύσουμε θα σκάσουν μπάτσοι να μαζέψουν κι αυτούς και μας. Όλα αυτά με ύφος σαφές ότι θα πλακωνότανε και για το ζήτημα. Οκ λέμε, τότε δώστε μας το ποτό (η εναλλακτική που συζητιότανε εδώ και μερικά λεπτά μεταξύ μας). Αυτό δεν γίνεται μας λένε και το μπάχαλο συνέχισε να θερμαίνεται με μερικά παιδιά να αρχίζουν να ταρακουνάνε τις τέντες και τα ηχεία. Κάπου εκεί οι μπράβοι κοιτάζονται άβολα και καλούν έκτακτη συνέλευση σε κύκλο και χωρίς πολλά-πολλά μας λένε να κάνουμε ουρά. Όπου τα γέλια κάνουν πλήρη κατάληψη του σκηνικού καθότι οι Μεξικάνοι είναι κάτι σε gremlin φάση: μη τους δώσεις μπουκάλι μετά τα μεσάνυχτα, θα τα κάνουνε πουτάνα.

Η γραμμή λειτουργούσε ως εξής: όποιου έφτανε η σειρά του έπαιρνε μπουκάλι μπύρας ενός λίτρου, πήγαινε, την έδινε σε κανά φίλο του να την κρατάει και πήγαινε να περιμένει στη σειρά του. Μόλις τελείωσαν οι μπύρες, τους ζητήσαμε (με ένα ευγενικό χαμόγελο πάντα) και τα ξύδια και μας είπαν οκ αρκεί να φεύγαμε. Οπότε καβαντζώθηκαν και μερικές δεκάδες μπουκάλια ποικίλου περιεχομένου.

Επόμενο καρέ: το πάρτυ που ήθελαν να σταματήσουν οι μπάτσοι έχει στηθεί στο δρόμο, όλοι έχουν και τα δυο χέρια γεμάτα (το ένα τουλάχιστον με μπουκάλι κάποιου είδους) έχουνε πλέον ξεφύγει όλοι γιατί μέσα έχουν αρχίσει και μοιράζουν και τα λεφτά και γενικώς δεν έχουμε πάψει να γελάμε εδώ και μισή ώρα. Και θα γελούσα ακόμα αν δεν ήταν αυτή η θέα να μου λιγοστεύει τα λόγια. Καθώς παίρνω χαμπάρι το πώς φαίνονται 23 εκατομμύρια άνθρωποι μαζεμένοι, το βάρος τους, που το νιώθω πάντα, γίνεται καπνός.

Πρέπει να ’ταν ήδη μεσάνυχτα όταν το θυμήθηκα: είχα ραντεβού με τη Μάρι κάπου σ’ αυτή την παραλία. Χωρίς πολλά-πολλά λοιπόν βγήκα απ’ τη θάλασσα, πήρα το μπουκάλι με το mescal και ένα πακέτο τσιγάρα, χαιρέτισα και τους άλλους που φτιάχνανε μια πυραμίδα στην άμμο και πήρα δρόμο. Εύκολη υπόθεση λέω, η παραλία μια γραμμή είναι, τη Μάρι την ξέρει πολύς κόσμος, κάποιος θα ξέρει που είναι.

Αν και η παραλία ήταν ψιλοέρημη, ήταν απ’ αυτές τις βραδιές με πανσέληνο τις περίεργες, όπου όλοι και όλα είναι κάπως. Πολύ φως, με τα σύννεφα στον ουρανό να πηγαίνουνε σα σπινταρισμένα (παρ’ όλο που στην παραλία δε φυσούσε πολύ ελαφρά), με αποτέλεσμα οι φοίνικες και η άμμος ν’ αλλάζουν συνέχεια απόχρωση. Και μετά κι από μισό μπουκάλι mescal όλα μου φαίνονταν ακόμα πιο κάπως.
Και είμαι λοιπόν με τη θάλασσα από αριστερά και τους φοίνικες από δεξιά, ώσπου βλέπω ένα βανάκι
volkswagen με κάτι πιτσιρικάδες που μπορεί και να ήξεραν που είναι η Μάρι. Τους χαιρετάω λοιπόν και με αφορμή το μπουκάλι κάθομαι για λίγο και τα λέμε. Από το Mexico City τα παιδιά, τα ’χαν πάρει επειδή δεν τους άφηναν να κάνουν free camping (όπως γίνεται σε πολλά μέρη του Μεξικού δυστυχώς όμως όχι στην Καραϊβική, όπου κοιτάνε στεγνά να στα πάρουνε). Τους ρωτάω και για τη Μάρι αλλά είχαν να τη δουν απ’ το μεσημέρι. Έτσι λοιπόν είπα ένα γεια και συνέχισα μέσα στο μισοσκόταδο με τον ήχο της θάλασσας παρέα. Όπως περπατούσαμε συναντήσαμε και το άσπρο φορτηγάκι των μπάτσων που στάθηκε λίγο να μας κοζάρει αν καπνίζουμε ναρκωτικά και συνέχισε. Και στο τέλος της παραλίας. Η σελήνη είχε πάρει να δύει όταν τους άφησα για να γυρίσω πίσω αλλά αυτό ήταν το μόνο που πρόσεξα (έτσι όπως ήμουνα). Αυτό και μια αμυδρή εικόνα στον ορίζοντα, προς την οποία κατευθύνθηκα. Στ’ αρχίδια μου πλέον η φάση, τους χαιρετάω στα γρήγορα και περπατάω τα 4-5 λεπτά μέχρι να βρω τους άλλους που είχαν πια χτίσει μια τεράστια πυραμίδα και ήταν έτοιμοι να’ ρθουν ναμε βρουν. Τους είπα τα πρακτικά και ότι δεν την είχα βρει πουθενά. Μου λένε δεν πειράζει και αναβάλλουμε την αναζήτηση για την επομένη. Πάλι καλά δηλαδή, γιατί με το λιώμα που κουβάλαγα που να την έπινα.

Lisbinho de la santissima maria de la juana bendita.

MEXICANA

me daunachela > 3elo mpira

cuanto vale > poso kostizei

sabes donee esta la …> pos pane gia to…

donte se puente conectar > 3elo na vro stuff

donde estan las vie > pou einai oi gynaikes re paidia?

mi mamacita > manoula moy (kopliman)

no, hay pedo > den trexei tipota (gia tsampoukades pou den mas pernei)

vamos a la peda > pame na ta pioume

saquen el toque > eimai xarmanis

1 pesos > 40 drx > euro?



fashion addiction