Τo Κίτρινο Στρατόπεδο
του Βαγγέλη Δαβιτίδη
Share |

Το ’χα πάρει απόφαση εδώ και πολύ καιρό ότι εκείνο το καλοκαίρι θα πήγαινα διακοπές μόνος μου. Απλά γούσταρα να αράξω μακριά απ’ όλα και όλους και να σκεφτώ, μονάχα αυτό. Όχι ότι τα άλλα καλοκαίρια έκανα κάτι διαφορετικό από το άραγμα αλλά τώρα ήξερα ότι ήρθε η ώρα να χαθώ μόνος. Μόλις είχα πάρει ένα πτυχίο, είχα χωρίσει την Α χωρίς ιδιαίτερο λόγο και γενικά είχα φροντίσει να μη με κρατάει πλέον τίποτα πίσω.
Ξεκίνησα με προορισμό απροσδιόριστο. Έβγαλα εισιτήριο για το νησί Ε και έτσι μπορούσα, αν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αλλάξω γνώμη, να κατέβω στα προηγούμενα νησιά. Στο Β θα ήταν ήσυχα αλλά βουβά, και τέλος πάντων κάτι τέτοιες δικαιολογίες μπορούσα να βρω και για τα Γ και Δ. Η αλήθεια είναι ότι ψηνόμουνα να πάω στο Ε γιατί δεν είχα ξαναπάει. Το τσιΓΑΡΟ που ένα στο κατάστρωμα είχε ενώσει ουρανό και θάλασσα. Στο χωνευτήρι του μυαλού μου όλα είχαν γίνει μύλος που άλεθε χωρίς να βγάζει αλεύρι. Κάποτε φτάσαμε σε κάποιο λιμάνι. “
Welcome to beautiful E” διάβαζες στην ταμπέλα στο λιμάνι.
Καρφώθηκα στο πρώτο καφενείο που βρήκα. Δεν μπορούσες να ισχυριστείς ότι το νησί δεν ήταν τουριστικό αλλά τουλάχιστον η κατάσταση δεν ήταν όπως σε άλλα. Αραγμένος με τα πόδια απλωμένα στην απέναντι καρέκλα, χάζευα τις φάτσες των ντόπιων όταν πέρασε ένας ποδηλάτης. Φορούσε μια κίτρινη στολή στο χρώμα της ώχρας. Μόνο σαν ταχυδρόμο μπορούσα να τον φανταστώ. Με κάρφωσε στα μάτια με βλέμμα αινιγματικό. Ο μαλάκας θα σκέφτεται που με ξέρει, φαντάστηκα. Δεν ξέρει ότι απλά έχω κοινή φάτσα.
Ξεκίνησα για τα ενδότερα του νησιού. Δε βιαζόμουνα να βρω το τέλειο μέρος που θα έστηνα τη σκηνή μου. Ήξερα ότι αυτό θα το έβρισκα εκεί που δεν το περίμενα όπως πάντα. Αυτό που γούσταρα στο Ε ήταν η πυκνή του βλάστηση. Σπάζοντας και το τελευταίο κλαδί θάμνου αντίκρισα το τείχος. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν οι κίτρινοι τοίχοι που το αποτελούσαν ήταν ζωγραφιστοί ή αληθινοί. Ακολουθώντας τον περιμετρικά έφτασα σε μια είσοδο με φυλάκιο. Εκεί προς έκπληξή μου με περίμενε ο ταχυδρόμος. Τώρα μπορούσα να δω κι ένα ταμπελάκι στη στολή του. Τον έλεγαν Ζ.
«Καλώς ήλθες» είπε κοφτά. Το καλώς σε βρήκα δε μου βγήκε. «Αυτά είναι τα χαρτιά σου, πάρτα». Με έπιασε φιλικά από την πλάτη. «Για να μη χαθείς σε αυτό τον λαβύρινθο μπες στο μέγαρο Η. Αν σου πει ο Θ να σε βοηθήσει, αρνήσου ευγενικά. Είναι ο θυρωρός. Προς θεού, δεν έχεις να πάρεις τίποτα απ’ αυτόν. Ανέβα στον όροφο Ι, βγες στο διάδρομο Κ και χτύπα την πόρτα Λ. Εκεί είναι το γραφείο του Μ. Δε χρειάζεται να σε συνοδεύσω μέχρι εκεί. Από κει θα σου πει αυτός πως θα πορευτείς.»

Ο τύπος είχε λαχανιάσει γιατί μιλούσε σαν αφηνιασμένος.

«Να ’σαι καλά» του ’πα και προχώρησα στα ενδότερα.
«Α, και που ’σαι, μου ψιθύρισε, πρόσεξε μην ξεχαστείς και πεις τον Μ με το κανονικό του όνομα.». «Γιατί πώς είναι αυτό;» τον ρώτησα με περιέργεια.
«Μαλάκας» αποκρίθηκε. «Είθε να είσαι γυμνασμένος, ευτυχισμένος, παραγωγικός».
«Καλώς ήρθες. Είσαι ο ;»
«Μην ενοχλήστε» απάντησα στον Θ, εφαρμόζοντας τις οδηγίες του Ζ πλην του ευγενικά.

Ο Μ φορούσε μια ολόιδια στολή με του Ζ και Θ, μόνο που το κίτρινο δεν ώχριζε τόσο. Ήταν πιο φωτεινή.
«Το κρεβάτι σου είναι στο παράπηγμα Ν. Ο όροφός σου είναι ο Ξ και ο θάλαμός σου είναι ο Ο. Σήμερα είναι η μέρα προσαρμογής σου. Αύριο θα έρθει να σε βρει ο κύριος Π.»
Με κοιτούσε με κάποια σκληράδα, αλλά ο τόνος της φωνής του ήταν μαλακός.
«Και επειδή όλοι παραπονιούνται ότι είμαι λίγο απότομος μαζί τους, για να μη με παρεξηγήσεις και συ θα σου δώσω μια συμβουλή πολύ πιο χρήσιμη από τις τυπικές ευγένειες που θα σου είπε ο Ζ στην πύλη. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, μη σου ξεφύγει και πεις τον Π Παλιοτόμαρο. Είναι ο μέντοράς σου. Καλή τύχη. Να είσαι γυμνασμένος, ευτυχισμένος και παραγωγικός.»
«Θα το έχω υπόψιν μου Μαλάκα», σκέφτηκα σιωπηλά. Ανυπομονούσα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μετά από όλα αυτά.

 Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν αντίκρισα μπαίνοντας στο θάλαμο την Α δίπλα στο κρεβάτι μου.
«Είμαστε όλοι εδώ», αποκρίθηκε χαμογελώντας.
Πράγματι σε λίγο όλη η παρέα έσκασε μύτη. Ο Ρ, η Σ, ο Τα, η Υ, ο Φ ήμουν πράγματι δίπλα τους.

Την επομένη, τον Π μόλις που άντεχα να τον αντικρίσω γιατί η στολή του ήταν πολύ λαμπερή για τα μάτια μου.
«Η δουλειά σου στο κίτρινο στρατόπεδο είναι η εξής. Εγερτήριο στις 7. Στις 8 πιάνεις δουλειά. Η αποστολή σου είναι να ξεχωρίζεις τα Χ χαρτιά από τα Ψ, 9 με 11 το βράδυ  ημιανάπαυση και μετά ανάπαυση. Αυτά για τώρα. Να ’σαι γυμνασμένος, ευτυχισμένος και παραγωγικός».
Στο κίτρινο στρατόπεδο τα κουκιά είναι μετρημένα, γι’ αυτό συνηθίζεις εύκολα. Είχε περάσει αρκετός καιρός. Δεν ξέρω πόσος, γιατί στο κίτρινο στρατόπεδο δεν υπάρχουν ρολόγια πουθενά, μόνο τα άτομα με τις κίτρινες στολές διαφορετικών τόνων και εμείς.
Ο χρόνος κυλούσε δουλεύοντας και κάνοντας πολύπλοκα σχέδια απόδρασης το βράδυ με τα παιδιά. Στη θεωρία είχαμε σκάψει τούνελ, είχαμε σηκώσει αερόστατα, είχαμε δωροδοκήσει τις κίτρινες στολές. Στην πράξη οι ιστορίες του στρατοπέδου έλεγαν, ότι κανένας δεν είχε αποδράσει ποτέ από εκεί. Και γι’ αυτό κανείς δεν επιχειρούσε πλέον. Η ιδέα της απόδρασης είχε καταντήσει άπιαστο όνειρο μετά από κάποιο καιρό και όλοι είχαν παραιτηθεί. Κανείς δεν πλησίαζε καν τα «ζωγραφιστά» τείχη ή το φυλάκιο του βλοσυρού Ζ που τους «έκοβε» όλους σα μαντρόσκυλο. Δεν κρατούσε ποτέ όπλο ή κάτι παρόμοιο. Το βλέμμα του ήταν αρκετό.

 Πλέον το ’χα πάρει απόφαση.

«Ήρθα να σου πω ότι θέλω να μου ανοίξεις την πόρτα. Θέλω να δω πως πάνε τα πράγματα έξω.»

Ο Ζ γέλασε και το ζοφερό του βλέμμα εξαφανίστηκε. «Καταρχάς ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΕΚΕΙ ΕΞΩ. Αλλά αν επιμένεις μπορείς να πας. Η δουλειά μου δεν είναι να σταματάω αυτούς που θέλουν να φύγουν, άλλωστε κανείς δε το έχει τολμήσει μέχρι τώρα. Απλά κάθομαι εδώ για να τους φοβίζω. Έχω επωμιστεί βλέπεις, τον άχαρο ρόλο του σκιάχτρου».

Είχα ήδη βγει όταν μου είπε: «και πρόσεχε Ω, εγώ στη θέση σου θα ανησυχούσα με τέτοιο όνομα».



fashion addiction