

Το ’χα πάρει απόφαση εδώ και
πολύ καιρό ότι εκείνο το καλοκαίρι θα πήγαινα διακοπές μόνος μου. Απλά γούσταρα
να αράξω μακριά απ’ όλα και όλους και να σκεφτώ, μονάχα αυτό. Όχι ότι τα άλλα
καλοκαίρια έκανα κάτι διαφορετικό από το άραγμα αλλά τώρα ήξερα ότι ήρθε η ώρα
να χαθώ μόνος. Μόλις είχα πάρει ένα πτυχίο, είχα χωρίσει την Α χωρίς ιδιαίτερο
λόγο και γενικά είχα φροντίσει να μη με κρατάει πλέον τίποτα πίσω.
Καρφώθηκα στο πρώτο καφενείο
που βρήκα. Δεν μπορούσες να ισχυριστείς ότι το νησί δεν ήταν τουριστικό αλλά
τουλάχιστον η κατάσταση δεν ήταν όπως σε άλλα. Αραγμένος με τα πόδια απλωμένα
στην απέναντι καρέκλα, χάζευα τις φάτσες των ντόπιων όταν πέρασε ένας
ποδηλάτης. Φορούσε μια κίτρινη στολή στο χρώμα της ώχρας. Μόνο σαν ταχυδρόμο
μπορούσα να τον φανταστώ. Με κάρφωσε στα μάτια με βλέμμα αινιγματικό. Ο μαλάκας
θα σκέφτεται που με ξέρει, φαντάστηκα. Δεν ξέρει ότι απλά έχω κοινή φάτσα.
Ξεκίνησα για τα ενδότερα του
νησιού. Δε βιαζόμουνα να βρω το τέλειο μέρος που θα έστηνα τη σκηνή μου. Ήξερα
ότι αυτό θα το έβρισκα εκεί που δεν το περίμενα όπως πάντα. Αυτό που γούσταρα
στο Ε ήταν η πυκνή του βλάστηση. Σπάζοντας και το τελευταίο κλαδί θάμνου
αντίκρισα το τείχος. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν οι κίτρινοι τοίχοι που το
αποτελούσαν ήταν ζωγραφιστοί ή αληθινοί. Ακολουθώντας τον περιμετρικά έφτασα σε
μια είσοδο με φυλάκιο. Εκεί προς έκπληξή μου με περίμενε ο ταχυδρόμος. Τώρα
μπορούσα να δω κι ένα ταμπελάκι στη στολή του. Τον έλεγαν Ζ.
«Να ’σαι καλά» του ’πα και
προχώρησα στα ενδότερα.
«Α, και που ’σαι, μου
ψιθύρισε, πρόσεξε μην ξεχαστείς και πεις τον Μ με το κανονικό του όνομα.».
«Γιατί πώς είναι αυτό;» τον ρώτησα με περιέργεια.
«Μαλάκας» αποκρίθηκε. «Είθε
να είσαι γυμνασμένος, ευτυχισμένος, παραγωγικός».
«Μην
ενοχλήστε» απάντησα στον Θ, εφαρμόζοντας τις οδηγίες του Ζ πλην του ευγενικά.
«Το
κρεβάτι σου είναι στο παράπηγμα Ν. Ο όροφός σου είναι ο Ξ και ο θάλαμός σου
είναι ο Ο. Σήμερα είναι η μέρα προσαρμογής σου. Αύριο θα έρθει να σε βρει ο
κύριος Π.»
Με
κοιτούσε με κάποια σκληράδα, αλλά ο τόνος της φωνής του ήταν μαλακός.
«Και
επειδή όλοι παραπονιούνται ότι είμαι λίγο απότομος μαζί τους, για να μη με
παρεξηγήσεις και συ θα σου δώσω μια συμβουλή πολύ πιο χρήσιμη από τις τυπικές
ευγένειες που θα σου είπε ο Ζ στην πύλη. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, μη σου
ξεφύγει και πεις τον Π Παλιοτόμαρο. Είναι ο μέντοράς σου. Καλή τύχη. Να είσαι
γυμνασμένος, ευτυχισμένος και παραγωγικός.»
«Θα
το έχω υπόψιν μου Μαλάκα», σκέφτηκα σιωπηλά. Ανυπομονούσα να ξαπλώσω στο
κρεβάτι μετά από όλα αυτά.
«Είμαστε
όλοι εδώ», αποκρίθηκε χαμογελώντας.
Πράγματι
σε λίγο όλη η παρέα έσκασε μύτη. Ο Ρ, η Σ, ο Τα, η Υ, ο Φ ήμουν πράγματι δίπλα
τους.
«Η
δουλειά σου στο κίτρινο στρατόπεδο είναι η εξής. Εγερτήριο στις 7. Στις 8
πιάνεις δουλειά. Η αποστολή σου είναι να ξεχωρίζεις τα Χ χαρτιά από τα Ψ, 9 με
11 το βράδυ ημιανάπαυση και μετά
ανάπαυση. Αυτά για τώρα. Να ’σαι γυμνασμένος, ευτυχισμένος και παραγωγικός».
«Ήρθα
να σου πω ότι θέλω να μου ανοίξεις την πόρτα. Θέλω να δω πως πάνε τα πράγματα
έξω.»
Ο
Ζ γέλασε και το ζοφερό του βλέμμα εξαφανίστηκε. «Καταρχάς ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ
ΕΚΕΙ ΕΞΩ. Αλλά αν επιμένεις μπορείς να πας. Η δουλειά μου δεν είναι να σταματάω
αυτούς που θέλουν να φύγουν, άλλωστε κανείς δε το έχει τολμήσει μέχρι τώρα.
Απλά κάθομαι εδώ για να τους φοβίζω. Έχω επωμιστεί βλέπεις, τον άχαρο ρόλο του
σκιάχτρου».






