ΥΠΟΒΡΥΧΙO αυτή τη φορά στις ράγες
Της Αλεξάνδρας Τσέκερη
Share |

Mια βόλτα στα βαθιά σε δυο ράγες με τον καρβουνιάρη (ή «ταχεία» όπως - για πλάκα; - λέγεται κανονικά). Welcome στον κόσμο του. Εδώ τα πράγματα έχουν σταματήσει να εξελίσσονται για καμιά σαρανταριά χρόνια – άλλος χωροχρόνος και κολλάς άσχημα μέσα του. Σίγουρα είναι για τα ωραία του – ταξίδι, γραφικοί σταθμοί, άνθρωποι, περίεργες φάσεις – αλλά ίσως να είναι και για τα δύσκολά του – πολλές ώρες, ψυχοβγαλτικοί άνθρωποι, κουραστικές φάσεις / να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Αθήνα, σιδηροδρομικός σταθμός Αθηνών – Λαρίσης. Κι επειδή κάθε αρχή και δύσκολη, χάνω το μεσημεριανό δρομολόγιο και παίρνω το express του μεσονυχτίου (χωρίς το “express”).

 

Προορισμός: Ξάνθη.
Ηθικό: Τα λέμε σε 14 ώρες.

Ο καρβουνιάρης κλασικός και γνώριμος καλωσορίζει τους χίλιους καλούς που χωράνε. Αλλά τι μπορεί να πάθει ένα τρένο; Πλοίο είναι να βουλιάξει; Στρίμωγμα, ψάξιμο βαγονιού, βαλίτσες φωνές, σκυλιά, κουνέλια, άνθρωποι, όλοι επιτέλους μαζί. Ούριος άνεμος, τα πανιά λυμένα και φύγαμε.
Το σκηνικό του έργου έχει στηθεί: μέταλλο απ’ έξω και μέσα μια ξεθωριασμένη αίσθηση/ χρώματα συνοικιακού καφενείου(;). Περπατάς το στενό διάδρομο με τα παράθυρα από τη μια και τις πόρτες των κουπέ από την άλλη. Εδώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού βολτάρεις και χαζεύεις το έξω που αφήνεις πίσω. Ιδίως το βράδυ, που η υπόλοιπη φύση και ο κόσμος ησυχάζει, στο διάδρομο ο μονότονος θόρυβος της κίνησης σου δίνει ολόκληρη την εικόνα: οι αυλακωμένοι σιδερένιοι τροχοί μπαίνουν μέσα στις ράγες και με κάποιο περίεργο κόλπο πάνε.
Τα κουπέ είναι κάτι σαν καμπίνες με δυο σειρές θέσεις τοποθετημένες αντικριστά και παράθυρο/ ωραίο κάδρο. Μέχρι και οχτώ στοιβαγμένοι άνθρωποι, χώρος για βαλίτσες και για κουβέντα (υπάρχουν και με κρεβάτια τα οποία, αν και καλή ιδέα για το βράδυ, είναι υπερβολικά κλειστοφοβικά). Η σύνθεση του κουπέ παίζει πολύ σημαντικό ρόλο/ απογειωτικές, ενοχλητικές, τετριμμένες φάσεις, ή ησυχία και όλοι για ύπνο (μια μεγάλη αγκαλιά, ιδίως όταν το τρένο είναι φουλ). Εδώ χτυπάει η καρδιά του καρβουνιάρη, εδώ ζυμώνονται οι ιστορίες του - το κυρίως ταξίδι.
Στο τέρμα του βαγονιού η τουαλέτα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της που κάνεις δε θέλει να θυμάται. Και όπως περνάς από το ένα βαγόνι στο άλλο, βαριές συρόμενες πόρτες και ταρακούνημα. Κρατιέσαι καλά; Σε κάποιο από τα μεσαία βαγόνια βρίσκεται και το κυλικείο με τραπεζάκια, σπανακόπιτες (λένε αρκετά), καφέδες, τις συνηθισμένες τιμές φωτιά και κόσμο. Ποτέ δεν κάθομαι, εκτός κι αν βρίσκομαι σε αποστολή παρακολούθησης ενδιαφέροντος ανθρώπου, δει αρσενικού.
Το καραβάνι ταξιδεύει μέσα στη νύχτα. Μέσα στο κουπέ τέσσερις φαντάροι σε αρχέγονες τελετουργίες. Στέλνουμε σήματα καπνού στην πόλη που χάνεται. Ρε, ο απέναντι μοιάζει με τον Πωλ Νιούμαν. Σοβαρά. Σκοτάδι – οι περισσότεροι προσπαθούν να κοιμηθούν. Βγαίνω από το κουπέ, στο διάδρομο κανείς. Το κεφάλι έξω από το παράθυρο και ο κρύος αέρας μου κόβει την ανάσα. Μαύρη μαυρίλα. Που και που μπορώ να διακρίνω κανά ξέμπαρκο όνειρο να εγκαταλείπει το τρένο. Μήπως είναι ώρα για ύπνο; Οι συνταξιδιώτες μου όμως, έχουν όρεξη για χαλαρή κουβεντούλα. Έτσι, για μια ακόμη φορά, ακούω για τα στραβά του ελληνικού στρατού. Μετά από τόσα ταξίδια είναι σαν να έχω κάνει θητεία.

Αυτοί που δραπετεύουν έμαθαν τι γυρεύουν

Το τρένο κουβαλάει τις ιστορίες του. Κάθε ταξίδι και ατελείωτα μπλα μπλα μεταξύ των επιβατών. Η επίθεση δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη προσπάθεια. Το αντικριστό των θέσεων και το υπεράριθμο των επιβατών, δημιουργούν συνθήκες αναπόφευκτης μάχης. Οι κουβέντες μπλέκονται, πλέκονται και φτιάχνουν τη μυθολογία του τρένου. Τις περισσότερες φορές αμύνεσαι διαβάζοντας ή ακούγοντας μουσική, όσο όμως και να θέλεις να αποστασιοποιηθείς, το τρένο σε κάνει τελικά συνένοχο. Σε κάνει ταξιδιώτη. Όσο περισσότερο μπλέκεσαι τόσο περισσότερα καταλαβαίνεις να είναι (όλα) δρόμος. Δε θες και πολύ για να παραμυθιαστείς. Και από παραμύθια ο καρβουνιάρης άλλο τίποτα. Πέρα απ’ αυτά που θα ακούσεις και θα δεις από τους άλλους, είναι και αυτά που θα γεννηθούν μέσα στο κεφάλι σου: σκέψεις και εικόνες του προορισμού ή αυτών που αφήνεις περνούν μέσα από περίεργες διεργασίες. Οι ήχοι και οι παραστάσεις του τρένου είναι η σιγανή φωτιά που θα κάνει το ζυμάρι του μυαλού, τσουρέκι. Πεινάει κανείς;

 Και η περιπέτεια συνεχίζεται…προσοχή στις παγίδες:

-         Πάντα κρατιέσαι από την ειδική χειρολαβή στην τουαλέτα. Το τρένο κουνάει και - believe me – δεν θέλεις να πέσεις μέσα. Παρεμπιπτόντως, ο πάτος της τουαλέτας όταν πατάς το πετάλι-καζανάκι ανοίγει και τα βλήματα πέφτουν στις ράγες. Άλλος ένας λόγος για να μην κάθεσαι στις γραμμές του τρένου.

-         Παππούδες που κλάνουν στον ύπνο τους (και μερικές φορές και στον ξύπνιο τους). Ακόμα χειρότερα όταν είναι χειμώνας και δεν μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο. No way out.

-         Τύποι με κασετόφωνα. Συνήθως αυτοί που δεν προτιμούν το walkman έχουν μουσικές αναζητήσεις εθνική οδός στο μάζεμα του βαμβακιού. Και θέλουν να τις μοιράζονται. Δυνατά.

-         Βγαλμένα παπούτσια. Μπας κι άρχισε ο χημικός πόλεμος και δεν το πήρα είδηση; Χίλιες φορές με τους παππούδες που κλάνουν.

-         Η βρώμα στον καρβουνιάρη είναι όπως η λίγδα στο σουβλάκι: νοστιμεύει. Ρούχα στον κλίβανο, ένα καυτό μπάνιο και όλα στο παρελθόν (ναιαιαιαιαι, μπορώ να διακρίνω ξανά το δέρμα μου).

-         Μη μπερδευτείς και πάρεις intercity. Διπλάσια εισιτήρια, λιγότερες ώρες, χωρίς κουπέ – δυο δυο στις θέσεις (λεωφορείο κατάσταση), σχετικά καθαρά, χωρίς διάδρομο για ξεμούδιασμα και χάζεμα στα παράθυρα, line in danger: τι είναι αυτό; Δε λέει. Έχει και καθαρές τουαλέτες. Αίσχος.

 Και καθώς το ταξίδι φτάνει στο τέλος του…

Τα highlights:

-         Τα ταξίδια με φίλους.

-         Τα ταξίδια χωρίς φίλους (Λούκυ Λουκ / είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι).

-         Το πέρασμα από τούνελ. Μαύρα κι άραχνα. Το φως και η ανάσα χάνονται. Τα ξωτικά του τούνελ σφυρίζουν – σειρήνες για τους ταξιδιώτες. Σε καλούν να πας κοντά τους. Ζωή στο σκοτάδι. Κυριαρχία στη συνείδηση των ταξιδιωτών και μετά…φως.

-         Τα τραγούδια στο walkman που κυνηγάνε τα βιντεοκλίπ τους έξω απ’ το παράθυρο.

-         Η διαδρομή Δράμα-Ξάνθη. Το τρένο διασχίζει τα στενά του Νέστου: ποτάμι + δέντρα + βράχοι + τούνελ = όλοι στα παράθυρα για χάζεμα. Το φθινόπωρο τα φύλλα να χορεύουν σε ελεύθερη πτώση.

-         Το γενικό black out. Σκοτεινό τρένο-φάντασμα μες τη νύχτα θα περνώ. Οι θρύλοι μιλούν για μια φορά που έσβησε τα φώτα για να βλέπει καλύτερα την πανσέληνο και τις βουτιές της στο Νέστο. Αλλά μάλλον αυτά πρέπει να σκοτώσεις για να τα δεις.

Χαιρετώ τον καρβουνιάρη με μια απροσδιόριστη χαρά και μια προσδιορισμένη βρώμα. Στο κεφάλι μου βουητό από τη μουσική και τις κουβέντες όλων των ταξιδιών. Μπορεί και να ταξίδεψα στ’ αλήθεια.

ΥΓ. Διάβασε το «Bororo» του Λένου Χρηστίδη. Η πραγματική διάσταση των πραγμάτων στον καρβουνιάρη (και το ασύστολο clopyright από μέρους μου). ΚΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ: άνοιξε το παράθυρο γιατί σκάσαμε!

Το παρακάτω σαν άσχετο, μόνο του. Και επειδή όλοι έχουν να πουν μια ιστορία.

Μέσα στο κουπέ ένας ευαγγελιστής, ένας οικοδόμος με κομμουνιστικές καταβολές και η κυρία του που έχει δει όραμα το Χριστό να την πηγαίνει στον παράδεισο. Πατάει play και το κοινό κρατάει την ανάσα του (η παράσταση ενθουσιάζει, έχουμε και όρθιους). Με σήκωσε ψηλά μες στο δωμάτιο και βλέπω από το ταβάνι το σώμα μου κάτω στο κρεβάτι να κοιμάται. Πηγαίνουμε - πηγαίνουμε στον ουρανό και φτάνουμε σε μια πόρτα και την ανοίγει και φτάνουμε και σε άλλες πόρτες και τις ανοίγουμε – συνολικά εφτά ήτανε – και πηγαίνουμε – πηγαίνουμε και βρίσκουμε ένα μέρος μ’ αγγελάκια και μου λέει ο Χριστός, «Κάτσε εδώ, έρχομαι σε λίγο» (πετάγομαι στη γωνία για τσιγάρα). Μετά πήγαμε στην κόλαση και είδα τους διαβόλους με τις τρίαινες και τα κέρατα και μου είπε ο Χριστός «να λες τ’ όνομά δυο φορές τη μέρα (πριν ή μετά το φαγητό;) και θα σωθείς». Και οι γείτονες μου κάθε μέρα προσεύχονται να τους φανερωθεί ο Χριστός, αλλά ήρθε σε μένα (μάλλον λάθος διεύθυνση). Ο σύζυγος προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, ο ευαγγελιστής λίγο μουδιασμένος συνεχίζει μα το δελτίο τύπου της Δευτέρας παρουσίας, όπου οι ενάρετοι θα πάνε στον ουρανό και οι αμαρτωλοί στην κόλαση, οπότε κάτι παλιό ξυπνάει μέσα στο φίλο μας, το σύζυγο, και συμφωνεί: Ναι, οι αμαρτωλοί, δηλαδή οι καπιταλιστές. Εκτροχιαστήκαμε;

Οι φυλές του τρένου
Όλος ο καλός ο κόσμος είναι εδώ

Παππουδογιαγιάδες: Άλλη διάσταση λογικής. Τις περισσότερες φορές μοιάζουν να μιλάνε σαν τους παππούδες σου. Πρέπει να ξύσεις την επιφάνεια των πραγμάτων για να μάθεις ότι η γη κατοικείται στο εσωτερικό της, ότι οι άνθρωποι συναρμολογούνται από αγγέλους σε στυλ ένας βάζει το χέρι, άλλος βάζει το πόδι (θα ήθελα να ρωτήσω τον άγγελο που μου ’βαλε τη μύτη, αν έψαξε πολύ για να τη βρει), εξωγήινοι τερατομάχοι σε νέες περιπέτειες, παγκόσμιες συνομωσίες, όλα κρύβονται πίσω από κουβέντες:»πήγα να δω τα παιδιά μου στην Αθήνα», «έπεσε η τιμή της ντομάτας», «εσύ παιδί μου πού πας;»· όλα προφάσεις. Πάτα το κουμπί τους και καλύψου με σε πάρουν τα σκάγια.

Φαντάροι: Βαριεστημένοι, πικραμένοι, αντραλεμένοι, κοπαδοποιημένοι,, ηλίθιες φάτσες, καλές φάτσες. Απ’ όλα. Αν είσαι θηλυκό σε κοιτάνε κάπως, αλλά το ξεπερνάνε. Στο βλέμμα τους κάτι που δεν καίγεσαι να ζήσεις. Το ντουμάνι στέλνει σήματα κινδύνου στο κοντινότερο πλοίο. Ούτε αυτοί καίγονται να το ζήσουν.

Τσιγγάνοι: Εκρηκτικό ταμπεραμέντο. Μερικές φορές τόσο εκρηκτικό που σου σπάει τα νεύρα.

Φοιτητές: Έχουν κάτι ν’ απαντήσουν στην ερώτηση «τι σπουδάζεις καμάρι μου;». Δε δείχνουν ν’ απολαμβάνουν τις χαρές και τις λύπες του καρβουνιάρη. Καλά παιδιά. Δε θυμάμαι κανέναν.

Οι παρέες: Ζαλωμένοι σάκους, τάβλι, κιθάρες, κασετόφωνα, πειρατικές σημαίες “take no prisoners”, πολύ καλή διάθεση. Καταλαμβάνουν κουπέ και στήνουν πανηγύρια. Το φαινόμενο παίζει κυρίως καλοκαίρι, όταν το τρένο ντύνεται τα πολύχρωμά του και πάει Άδρα για river party. Μπλουμ.

Τα παιδάκια:Stay away. Η φάση του αγγίζω και μαθαίνω έχει περάσει από καιρούς για σένα, έχεις μάθει να μη κλαις (πολύ), σου έχουν κόψει και την πιπίλα, ε, δεν υπάρχει επικοινωνία. Πάντα πακέτο με τις μανάδες γιατί με γέννησες.

Αλβανοί: Γιατί μου φαίνονται πάντα στεναχωρημένοι;

Μαύροι: Κάπως λάγνοι. Πάω στοίχημα ότι σπάνε πλάκα τις γιαγιάδες που ζαρώνουν όταν τους βλέπουν.

Σταθμάρχες-ελεγκτές: Συμπαθητικοί κι ευγενικοί. Σε ξυπνάνε στη στάση σου (λέμε τώρα), σε γκαβώνουν για να ελέγξουν τα εισιτήρια, έχω ακούσει ότι πέφτουν και προτάσεις για μια πιο ανθρώπινη επαφή βρε αδερφέ, στις μπροστά κλινάμαξες. Μια ζωή ταξίδι κι έντονες συγκινήσεις.

Tourist peoplehappy people: Δυο Κινέζοι που σπάνε καρύδια με το χέρι, πάνε Κωνσταντινούπολη και χαμογελάνε όπως μόνο αυτοί μπορούν. Που και που κανένας Βαλκάνιος. Άγγλοι - Γάλλοι – Ισπανοί σε καλοκαιρινές διακοπές για πάντα (μάλλον φάση interail), με το κλασικό εκδρομικό χύμα στο κύμα στυλ τους. Τον καρβουνιάρη τον θεωρούν προφανώς άλλο ένα φολκλόρ (τα τρένα έξω δεν έχουν τον «αυθορμητισμό» του).

Οι υπόλοιποι: Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Διαφορετικοί, αδιάφοροι, ενοχλητικοί, αμίλητοι-ακούνητοι- αγέλαστοι, όμορφοι (πάντα πέντε βαγόνια μακριά· το κυλικείο είναι μια κάποια λύση), βαριεστημένοι, αηδιασμένοι με τους εαυτούς τους, με τους άλλους και κυρίως με τον καρβουνιάρη (δεν έχουν πιάσει το νόημα), ερωτικοί (τρομάρα τους), ξενερωτικοί (τι σπουδάζεις; από πού είσαι; ωραία πόλη η Ξάνθη;) της περιπέτειας (όσοι τολμούν την τουαλέτα), του ύπνου, της καταστροφής, της παρέας, της ομάδας, σερενάτα και πάσης Ελλάδος.



fashion addiction