

Είναι του δρόμου η ομορφιά
με πλάνεψε κι εμένα κάποτε παντοτινά
και τώρα οι φωνές, μου μοιάζουνε μελωδία…»
( Μεθυσμένα Ξωτικά)
Μάιος 2006
Μια χούφτα παιδιών αρχίσαμε να φωνάζουμε για την επικείμενη
μεταρρύθμιση. Τότε δεν είχα πιστέψει σε
κάτι τόσο όμορφο όσο το κίνημα.
Όταν έκλεισε η σχολή ένιωσα σαν μικρό παιδί που ανακαλύπτει
ένα νέο κόσμο. Το ίδιο βράδυ όλοι κατασκηνώσαμε στη σχολή κάνοντας μια
προσπάθεια να κάνουμε το πανεπιστήμιο σπίτι μας και να το προστατεύσουμε με την
ίδια μας την παρουσία. Χωρίς κάμερες, μαγνητικές κάρτες, σεκιούριτι και
ρουφιάνους. Απλά εμείς. Οι φοιτητές δίναμε ζωή σε ένα πρώην
πανεπιστήμιο-σχολείο, που μεταμορφωνόταν σε ένα ανοιχτό κοινωνικό χώρο
συνάντησης και προβληματισμού.
Κάθε πρωί όλοι μαζί εξόρμηση στους δρόμους και τα σχολεία,
μετά συντροφική κουζίνα από φρεσκομαγειρεμένα φαγητά που έφερναν οι κοπέλες ή
έστελναν οι μαμάδες και το απόγευμα συντονιστικά, συζητήσεις και κάποιες φορές
εξόρμηση ή αφισοκόλληση.
Τα βράδια, όλα κιόλα. «Η ζωή είναι μικρή για να είναι
θλιβερή». Ένα παρτάκι, ένα γλέντι, μια προβολή.
Κάπως έτσι κύλησε εκείνο το καλοκαίρι. Με φωνές, χαμόγελα και συλλογικούς
αγώνες.
Σεπτέμβρης 06
Η νέα φουρνιά φοιτητών ανταποκρίνεται. Μαζικές συνελεύσεις, μαχητικές
πορείες, δυναμική παρουσία. Με
στοιχειώδεις δράσεις κύλησε αυτό το 5μηνο, οι οποίες όμως προειδοποιούσαν «αν
πάτε να πουλήσετε την παιδεία , θα μας βρείτε μπροστά σας».
Γενάρης ‘07
Η κυβέρνηση αρχίζει να τρέχει τις διαδικασίες και εμείς
τρέχουμε την απάντηση: τεράστιες συνελεύσεις κλείνουν σε χρόνο dt τα
πανεπιστήμια της χώρας. Το αποκορύφωμα ήταν η μέρα που «οι Καταλήψεις βγήκαν
στο δρόμο». Μια ολόκληρη μέρα κλείσαμε την Εγνατία Οδό και τη γεμίσαμε με
κόσμο. Πάγκοι με βιβλία, σουβλάκια,
μπύρες, συναυλίες, street art, θεατρικά, τραπεζάκια παρατάξεων. Χιλιάδες θεσσαλονικείς ήρθαν να δουν τι
συμβαίνει. Οι καταλήψεις δεν βγήκαν απλά στο δρόμο, οι καταλήψεις έδωσαν στο
δρόμο και πάλι ζωή και μια ευκαιρία στον κόσμο να θυμηθεί τι σημαίνει δημόσιος
χώρος.
Κι έφτασε η 8/3/07, η μέρα που έμεινε στο μυαλό όλων μας σαν
την ημέρα καταστολής του φοιτητικού κινήματος. Χιλιάδες πολίτες διαδηλώναμε έξω από τη βουλή ενάντια στον Νέο
Νόμο-πλάισιο. Κι εντελώς αναίτια, σίγουρα απρόκλητα άρχισε το ξύλο, τα δακρυγόνα, τα χημικά, οι συλλήψεις. 49 παιδιά συνελήφθησαν άνευ λόγου και
αιτίας. Ανάμεσά τους ήμουν κι εγώ.
Δύο μήνες ταλαιπωρία, δικαστήρια, μάρτυρες, απολογίες.
Τελικά η δικαιοσύνη έκρινε ορθά. Αθώωση ομόφωνη και οι αστυνομικοί διώκονται
για ψευδομαρτυρία, υπερβολική χρήση βίας και χημικών. Δικαιωθήκαμε όλοι, εκτός από έναν, τον Κώστα. Ένα νέο εργαζόμενο, που μετά από μια βδομάδα
κλήθηκε να ξαναδικαστεί. Γιατί; Γιατί δεν ήταν βολεμένος και στήριξε τον αγώνα
μας.
Κι όμως έχει κι άλλο…
Δύο βδομάδες μετά, φεύγοντας από ένα πάρτυ στο Πολυτεχνείο,
η ιστορία θα έπαιρνε τρομακτικές διαστάσεις. Στις 4-5 το πρωί είχαν γίνει
κάποια επεισόδια στην Φιλοσοφική από μια ομάδα κουκουλοφόρων. Ένα χιλιόμετρο μακριά γίνονταν δυο
πάρτυ. Η αστυνομία κύκλωσε τα
πανεπιστήμια και μάζεψε όποιον βρήκε…
Με μοναδικό στοιχείο ενοχής τα… παπούτσια μου, συλλαμβάνομαι.
Τρείς μέρες μετά, παρόλα τα στοιχεία αθωότητάς μου, οδηγούμαι στις φυλακές
Αυλώνα. Έτσι, ξαφνικά, χωρίς κάποιο λόγο
(αλλά με σαφέστατη λογική από την πλευρά των αστυνομικών), ένας αθώος τιμωρείται.
Επειδή δεν έκανε τίποτα ή, μάλλον, έκανε. Αντέδρασε στο μέλλον που του επιφυλάσσουν
και συμμετείχε σε ένα κίνημα. Ένα κίνημα που στο τέλος ανέτρεψε τα σχέδια της
κυβέρνησης και έβαλε στο εδώλιο του κατηγορουμένου την αστυνομία!
Οι φοιτητές έπρεπε και πάλι να βγούν στους δρόμους. Όχι για
το άρθρο 16 πια, αλλά για να σταθούν αλληλέγγυοι στο πλευρό των
διωκόμενων. Σύσσωμο το κίνημα στάθηκε
αλληλέγγυο. Μετά από 46 μέρες εγκλεισμού στα κολαστήρια, που κάποιοι λένε
φυλακές ανηλίκων, αποφυλακίστηκα.
Εκδίδεται το βούλευμα που με παραπέμπει σε δίκη με βαρύτατες
κατηγορίες. Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα,
είμαι αθώος και έχω την κοινωνία με το μέρος μου. Όμως ό,τι κι αν γίνει, τώρα γνωρίζω τι
σημαίνει εγκλεισμός και φυλακή. Και απολαμβάνω κάθε μου ελεύθερο βήμα στο
δρόμο. Στο δρόμο των κινημάτων, του αγώνα, της αλληλεγγύης, της ελευθερίας, της
συλλογικότητας. Γιατί για μένα, όπως έγραφε κι ο Χικμέτ, «το πιο εκπληκτικό, πιο
επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον
μποδίζουν να βαδίζει».






