Ευριπίδου
Φωτογραφία: Στεφανία Μιζάρα
Του Αλέξη Γαγλία (fiasko.info@gmail.com)
Share |
ΕΝΑ ΠΑΛΛΟΜΕΝΟ ΜΩΣΑΪΚΟ

Στα κιτάπια του Δήμου Αθηναίων είναι ένας ακόμα δρόμος αυτής της πόλης. Φέρει ένα όνομα «βαρύ σαν ιστορία» και πληρώνει (υποθέτω) τα σύγχρονα τέλη της κανονικά. Στα λίγα τετραγωνικά της, γυναικεία παρακάλια για «γκαμήσι», κινέζικα κασόνια, μυρωδιές από μπαχάρια και μια παγκόσμια λαλιά. Η κίνηση εδώ δεν σταματά ποτέ γιατί η Ευριπίδου, μεταξύ των άλλων της θέλγητρων ή δεινών, πάσχει και από insomnia.

 

1. Το «επάνω» της κομμάτι είναι ένας συνηθισμένος, «τακτοποιημένος» δρόμος του κέντρου της Αθήνας. Εμπορική οδός με καφέ, κλαμπάκια και εστιατόρια, τράπεζες, καταστήματα - όλα αρκετά καθωσπρέπει. Η γειτονιά φαίνεται να υπάρχει ακόμα, κοινόχρηστη και φιλική. Οι μαγαζάτορες πλένουν ταχτικά το πεζοδρόμιο έμπροσθεν του καταστήματος τους και γνωρίζονται μεταξύ τους και με τους λίγους ενοίκους. Τα νεοκλασικά στέκονται ακόμα σε καλή κατάσταση.

2. Στην... Άνω Ευριπίδου η ατμόσφαιρα συμπυκνώνει τα επιμέρους ρεύματα της πόλης, όλες τις «ράτσες» της. Νεόκοποι χρηματιστές και μπίζνεσμεν εξέρχονται της Σοφοκλέους για να πιούν τον καφέ τους, εξακολουθώντας, ασταμάτητα, να ντιλάρουν από τηλεφώνου πια. Κυρίες και κύριοι που ψωνίζουν είδη, εποχιακά, εδώδιμα ή ηλεκτρονικά στις μεγάλες λεωφόρους της πόλης. Τουρίστες , άστεγοι από την Κλαυθμώνος και μετανάστες από τα αθηναϊκά γκέτο στα άκρα του τριγώνου της «διασκεδασούπολης» [Ψυρρή- Θησείο- Μοναστηράκι]. Τα μεσημέρια και τα βράδια, το «επάνω» μισό της Ευριπίδου ησυχάζει. Μόνο τις Παρασκευές και τα Σάββατα τιγκάρει. Αυτοκίνητα, αρ εν μπι σκυλάδικα στη διαπασών, παρέες, ζευγάρια στην βδομαδιάτικη έξοδό τους, πρεζάκηδες που καταρρέουν και μοναχικοί, που ψάχνουν κι αυτοί για να «γκαμίσουνε» με κάποιον, τελοσπάντων, τρόπο. 

3. Στη γωνία με την Αθηνάς, ένα άρτι αναπαλαιωμένο νεοκλασικό, μοιάζει σαν κόσμημα κλεμμένο από τη «μπελ επόκ» της Αθήνας. Μόλις στην απέναντι πλευρά του δρόμου, που παίζει ένα ρόλο «φυσικού συνόρου» των «αντιθέτων που έλκονται», ξεκινά ένας κόσμος διαφορετικός, πολύχρωμος, βρώμικος και νευρώδης. «Ιδιόρρυθμος» για τα δικά μας γούστα και των περισσοτέρων τις αντοχές.

4. «Εδώ μαζεύτηκαν όλες οι φυλές του κόσμου. Κινέζοι, Ινδοί, Πακιστανοί, Αφρικανοί, όλοι εδώ μαζεύτηκαν, αλλά δεν είναι κράτος αυτό που έχουμε, μπουρδέλο είναι». Αυτή είναι μια πιστή αντιγραφή του κοινού προλόγου των περισσότερων ελλήνων επαγγελματιών της περιοχής. «Το βλέπεις το βανάκι; Το άσπρο βανάκι στη γωνία; Πουλάνε λαθραία τσιγάρα. Αν μιλήσεις, έρχονται πολλοί μαζί και σε απειλούν ότι θα σου σπάσουν το μαγαζί και τα ρέστα. Αν «παίζουν» μπάτσοι; Νάτοι, τώρα περνάνε, κοίτα τους… Αυτό κάνουν, βολτάρουν αγκαζέ. Και «ζητάδες» περνάνε και ασφαλίτες κυκλοφοράνε, τίποτα δεν κάνουνε. Τα πρεζάκια είναι εδώ, σπάνε τη σκόνη τους στα σκαλιά των πολυκατοικιών, μαζεύονται τέσσερις- πέντε μαζί και τρυπάει ο ένας τον άλλο, μέρα μεσημέρι κοινή θέα, χύμα στο πεζοδρόμιο».

5. Οι «κοπέλες» πιάνουν δουλειά μόλις σκοτεινιάζει. Τα «κορίτσια» είναι συχνά «παιδιά», ανήλικες 16- 17 ετών που εκπορνεύονται μέχρι να ξεπληρώσουν στους νταβατζήδες τους  το «καλό» που τους έκαναν να τις φέρουν στην Ελλάδα. Η καθεμιά τους "χρωστάει" στους σωματέμπορους γύρω στις 10.000$. Κάνουν πιάτσα όλες μαζί και μεταξύ τους φαίνεται να επικρατεί μια γνήσια συναδελφικότητα- όρθιες στο πεζοδρόμιο, η μια χτενίζει την άλλη και αλίμονο στον υποψήφιο «πελάτη» που θα ενοχλήσει, λεκτικά ή σωματικά, κάποιο κορίτσι. Θα βρεθεί αμέσως περικυκλωμένος από τις υπόλοιπες γυναίκες.

6. Στην Ευριπίδου θα συναντήσεις πολύ περισσότερους μετανάστες, απ’ ότι γηγενείς. Αφρικανούς, από τη Σομαλία κυρίως, όπου ο εμφύλιος μεταξύ των ισλαμιστών ανταρτών και των κυβερνητικών δυνάμεων που υποστηρίζονται από τη γειτονική Αιθιοπία και τους Αμερικανούς, καλά κρατεί. Κινέζους, με το ασυναγώνιστο, υβριδικό εμπορικό δαιμόνιο του νεοφιλελεύθερου κομμουνιστή να πουλάνε το καθετί σε «σπασμένες» τιμές- ρούχα, παπούτσια, φω μπιζού, πλαστικά «κομψοτεχνήματα». Πακιστανούς που εμπορεύονται κινητά και το βράδυ του Σαββάτου κρατούν το φωτογραφείο ή το ψιλικατζίδικο τους ανοιχτό έως το ξημέρωμα σχεδόν. Ιρακινούς και Αφγανούς, μικροπωλητές ή απλώς διερχόμενους προς και από τα σπίτια τους, στις δίπλα γειτονιές και δυτικά της Πειραιώς. Ένας δρόμος, πραγματικό μωσαϊκό. Παλλόμενο όμως, ζωντανό. Με συχνές «εκρήξεις», καυγάδες και απειλές σε ακατάληπτες γλώσσες, και ξύλο και μαχαίρια στη φόρα πιο σπάνια. Είναι «εκρήξεις ελεγχόμενες» συνήθως, μάλλον περισσότερο από το ένστικτο αυτοσυντήρησης των ίδιων των εμπλεκομένων ανθρώπων, παρά την «εντεινόμενη» αστυνόμευση ή τη διαφημιζόμενη πρόνοια της μεταναστευτικής πολιτικής…

7. Οι μετανάστες (αυτοί οι "ξένοι" που δεν ξενιτεύτηκαν από την άγονη ζούγκλα τους, όπως αφελώς νομίζουμε συχνά, αλλά από το διαμερισματάκι τους μετά απ’ τον βομβαρδισμό) ζουν, αλλά δεν διαμένουν στην Ευριπίδου. Για τους «ξένους», η Ευριπίδου είναι αναπόσπαστο μέρος της μικρής τους «βόλτας» στα στενά του κέντρου. Λίγο πιο πάνω, στα πρόθυρα ενός  παλιού, παρηκμασμένου “Hotel” επί της Ευριπίδου, η Βάνα Μπάρμπα έπαιρνε θεληματικές πόζες μπροστά στο φακό. Καμιά εικοσαριά Πακιστανοί την κοιτούσαν με το θαυμασμό που θα απέδιδαν και σε μια αυθεντική «μπολιγουντιανή» σταρ και μεσόκοπες κυρίες από την επαρχία της απέδιδαν τα σέβη τους και ρωτούσαν με ευγένεια «από πού πάει για Ψυρρή;».

8. Οι «ξένοι» μιλάνε πολύ μεταξύ τους, αλλά όχι σε μας. Γιατί μας φοβούνται. Θεωρούν πως με κάποιο τρόπο τους εχθρευόμαστε, καταρχήν τουλάχιστον. Η καχυποψία αυτή δεν σημαίνει «παραβατική» από μέρους τους συμπεριφορά- αρκεί να μην έχουν τα «απαραίτητα έγγραφα» ή να λήγει ή βίζα… Νιώθουν υπό έναν «απαλό», αλλά συνεχή διωγμό. Οπότε, στην Ευριπίδου οι δημοσιογράφοι είναι ευπρόσδεκτοι, όσο και οι ασφαλίτες. Οι φωτογράφοι θεωρούνται δε, ακόμα πιο επικίνδυνοι.

9. Το ρεπορτάζ τελειώνει με μια στάση στα «μπριζολάδικα», τέρμα Ευριπίδου προς Κουμουνδούρου. Αφήνω το κινητό μου στην άκρη του τραπεζιού. Μια γυναίκα πίσω μου κυριολεκτικά ουρλιάζει- «τσέπη δεν έχεις να το βάλεις;». Πλησιάζει, είναι υπάλληλος του μαγαζιού, πιάνει το τηλέφωνο και το βάζει στην τσέπη μου. «Κλέβουν εδώ, κάθε μέρα», μου λέει αγριεμένη και φεύγει. Φτάνοντας στο σπίτι μου, καταλαβαίνω πως τελικά δε μου έκλεψαν το κινητό , αλλά έχασα την τσάντα με τα δυο βιβλία που είχα μαζί μου. Την επόμενη μέρα πέρασα πάλι από το «μπριζολάδικο». Την τσάντα δε μου την έκλεψε κανείς. Την κράτησαν στο μαγαζί και μάλιστα μου την επέστρεψε με τα χέρια της, η κυρία που αλλόφρων με είχε προειδοποιήσει για το κινητό. Ακόμα δυσκολεύομαι να υπολογίσω τη σχέση αναλογίας που μπορεί να έχει αυτή η έμπρακτη διάψευση του άγχους της συμπαθητικής κυρίας, με την πραγματικότητα της Ευριπίδου ή την απήχηση του βιβλίου σήμερα στο ευρύτερο κοινό…



fashion addiction