

Access All Areas
Δεν ξέρω αν ισχύει στ’ αλήθεια, αλλά με συμφέρει γι ‘αυτό το χρησιμοποιώ συχνά. Λένε λοιπόν πως οι Κινέζοι αποδίδουν με το ίδιο ιδεόγραμμα τη λέξη κρίση και τη λέξη ευκαιρία. Θα δεις που θα το πάω.
Συνειδητοποιώ πως τον τελευταίο - πολύ καιρό- όλοι μου οι φίλοι, από τον πιτσρικότερο μέχρι τον μεγαλύτερο, είναι για κάποιο λόγο φρικαρισμένοι. Ο ένας δεν έχει να πληρώσει ούτε το κινητό, ο άλλος χρωστάει στις τράπεζες μέχρι το 2020, του τρίτου του κοκκίνισαν οι κάρτες. Επίσης, οι μισοί πήγαν για μπάνιο γιατί πιστεύουν πως οι εκλογές είναι μια ξοφλημένη ιστορία κι όλοι μαζί, εκλογείς και λουόμενοι, κλαίνε για το φρικαριστικά υψηλό ποσοστό του ΛΑΟΣ. Σε όλη αυτή την καντίφλα, συνυπολογίστε πως το ιστορικό κέντρο της πόλης έχει γίνει τους τελευταίους μήνες έρμαιο των μπάτσων και των πρεζέμπορων, όπου οι μεν κυνηγάνε εξαθλιωμένους μετανάστες, οι δε ξεκάνουν μετανάστες και ιθαγενείς. Και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο όπως θα έλεγε κι ένας τηλεοπτικός αστήρ, το αιωνίως ανεπίλυτο γκομενικό πρόβλημα (είμαι με την Μαιρούλα με την οποία νοιώθω ασφαλής αλλά βαριέμαι του κερατά / τα έχω με τον Γιώργο που είναι σούπερ καύλα αλλά εγώ πότε θα νοικοκυρευτώ ρε γαμώτο;)
Οπότε όλα είναι μαύρα, μαύρα, μαύρα... Κι η μαυρίλα είναι μια πάρα πολύ καλή δικαιολογία για να μην κάνεις τίποτα. Πετάς από πάνω σου κάθε ευθύνη - τι μπορείς άλλωστε να κάνεις εσύ για την παγκόσμια οικονομία, την πολιτική σκηνή, το κέντρο της πόλης σου, τον γκόμενό σου- και πορεύεσαι. Γκρινιάζεις λιγάκι παραπάνω είναι η αλήθεια, γκριζάρει η ψυχή σου, αλλά η μίρλα ήταν πάντα πιο εύκολη από τη δράση. Σου θυμίζω κάτι, είμαι σίγουρη.
Σου θυμίζω σίγουρα τον παππού και τη γιαγιά σου: εσύ να κοιτάς τη ζωή σου, τι σε νοιάζουν οι υπόλοιποι; Τον μπαμπά και τη μαμά σου: βρε εσύ θα αλλάξεις τον κόσμο, κάτσε στ’ αυγά σου καημένε. Κανένας μας δεν γεννήθηκε στα κραμπολάχανα ούτε μας έφερε ο πελαργός. Η γκρίνια, η μιζέρια, η αποποίηση κάθε ευθύνης είναι κάτι που το μάθαμε στα σπίτια μας ταυτόχρονα με το ότι δεν πετάμε σκουπίδια στο σαλόνι, αλλά είναι εντάξει να εκτοξεύουμε τη σκουπιδοσακούλα από το ρετιρέ στο πεζοδρόμιο.
Είμαι σίγουρη πως θα σε εξοργίσω, αλλά τι να γίνει που το πιστεύω βαθιά: το καλύτερο πράγμα που έχει συμβεί σε αυτόν τον τόπο είναι αυτή η παρατεταμένη και γενικευμένη κρίση. Γιατί τώρα παιδιά το παιχνιδάκι του μεσαίου χώρου, των διαχωριστικών γραμμών που δεν υπάρχουν υποτίθεται πια, το «όλοι το ίδιο είμαστε λαός και Κολωνάκι» τέλειωσε. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο και δεν είμαστε όλοι οι ίδιοι. Σε αυτή τη χώρα υπάρχουν εκλογείς και λουόμενοι, οικοπεδοφάγοι και εθελοντές δασοπυροσβέστες, φασίστες και αναρχικοί, ακτιβιστές και δουλοπάροικοι. Και τώρα πια δεν σε παίρνει να κάνεις τίποτα άλλο από το να διαλέξεις. Διάλεξε πλευρά, διάλεξε ζωή.Διάλεξε για αυτό που θα γίνει η χώρα σου, η πόλη σου, η καθημερινότητά σου τα επόμενα 50 χρόνια. Τότε δηλαδή που θα είμαστε εμείς οι παππούδες κι οι γιαγιάδες του μέλλοντός μας.
Στα λέω όλα αυτά τώρα που ο δικός μου παππούς, στα 93 του, είναι πολύ άρρωστος. Όταν τον ρωτάς για τη ζωή του σου λέει «α, εγώ πέρασα πολύ καλά, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Έχω μια γυναίκα 60 χρόνια που μ’ αγαπάει, τρία παιδιά που τα λατρεύω κι 6 εγγόνια. Έχω καλούς φίλους και μια βεράντα με λουλούδια, πίνω το ουζάκι μου κάθε μεσημέρι, να σε παίξω ένα τάβλι;» Παράλληλα με όλα αυτά, ο παππούς πολέμησε πρώτα τον Μεταξά και μετά τους Ιταλούς και μετά τους Γερμανούς και μετά τους δοσίλογους και μετά τους βασανιστές του στη Μακρόνησο και μετά τους δικτάτορες. Και δεν σταμάτησε ποτέ να πολεμάει γιατί αν αρχίσεις αυτόν τον συγκεκριμένο πόλεμο - για την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια- ολόκληρη η ζωή σου είναι ένας αγώνας.
Κι επειδή εγώ δεν γεννήθηκα αισιόδοξη αλλά επέλεξα να είμαι αισιόδοξη, θα σας χαιρετήσω με την ιστορία της φίλης μου της Πένυς που δούλευε σε μια δουλειά που δεν γούσταρε καθόλου, μ’ ένα αφεντικό που δεν γούσταρε καθόλου. Επειδή είναι εντυπωσιακή γυναίκα, φλέρταρε κάθε βράδυ με διαφορετικούς γκόμενους που όμως δεν γούσταρε καθόλου το επόμενο πρωί. Και μια μέρα, εντελώς απρόσμενα για όλους εμάς τους υπόλοιπους, μετά από μια παρατεταμένη κρίση, τα βρόντηξε όλα κι έφυγε για την Αργεντινή. Από ιδιωτική υπάλληλος, με καλό μισθό κι ένσημα, μαθήτρια τάνγκο. Στα 38 της. Δυο χρόνια μετά, ζει και πάλι στην Αθήνα, με τον Αργεντίνο εραστή της, έχει αλλάξει σπίτι και δουλειά και καλώς εχόντων των πραγμάτων γεννάει αυτή την ώρα την πιτσιρίκα της.
Έτσι λοιπόν «δεσποινίδες μου σηκώστε τα κρινολίνα σας, μπαίνουμε στην κόλαση».
ΥΓ 1 δεν σας γράφω ποιανού είναι ο στίχος για να το ανακαλύψετε μόνοι σας, έτσι σαν παιχνίδι.
ΥΓ 2 Καλές πατητές.
Συνειδητοποιώ πως τον τελευταίο - πολύ καιρό- όλοι μου οι φίλοι, από τον πιτσρικότερο μέχρι τον μεγαλύτερο, είναι για κάποιο λόγο φρικαρισμένοι. Ο ένας δεν έχει να πληρώσει ούτε το κινητό, ο άλλος χρωστάει στις τράπεζες μέχρι το 2020, του τρίτου του κοκκίνισαν οι κάρτες. Επίσης, οι μισοί πήγαν για μπάνιο γιατί πιστεύουν πως οι εκλογές είναι μια ξοφλημένη ιστορία κι όλοι μαζί, εκλογείς και λουόμενοι, κλαίνε για το φρικαριστικά υψηλό ποσοστό του ΛΑΟΣ. Σε όλη αυτή την καντίφλα, συνυπολογίστε πως το ιστορικό κέντρο της πόλης έχει γίνει τους τελευταίους μήνες έρμαιο των μπάτσων και των πρεζέμπορων, όπου οι μεν κυνηγάνε εξαθλιωμένους μετανάστες, οι δε ξεκάνουν μετανάστες και ιθαγενείς. Και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο όπως θα έλεγε κι ένας τηλεοπτικός αστήρ, το αιωνίως ανεπίλυτο γκομενικό πρόβλημα (είμαι με την Μαιρούλα με την οποία νοιώθω ασφαλής αλλά βαριέμαι του κερατά / τα έχω με τον Γιώργο που είναι σούπερ καύλα αλλά εγώ πότε θα νοικοκυρευτώ ρε γαμώτο;)
Οπότε όλα είναι μαύρα, μαύρα, μαύρα... Κι η μαυρίλα είναι μια πάρα πολύ καλή δικαιολογία για να μην κάνεις τίποτα. Πετάς από πάνω σου κάθε ευθύνη - τι μπορείς άλλωστε να κάνεις εσύ για την παγκόσμια οικονομία, την πολιτική σκηνή, το κέντρο της πόλης σου, τον γκόμενό σου- και πορεύεσαι. Γκρινιάζεις λιγάκι παραπάνω είναι η αλήθεια, γκριζάρει η ψυχή σου, αλλά η μίρλα ήταν πάντα πιο εύκολη από τη δράση. Σου θυμίζω κάτι, είμαι σίγουρη.
Σου θυμίζω σίγουρα τον παππού και τη γιαγιά σου: εσύ να κοιτάς τη ζωή σου, τι σε νοιάζουν οι υπόλοιποι; Τον μπαμπά και τη μαμά σου: βρε εσύ θα αλλάξεις τον κόσμο, κάτσε στ’ αυγά σου καημένε. Κανένας μας δεν γεννήθηκε στα κραμπολάχανα ούτε μας έφερε ο πελαργός. Η γκρίνια, η μιζέρια, η αποποίηση κάθε ευθύνης είναι κάτι που το μάθαμε στα σπίτια μας ταυτόχρονα με το ότι δεν πετάμε σκουπίδια στο σαλόνι, αλλά είναι εντάξει να εκτοξεύουμε τη σκουπιδοσακούλα από το ρετιρέ στο πεζοδρόμιο.
Είμαι σίγουρη πως θα σε εξοργίσω, αλλά τι να γίνει που το πιστεύω βαθιά: το καλύτερο πράγμα που έχει συμβεί σε αυτόν τον τόπο είναι αυτή η παρατεταμένη και γενικευμένη κρίση. Γιατί τώρα παιδιά το παιχνιδάκι του μεσαίου χώρου, των διαχωριστικών γραμμών που δεν υπάρχουν υποτίθεται πια, το «όλοι το ίδιο είμαστε λαός και Κολωνάκι» τέλειωσε. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο και δεν είμαστε όλοι οι ίδιοι. Σε αυτή τη χώρα υπάρχουν εκλογείς και λουόμενοι, οικοπεδοφάγοι και εθελοντές δασοπυροσβέστες, φασίστες και αναρχικοί, ακτιβιστές και δουλοπάροικοι. Και τώρα πια δεν σε παίρνει να κάνεις τίποτα άλλο από το να διαλέξεις. Διάλεξε πλευρά, διάλεξε ζωή.Διάλεξε για αυτό που θα γίνει η χώρα σου, η πόλη σου, η καθημερινότητά σου τα επόμενα 50 χρόνια. Τότε δηλαδή που θα είμαστε εμείς οι παππούδες κι οι γιαγιάδες του μέλλοντός μας.
Στα λέω όλα αυτά τώρα που ο δικός μου παππούς, στα 93 του, είναι πολύ άρρωστος. Όταν τον ρωτάς για τη ζωή του σου λέει «α, εγώ πέρασα πολύ καλά, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Έχω μια γυναίκα 60 χρόνια που μ’ αγαπάει, τρία παιδιά που τα λατρεύω κι 6 εγγόνια. Έχω καλούς φίλους και μια βεράντα με λουλούδια, πίνω το ουζάκι μου κάθε μεσημέρι, να σε παίξω ένα τάβλι;» Παράλληλα με όλα αυτά, ο παππούς πολέμησε πρώτα τον Μεταξά και μετά τους Ιταλούς και μετά τους Γερμανούς και μετά τους δοσίλογους και μετά τους βασανιστές του στη Μακρόνησο και μετά τους δικτάτορες. Και δεν σταμάτησε ποτέ να πολεμάει γιατί αν αρχίσεις αυτόν τον συγκεκριμένο πόλεμο - για την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια- ολόκληρη η ζωή σου είναι ένας αγώνας.
Κι επειδή εγώ δεν γεννήθηκα αισιόδοξη αλλά επέλεξα να είμαι αισιόδοξη, θα σας χαιρετήσω με την ιστορία της φίλης μου της Πένυς που δούλευε σε μια δουλειά που δεν γούσταρε καθόλου, μ’ ένα αφεντικό που δεν γούσταρε καθόλου. Επειδή είναι εντυπωσιακή γυναίκα, φλέρταρε κάθε βράδυ με διαφορετικούς γκόμενους που όμως δεν γούσταρε καθόλου το επόμενο πρωί. Και μια μέρα, εντελώς απρόσμενα για όλους εμάς τους υπόλοιπους, μετά από μια παρατεταμένη κρίση, τα βρόντηξε όλα κι έφυγε για την Αργεντινή. Από ιδιωτική υπάλληλος, με καλό μισθό κι ένσημα, μαθήτρια τάνγκο. Στα 38 της. Δυο χρόνια μετά, ζει και πάλι στην Αθήνα, με τον Αργεντίνο εραστή της, έχει αλλάξει σπίτι και δουλειά και καλώς εχόντων των πραγμάτων γεννάει αυτή την ώρα την πιτσιρίκα της.
Έτσι λοιπόν «δεσποινίδες μου σηκώστε τα κρινολίνα σας, μπαίνουμε στην κόλαση».
ΥΓ 1 δεν σας γράφω ποιανού είναι ο στίχος για να το ανακαλύψετε μόνοι σας, έτσι σαν παιχνίδι.
ΥΓ 2 Καλές πατητές.






