

Trip
Oh, the passenger
He rides and he rides
He sees the things he knows are his
He sees the city asleep at night
And all of it is yours and mine
Iggy Pop, The Passenger
He rides and he rides
He sees the things he knows are his
He sees the city asleep at night
And all of it is yours and mine
Iggy Pop, The Passenger
Ένα ψάρι έξω απ’ το νερό είναι δυνητικά ένα νεκρό ψάρι. Ένα ψάρι έξω απ’ τα νερά του όμως, είναι ένα ψάρι που επισκέφθηκε νερά αλλουνού. Το γνωστό ψάρι-τουρίστας, το ψάρι-πολιτικός πρόσφυγας, το ψάρι-οικονομικός μετανάστης, αλλά και το νεότερο τη τάξει ψάρι-φοιτητής-σε-άλλη-πόλη είναι μερικά μόνο από τα είδη που απαντώνται σε ξένα νερά. Φήμες για καψώνια έντονες αλλά μη επιβεβαιωμένες.
Σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου, αν δεις έναν άνθρωπο να περπατάει στο δρόμο, μπορείς να καταλάβεις αν ξέρει πού πηγαίνει και αν ανήκει εκεί που πηγαίνει.
Οι πόλεις είχαν πάντα μια μαγική ικανότητα να κάνουν τους ξένους να ξεχωρίζουν λες κι έχουνε καταπιεί νέον. Σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου, ο νεοαφιχθείς, ο νεοφερμένος, αυτός με το νέον ντε, ο άνθρωπος-παραφωνία, είναι εξωτικός, αστείος, συμπαθής ή βρώμικος και ανεπιθύμητος. Μας διασκεδάζει ή μας ξινίζει, σίγουρα όμως μας ξενίζει. Φυσικά. Είναι ξένος, αυτή είναι η δουλειά του. Αποικιακός και πιθανότατα εδώδιμος. Γιάμι-Γιάμι... Le Pied-tendre. .
Υπάρχει βέβαια μία και μοναδική πόλη σε ολόκληρο τον κόσμο στην οποία δεν υπάρχουν ξένοι και στην οποία δεν ανήκει κανείς. Όχι, δεν είναι έρημη, ζουν 1.700.000 άνθρωποι μέσα της και δεν είναι παρά ένα νησάκι στο τέρμα του Ατλαντικού. Στη Νέα Υόρκη δεν ανήκει κανείς γιατί, πολύ απλά, η Νέα Υόρκη είτε σού ανήκει, είτε όχι.
Εδώ είμαστε όλοι ξένοι, όλοι από άλλα νερά ήρθαμε, κανένας μας δε γεννήθηκε εδώ άρα και κανένας μας δεν ανήκει εδώ. Δεν έχουμε καινούριους και παλιούς γιατί όλοι ερχόμαστε, φεύγουμε και εδώ ξαναγυρίζουμε, για να ξαναφύγουμε και να ξαναγυρίσουμε. Δεν έχουμε παραφωνίες γιατί το ντεκόρ αυτής της πόλης, φτιάχτηκε για να ταιριάζει εξίσου με το άσπρο και το μαύρο, με το καπελάκι του Εβραίου και το σαρίκι, με τα σχιστά μάτια και τα καθόλου μάτια. Σαν κάποιος θεός να έφτιαξε ένα καταφύγιο για όλους τους κατατρεγμένους, ξεφωνημένους και όμορφους: Η Νέα Υόρκη είναι η Γη της Παραφωνίας. Τόσο, που καμιά παραφωνία δεν είναι πια παραφωνία! Νομίζεις ότι αν ο Superman ζούσε σε άλλη πόλη, θα την είχε βγάλει καθαρή; Ναι, έχουμε όλοι καταπιεί νέον και τα βράδια φωτίζουμε τόσο που χάνουμε τ’ αστέρια. Δεν έχουμε ξένους γιατί είμαστε όλοι ξένοι. Δεν υπάρχουν Τρυφερά Πόδια εδώ... Και μόνον εδώ.
Όταν κάποιος έχει χαθεί στη γωνία 5ης λεωφόρου και 59ου δρόμου, θα τον ρωτήσεις πού θέλει να πάει. Γιατί κι εσύ κάποτε χάθηκες και ένας κύριος σου σχεδίασε στα γρήγορα ένα χάρτη. Γιατί κι αυτός κάποτε είχε χαθεί και ένας άλλος κύριος τον πήγε μέχρι εκεί που ήθελε να πάει. Όταν κάποιος έρθει στη Νέα Υόρκη για πρώτη φορά, θα τον πάρεις σπίτι σου γιατί κι εσένα κάποιος άλλος σε φιλοξένησε. Θα του δώσεις ένα χάρτη του μετρό που κάποιος άλλος σου έδωσε, θα τον γνωρίσεις σε ανθρώπους που κάποιος άλλος σου γνώρισε, θα τον πας στο μπαρ που κάποιος άλλος σε πήγε.
Κι αυτός με τη σειρά του θα καταλάβει ότι είναι ελεύθερος να κάνει δημοσίως βαρελάκια με καρότα στ’αυτιά γιατί δεν είναι ο μόνος. Αρκεί να μην ενοχλεί αυτόν που προσεύχεται στα τέσσερα στην άκρη του πεζοδρομίου ή την κυρία που αλλάζει μπλουζάκι δίπλα του. (Αυτά τα παρατηρώ έχοντας κατέβει με πιτζάμες και i-pod σε κεντρικότατη πλατεία και τραγουδώντας δυνατά Άννα Βίσση-τα παλιά.)
Σε ένα μεγάλο πάρτυ, σε κάποιον 64ο όροφο κάποιου ουρανοξύστη, συνειδητοποιούμε ότι κανείς μας δεν είναι από δω ενώ έξω στραφταλίζουν τα πρώτα πυροτεχνήματα της 4ης Ιουλίου. Στο εστιατόριο όπου σερβίρω, οι βοηθοί μου είναι Μεξικάνοι και δε μιλούν Αγγλικά αλλά συνεννοούμαστε με όσα Ισπανικά μου’ χει μάθει ο μάγειρας.
Ένας Ινδός φίλος μού χαρίζει ένα σάρι και καμιά φορά το τυλίγομαι και κυκλοφορώ στο δρόμο παριστάνοντας την Ινδή. Πιάνουμε κουβέντα με έναν Ιταλό άστεγο στο μετρό για το Manhattan του Γούντυ Άλλεν. Στο μετρό συναντώ και ένα χρηματιστή με κοστούμι και γραβάτα. Κουβαλά περήφανος σε μια μεγάλη γλάστρα ένα εξωτικό φυτό που λέγεται «γκαρντένια» και που σκοπεύει να το βάλει στο υπνοδωμάτιο. Μοιράζομαι μαζί του όσες γνώσεις έχω πάνω στις γαρδένιες και τον αποτρέπω από βέβαιη ασφυξία.
Βγαίνοντας απ’ το μετρό, δίνω οδηγίες σ’ αυτούς που μπαίνουν. Απ’ το παράθυρό μου βλέπω το Άγαλμα της Ελευθερίας και το Ellis Island, εκεί που κάποτε, κάποιοι πριν από μας, περίμεναν την πολυπόθητη σφραγίδα για να στοιβαχτούν σε μια βάρκα και να περάσουν απέναντι, στη Νέα Υόρκη. Να ζήσουν εδώ και να την κάνουν σπίτι τους. Έκτοτε, δεκάδες άνθρωποι, κάθε μέρα, κατακτούν την πόλη όπου κανείς δεν είναι ξένος και που κανείς δε θα σε κάνει να νιώσεις ξένος.
Η Νέα Υόρκη είναι οι άνθρωποί της. Και αν νιώσεις ένα μ’ αυτούς, συγχαρητήρια, είναι δική σου, έχεις κατακτήσει την πόλη ολόκληρη. Και αν έχεις κατακτήσει αυτήν την πόλη, έχεις κατακτήσει τον κόσμο.
Σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου, αν δεις έναν άνθρωπο να περπατάει στο δρόμο, μπορείς να καταλάβεις αν ξέρει πού πηγαίνει και αν ανήκει εκεί που πηγαίνει.
Οι πόλεις είχαν πάντα μια μαγική ικανότητα να κάνουν τους ξένους να ξεχωρίζουν λες κι έχουνε καταπιεί νέον. Σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου, ο νεοαφιχθείς, ο νεοφερμένος, αυτός με το νέον ντε, ο άνθρωπος-παραφωνία, είναι εξωτικός, αστείος, συμπαθής ή βρώμικος και ανεπιθύμητος. Μας διασκεδάζει ή μας ξινίζει, σίγουρα όμως μας ξενίζει. Φυσικά. Είναι ξένος, αυτή είναι η δουλειά του. Αποικιακός και πιθανότατα εδώδιμος. Γιάμι-Γιάμι... Le Pied-tendre. .
Υπάρχει βέβαια μία και μοναδική πόλη σε ολόκληρο τον κόσμο στην οποία δεν υπάρχουν ξένοι και στην οποία δεν ανήκει κανείς. Όχι, δεν είναι έρημη, ζουν 1.700.000 άνθρωποι μέσα της και δεν είναι παρά ένα νησάκι στο τέρμα του Ατλαντικού. Στη Νέα Υόρκη δεν ανήκει κανείς γιατί, πολύ απλά, η Νέα Υόρκη είτε σού ανήκει, είτε όχι.
Εδώ είμαστε όλοι ξένοι, όλοι από άλλα νερά ήρθαμε, κανένας μας δε γεννήθηκε εδώ άρα και κανένας μας δεν ανήκει εδώ. Δεν έχουμε καινούριους και παλιούς γιατί όλοι ερχόμαστε, φεύγουμε και εδώ ξαναγυρίζουμε, για να ξαναφύγουμε και να ξαναγυρίσουμε. Δεν έχουμε παραφωνίες γιατί το ντεκόρ αυτής της πόλης, φτιάχτηκε για να ταιριάζει εξίσου με το άσπρο και το μαύρο, με το καπελάκι του Εβραίου και το σαρίκι, με τα σχιστά μάτια και τα καθόλου μάτια. Σαν κάποιος θεός να έφτιαξε ένα καταφύγιο για όλους τους κατατρεγμένους, ξεφωνημένους και όμορφους: Η Νέα Υόρκη είναι η Γη της Παραφωνίας. Τόσο, που καμιά παραφωνία δεν είναι πια παραφωνία! Νομίζεις ότι αν ο Superman ζούσε σε άλλη πόλη, θα την είχε βγάλει καθαρή; Ναι, έχουμε όλοι καταπιεί νέον και τα βράδια φωτίζουμε τόσο που χάνουμε τ’ αστέρια. Δεν έχουμε ξένους γιατί είμαστε όλοι ξένοι. Δεν υπάρχουν Τρυφερά Πόδια εδώ... Και μόνον εδώ.
Όταν κάποιος έχει χαθεί στη γωνία 5ης λεωφόρου και 59ου δρόμου, θα τον ρωτήσεις πού θέλει να πάει. Γιατί κι εσύ κάποτε χάθηκες και ένας κύριος σου σχεδίασε στα γρήγορα ένα χάρτη. Γιατί κι αυτός κάποτε είχε χαθεί και ένας άλλος κύριος τον πήγε μέχρι εκεί που ήθελε να πάει. Όταν κάποιος έρθει στη Νέα Υόρκη για πρώτη φορά, θα τον πάρεις σπίτι σου γιατί κι εσένα κάποιος άλλος σε φιλοξένησε. Θα του δώσεις ένα χάρτη του μετρό που κάποιος άλλος σου έδωσε, θα τον γνωρίσεις σε ανθρώπους που κάποιος άλλος σου γνώρισε, θα τον πας στο μπαρ που κάποιος άλλος σε πήγε.
Κι αυτός με τη σειρά του θα καταλάβει ότι είναι ελεύθερος να κάνει δημοσίως βαρελάκια με καρότα στ’αυτιά γιατί δεν είναι ο μόνος. Αρκεί να μην ενοχλεί αυτόν που προσεύχεται στα τέσσερα στην άκρη του πεζοδρομίου ή την κυρία που αλλάζει μπλουζάκι δίπλα του. (Αυτά τα παρατηρώ έχοντας κατέβει με πιτζάμες και i-pod σε κεντρικότατη πλατεία και τραγουδώντας δυνατά Άννα Βίσση-τα παλιά.)
Σε ένα μεγάλο πάρτυ, σε κάποιον 64ο όροφο κάποιου ουρανοξύστη, συνειδητοποιούμε ότι κανείς μας δεν είναι από δω ενώ έξω στραφταλίζουν τα πρώτα πυροτεχνήματα της 4ης Ιουλίου. Στο εστιατόριο όπου σερβίρω, οι βοηθοί μου είναι Μεξικάνοι και δε μιλούν Αγγλικά αλλά συνεννοούμαστε με όσα Ισπανικά μου’ χει μάθει ο μάγειρας.
Ένας Ινδός φίλος μού χαρίζει ένα σάρι και καμιά φορά το τυλίγομαι και κυκλοφορώ στο δρόμο παριστάνοντας την Ινδή. Πιάνουμε κουβέντα με έναν Ιταλό άστεγο στο μετρό για το Manhattan του Γούντυ Άλλεν. Στο μετρό συναντώ και ένα χρηματιστή με κοστούμι και γραβάτα. Κουβαλά περήφανος σε μια μεγάλη γλάστρα ένα εξωτικό φυτό που λέγεται «γκαρντένια» και που σκοπεύει να το βάλει στο υπνοδωμάτιο. Μοιράζομαι μαζί του όσες γνώσεις έχω πάνω στις γαρδένιες και τον αποτρέπω από βέβαιη ασφυξία.
Βγαίνοντας απ’ το μετρό, δίνω οδηγίες σ’ αυτούς που μπαίνουν. Απ’ το παράθυρό μου βλέπω το Άγαλμα της Ελευθερίας και το Ellis Island, εκεί που κάποτε, κάποιοι πριν από μας, περίμεναν την πολυπόθητη σφραγίδα για να στοιβαχτούν σε μια βάρκα και να περάσουν απέναντι, στη Νέα Υόρκη. Να ζήσουν εδώ και να την κάνουν σπίτι τους. Έκτοτε, δεκάδες άνθρωποι, κάθε μέρα, κατακτούν την πόλη όπου κανείς δεν είναι ξένος και που κανείς δε θα σε κάνει να νιώσεις ξένος.
Η Νέα Υόρκη είναι οι άνθρωποί της. Και αν νιώσεις ένα μ’ αυτούς, συγχαρητήρια, είναι δική σου, έχεις κατακτήσει την πόλη ολόκληρη. Και αν έχεις κατακτήσει αυτήν την πόλη, έχεις κατακτήσει τον κόσμο.






