

Οι φίλοι που ερωτεύονται ψευδώνυμα…
...δεν κολλάνε αυτό το μικρόβιο – που, όταν κατσικώνεται στο κέντρο της καρδιάς σου, σε κάνει να γελάς με όλο σου το γέλιο, ν’ ακούς αντί να μιλάς, να βλέπεις πως ο ουρανός έχει αστέρια και ο κάφρος που περνάει με κόκκινο θα ’χει κι αυτός το λόγο του.
Η Τάνια τον ερωτεύτηκε μέσα από μια οθόνη. Εκείνος ξενύχτησε πολλές νύχτες, αφιερώνοντάς της καψουροτράγουδα που έκαναν την αισθητική του να κοκκινίζει. Μετά συναντήθηκαν σ’ ένα πάρκο, στο παγκάκι, νύχτα ώρα. Τρέμοντας. Από τη νυχτερινή ψύχρα, τον πόθο, την αμηχανία για χιλιάδες αποστασιοποιημένες ερωτονύχτες, που αίφνης έγιναν δυο σώματα κοντά το ένα στο άλλο. Ή ίσως από φόβο; Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Τα χέρια τους δεν άντεξαν να μοιραστούν κανένα άλλο άγγιγμα, πέρα από την επαφή με το πληκτρολόγιο. Κάθε νύχτα χιλιάδες χάδια ταξιδεύουν μέσα στα καλώδια, χάδια που δεν θα κοιμηθούν ποτέ στο ίδιο κρεβάτι.
Οι φίλοι ερωτεύονται ψευδώνυμα που κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεχάσουν τ’ όνομά τους. Στα μπαρ, κορίτσια κι αγόρια κοιτάζουν αλαζονικά το ταβάνι όταν δίπλα τους περνάει ο έρωτας. Να μην του ρίξουν ούτε μια φευγαλέα ματιά. Έτσι αρνούνται την επιθυμία τους, προκειμένου να τροφοδοτήσουν την αυριανή τους κατάθλιψη, να επιβεβαιώσουν εντός τους την αυθαιρεσία που γκρινιάζει πως «δεν υπάρχουν άντρες πια» ή πως «οι γκόμενες δεν ξέρουν πια τι θέλουν».
Γαντζωμένοι στα κλισέ της άρνησης, κλειδώνουν ερμητικά μέσα τους το κενό, χαϊδεύοντας την πεποίθηση πως ο έρωτας είναι σκλαβιά, το τέλος του προσωπικού σου χωροχρόνου, η άρση κάθε ανεξάρτητης βούλησης. Στον καιρό που όλα βλάπτουν (από τη σοκολάτα μέχρι το φυτοφάρμακο στο μαρούλι), το ανεξέλεγκτο δόσιμο βλάπτει γιατί κάνει κακό στην καριέρα, σου αλλάζει τη θέση στα έπιπλα, βάζει το δικό του πρόγραμμα στην τηλεόραση, επεμβαίνει στα γούστα και τα ελαττώματά σου, σέρνει αρρώστιες κι αδιαπραγμάτευτα ψυχολογικά τραύματα, σε ξεκόβει από τους φίλους, ροκανίζει τον ανύπαρκτο προσωπικό σου χρόνο κι άσε που στο τέλος μπορεί να σε προδώσει – ενδεχομένως και με τον κολλητό σου.
Όλοι οι απέχοντες, ένα τεράστιο θέατρο σκιών, σκλάβοι μιας ερμητικά κλεισμένης ψυχής, που στο βωμό της ελευθερίας χάνει κάθε ελευθερία, κλειδώνεται, κουμπώνεται, χάνει την επαφή της με το σύμπαν, υποκύπτει στο Φόβο, αρνείται και αναιρεί τη Ζωή. Όταν έχεις καιρό να ανοίξεις στην ψυχή σου τα παράθυρα του έρωτα-χωρίς-όρους, το βλέμμα σου τρομάζει τους άλλους, γίνεται απάνθρωπο. Οι κινήσεις του σώματος δανείζονται το μηχανισμό του ρομπότ: γρήγορες, αγχωτικές, υστερικές: αυτό που εσύ ονομάζεις δυναμισμό.
Οι φράσεις σου ξεκινούν μ’ ένα Εγώ, συμβιώνεις με ένα τερατόμορφο Εγώ, ζεις κλεισμένος και κοινωνικά παραμορφωμένος στο σκιερό υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Τα κλειστά παντζούρια της καρδιάς δημιουργούν ανοσία, αυτή που θα σε μεταμορφώσει σε άτρωτο ημίθεο χωρίς αχίλλειο πτέρνα, ψευδεπίγραφα παντοδύναμο.
Μέχρι που «love comes when you least expect it». Όταν η καρδιά σου (κι όχι εσύ) αποφασίσει τη βουτιά στην τρικυμία που λέγεται «μαζί σου κι ό,τι θέλει ας γίνει», τότε συνειδητοποιείς πως, ναι, η κόλαση είναι ο άλλος. Πως ο έρωτας είναι μια αρρώστια που επεμβαίνει ακόμη και στα πιο απόκρυφα της κάθε ζωτικής σου λειτουργίας: δεν τρως, χάνεις τον ύπνο σου, το μυαλό σου τριγυρνά όλη μέρα στα λιβάδια του χάους, η δουλειά που λάτρεψες σου φαίνεται άνοστη, το αντικείμενο του πόθου σου θέλει να σου βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι, να σε φορμάρει στο καλούπι της δικιάς του ευτυχίας. Όμως, λίγο σε νοιάζει.
Γιατί αυτό το μικρόβιο (που αγνόησε την ανοσία και κατσικώθηκε στο κέντρο της καρδιάς σου) σε κάνει να γελάς με όλο σου το γέλιο, να κλαις κι ας είσαι άντρας, ν’ ακούς αντί να μιλάς, να βλέπεις όλα όσα γύρω σου περνούσαν απαρατήρητα – ναι, ο ουρανός έχει αστέρια, η θάλασσα κύματα κι η εξοχή λουλούδια. Αγαπάς τους φίλους σου με μιαν άλλη, βαθιά αγάπη, γεμάτη κατανόηση, δικαιολογείς τον κάφρο που περνάει με κόκκινο (θα ’χει κι αυτός το λόγο του), ξαφνικά αναγνωρίζεις τις αιτίες πίσω από τα μυστήρια της ζωής, ένας θεός μέσα σου εξηγεί όλα τα ακατανόητα, κι ανακαλύπτεις πως μια αγκαλιά –η οποιαδήποτε– αξίζει όσο δέκα golden visa.
Γιατί ο Έρωτας –κι όχι το αντικείμενό του– είναι η μόνη Απόλυτη Ελευθερία. Η απόδραση από την επιφάνεια της πραγματικότητας, η κατάδυση στον πυθμένα της φαντασίας.
Η Τάνια τον ερωτεύτηκε μέσα από μια οθόνη. Εκείνος ξενύχτησε πολλές νύχτες, αφιερώνοντάς της καψουροτράγουδα που έκαναν την αισθητική του να κοκκινίζει. Μετά συναντήθηκαν σ’ ένα πάρκο, στο παγκάκι, νύχτα ώρα. Τρέμοντας. Από τη νυχτερινή ψύχρα, τον πόθο, την αμηχανία για χιλιάδες αποστασιοποιημένες ερωτονύχτες, που αίφνης έγιναν δυο σώματα κοντά το ένα στο άλλο. Ή ίσως από φόβο; Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Τα χέρια τους δεν άντεξαν να μοιραστούν κανένα άλλο άγγιγμα, πέρα από την επαφή με το πληκτρολόγιο. Κάθε νύχτα χιλιάδες χάδια ταξιδεύουν μέσα στα καλώδια, χάδια που δεν θα κοιμηθούν ποτέ στο ίδιο κρεβάτι.
Οι φίλοι ερωτεύονται ψευδώνυμα που κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεχάσουν τ’ όνομά τους. Στα μπαρ, κορίτσια κι αγόρια κοιτάζουν αλαζονικά το ταβάνι όταν δίπλα τους περνάει ο έρωτας. Να μην του ρίξουν ούτε μια φευγαλέα ματιά. Έτσι αρνούνται την επιθυμία τους, προκειμένου να τροφοδοτήσουν την αυριανή τους κατάθλιψη, να επιβεβαιώσουν εντός τους την αυθαιρεσία που γκρινιάζει πως «δεν υπάρχουν άντρες πια» ή πως «οι γκόμενες δεν ξέρουν πια τι θέλουν».
Γαντζωμένοι στα κλισέ της άρνησης, κλειδώνουν ερμητικά μέσα τους το κενό, χαϊδεύοντας την πεποίθηση πως ο έρωτας είναι σκλαβιά, το τέλος του προσωπικού σου χωροχρόνου, η άρση κάθε ανεξάρτητης βούλησης. Στον καιρό που όλα βλάπτουν (από τη σοκολάτα μέχρι το φυτοφάρμακο στο μαρούλι), το ανεξέλεγκτο δόσιμο βλάπτει γιατί κάνει κακό στην καριέρα, σου αλλάζει τη θέση στα έπιπλα, βάζει το δικό του πρόγραμμα στην τηλεόραση, επεμβαίνει στα γούστα και τα ελαττώματά σου, σέρνει αρρώστιες κι αδιαπραγμάτευτα ψυχολογικά τραύματα, σε ξεκόβει από τους φίλους, ροκανίζει τον ανύπαρκτο προσωπικό σου χρόνο κι άσε που στο τέλος μπορεί να σε προδώσει – ενδεχομένως και με τον κολλητό σου.
Όλοι οι απέχοντες, ένα τεράστιο θέατρο σκιών, σκλάβοι μιας ερμητικά κλεισμένης ψυχής, που στο βωμό της ελευθερίας χάνει κάθε ελευθερία, κλειδώνεται, κουμπώνεται, χάνει την επαφή της με το σύμπαν, υποκύπτει στο Φόβο, αρνείται και αναιρεί τη Ζωή. Όταν έχεις καιρό να ανοίξεις στην ψυχή σου τα παράθυρα του έρωτα-χωρίς-όρους, το βλέμμα σου τρομάζει τους άλλους, γίνεται απάνθρωπο. Οι κινήσεις του σώματος δανείζονται το μηχανισμό του ρομπότ: γρήγορες, αγχωτικές, υστερικές: αυτό που εσύ ονομάζεις δυναμισμό.
Οι φράσεις σου ξεκινούν μ’ ένα Εγώ, συμβιώνεις με ένα τερατόμορφο Εγώ, ζεις κλεισμένος και κοινωνικά παραμορφωμένος στο σκιερό υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Τα κλειστά παντζούρια της καρδιάς δημιουργούν ανοσία, αυτή που θα σε μεταμορφώσει σε άτρωτο ημίθεο χωρίς αχίλλειο πτέρνα, ψευδεπίγραφα παντοδύναμο.
Μέχρι που «love comes when you least expect it». Όταν η καρδιά σου (κι όχι εσύ) αποφασίσει τη βουτιά στην τρικυμία που λέγεται «μαζί σου κι ό,τι θέλει ας γίνει», τότε συνειδητοποιείς πως, ναι, η κόλαση είναι ο άλλος. Πως ο έρωτας είναι μια αρρώστια που επεμβαίνει ακόμη και στα πιο απόκρυφα της κάθε ζωτικής σου λειτουργίας: δεν τρως, χάνεις τον ύπνο σου, το μυαλό σου τριγυρνά όλη μέρα στα λιβάδια του χάους, η δουλειά που λάτρεψες σου φαίνεται άνοστη, το αντικείμενο του πόθου σου θέλει να σου βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι, να σε φορμάρει στο καλούπι της δικιάς του ευτυχίας. Όμως, λίγο σε νοιάζει.
Γιατί αυτό το μικρόβιο (που αγνόησε την ανοσία και κατσικώθηκε στο κέντρο της καρδιάς σου) σε κάνει να γελάς με όλο σου το γέλιο, να κλαις κι ας είσαι άντρας, ν’ ακούς αντί να μιλάς, να βλέπεις όλα όσα γύρω σου περνούσαν απαρατήρητα – ναι, ο ουρανός έχει αστέρια, η θάλασσα κύματα κι η εξοχή λουλούδια. Αγαπάς τους φίλους σου με μιαν άλλη, βαθιά αγάπη, γεμάτη κατανόηση, δικαιολογείς τον κάφρο που περνάει με κόκκινο (θα ’χει κι αυτός το λόγο του), ξαφνικά αναγνωρίζεις τις αιτίες πίσω από τα μυστήρια της ζωής, ένας θεός μέσα σου εξηγεί όλα τα ακατανόητα, κι ανακαλύπτεις πως μια αγκαλιά –η οποιαδήποτε– αξίζει όσο δέκα golden visa.
Γιατί ο Έρωτας –κι όχι το αντικείμενό του– είναι η μόνη Απόλυτη Ελευθερία. Η απόδραση από την επιφάνεια της πραγματικότητας, η κατάδυση στον πυθμένα της φαντασίας.






