

Τα αντικλείδια της επιτυχίας
Του Λεωνίδα Αντωνόπουλου [leonidas@world-music.gr]
Την εποχή που η τέχνη έγινε βιομηχανία και το θέαμα brand name, γεννήθηκε ο σταρ. Σε αντίθεση με τον δίδυμο αδερφό του, τον αντιστάρ, η γέννησή του είχε τεράστια υποδοχή από τα μίντια. Σε ποιανού τα μούτρα θα έπεφταν, δηλαδή, οι προβολείς; Στου Άβελ ή στου Κάιν; Στου Άβελ εννοείται, μέχρι που ο Κάιν χρειάστηκε να διαπράξει το Μεγάλο Κακό και να κλέψει τη μιντιακή δόξα του Άβελ και να μείνει στην ιστορία για κάτι, ενώ τον Άβελ τον θυμόμαστε μονάχα ως το θύμα του Κάιν (κανείς δεν θυμάται τι έκανε ο καλός αδερφός). Ευτυχώς, σε αντίθεση με τις Γραφές, στα μίντια δεν υπάρχει καλό και κακό. Και χάρη σ’ αυτά απολαμβάνουμε τώρα (και ασχολούμαστε αγόγγυστα) όχι μόνο μ’ εκείνους που οι κάμερες λατρεύουν να αποθεώνουν την ώρα που μπαίνουν στη ζωή μας από την κεντρική είσοδο, αλλά και μ’ εκείνους που έφυγαν από την πλαϊνή έξοδο κλείνοντας αθόρυβα (;) την πόρτα.
Ο άνθρωπος ορχήστρα…
Την πιο θεαματική και αθόρυβη αποχώρηση από το χορό των σταρ
της μουσικής την έκανε πριν από 22 χρόνια ένας ξεχωριστός καλλιτέχνης, ένα
φυσικό φαινόμενο της φωνητικής μουσικής, ο Bobby McFerrin. Όταν αποφάσισε να συμπεριλάβει στο άλμπουμ του «Simple Pleasures» μία ηχογράφηση μεταξύ
σοβαρού και αστείου, ενός τραγουδιού στο οποίο μιμούνταν την προφορά ενός
μετανάστη: του «Don’t worry be happy». Το τραγούδι έγινε ένα
από τα μεγαλύτερα παγκόσμια σουξέ του 20ού αιώνα – και αντέχει ακόμα.
Ο McFerrin, λοιπόν,
ιδεολογικά ταγμένος στην τζαζ, δεν το έχει τραγουδήσει από τότε ούτε σε μία
συναυλία και δεν το χρησιμοποίησε ποτέ, πέραν του πλαισίου του συγκεκριμένου
άλμπουμ, για να προωθήσει την καριέρα του. Αντίθετα, διαισθανόμενος ότι θα τον κατάπινε
σαν μαύρη τρύπα, στράφηκε σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση και απελευθέρωσε
όλη τη δημιουργικότητά του. Έκανε ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς και ντουέτα με τον
τσελίστα Yo-Yo Ma και τον πιανίστα Chick Corea, δημιούργησε τη
φωνητική ορχήστρα Voicestraκαι ύστερα καταπιάστηκε με τη διεύθυνση ορχήστρας κλασικής μουσικής μετέχοντας
και ως σολίστ και ερμηνεύοντας με τη φωνή του (!) έργα Μπαχ, Βιβάλντι και Τσαϊκόφσκι
με τη Φιλαρμονική της Βιέννης ή τη Συμφωνική του Σαν Φρανσίσκο. Και τώρα,
ύστερα από οχτώ χρόνια δισκογραφικής αποχής αλλά διαρκούς συνεργασίας με τη Voicestra, κυκλοφόρησε το νέο
του άλμπουμ, «VOCAbuLarieS»
(λεξιλόγια) σε συνεργασία με τον συνθέτη, ενορχηστρωτή και μέλος της Voicestra, Roger Treece, και άλλους 50
ερμηνευτές. Ένα άλμπουμ που δεν μοιάζει με κανένα, ούτε δικό του ούτε κανενός
άλλου. Χρησιμοποίησε μοτίβα από παλιότερες δουλειές του, αλλά και τραγούδια που
έγραψε και ηχογράφησε τη δεκαετία του ’80 και δούλεψε πάνω σε άπειρες
παραλλαγές των μουσικών θεμάτων. Συγκέντρωσε τραγουδιστές από όλους τους
χώρους: την τζαζ, την όπερα, το μπαρόκ, το καμπαρέ, το ροκ, τη βραζιλιάνικη και
την αφρικάνικη μουσική, μέχρι που μαζεύτηκαν 1.400 φωνητικές ηχογραφήσεις. Ο Treece άρχισε
το ξεσκαρτάρισμα και μέσα σε εφτά χρόνια κατέληξαν στα εφτά τραγούδια τού «VOCAbuLarieS». Οι στίχοι είναι
ένα γλωσσικό κολάζ: λατινικά, ιταλικά, σανσκριτικά, ζουλού, ισπανικά, ρωσικά, εβραϊκά,
πορτογαλικά, μανδαρίνικα, ιαπωνικά, γαλλικά, αραβικά, γερμανικά, αγγλικά, κέλτικα
και, βέβαια, την ιδιόμορφη «γλώσσα» του McFerrin, όπου οι λέξεις απλώς… απουσιάζουν. Με φωνητική έκταση σε
τέσσερεις οκτάβες, φαντασία, τρέλα και χιούμορ, ο Bobby McFerrin είναι μία από τις
μεγαλύτερες και πιο ευχάριστες εκπλήξεις της σύγχρονης μουσικής, ένας
καλλιτέχνης που απέδειξε ότι ακόμα και η τζαζ μπορεί να πέφτει κάπως… στενή για
έναν ανήσυχο και ευφάνταστο μουσικό.
…και η φαλακρή τραγουδίστρια
Η Dee Dee Bridgewater δεν θέλει να την αποκαλούν «τραγουδίστρια», προτιμά να τη χαρακτηρίζουν «μουσικό» – και έχει έναν πολύ πειστικό τρόπο να επιβάλλει αυτό που θέλει. Ολόκληρη η διαδρομή της είχε τη σφραγίδα ενός ισχυρού «θέλω». Με εξαίρεση τη δεκαετία 1976-1986 στην εταιρεία Atlantic, που προσπάθησε να τη λανσάρει ως τη νέα R&B/pop σταρ με μια σειρά αποτυχημένων δίσκων, ικανών να κόψουν τα φτερά σε κάθε νέο καλλιτέχνη και να τον καταστήσουν μόνιμο κάτοικο της λήθης. Στην περίπτωσή της συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Τα αλλεπάλληλα λάθη του αλαζονικού μάρκετινγκ τής έμαθαν τι δεν ήθελε να γίνει και τη δίδαξαν πώς να κατακτήσει τις μουσικές της φιλοδοξίες. Ήταν θέμα χρόνου να βρει την ευκαιρία, αλλά και θέμα μιας δύσκολης απόφασης: να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ και να εγκατασταθεί στο Παρίσι, αφήνοντας πίσω μία δεκαετία που μοιάζει θλιβερή παρένθεση σε σχέση με τη σημερινή Dee Dee Bridgewater του αλάνθαστου scat singing, του εκρηκτικού σκηνικού ταμπεραμέντου, του ερωτικού μπρίου που εκπέμπει με τη φωνή και το σώμα της και των έμπλεων μουσικότητας και εξαντλητικής δουλειάς ηχογραφήσεων. Πήρε στα χέρια της το brand name «Dee Dee Bridgewater» και το πρώτο της άλμπουμ σε γαλλικό έδαφος, το «Live In Paris» του 1987, την επανάφερε στον πραγματικό καλλιτεχνικό της κόσμο, την τζαζ - θριαμβευτικά, όπως αρμόζει στο γαλλικό κοινό που διαθέτει σοβαρή τζαζ παιδεία εξ απαλών ονύχων. Σημαντικές συνεργασίες, σταθερή ομάδα πρωτοκλασάτων μουσικών, δουλεμένα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια άλμπουμ και μία σειρά από δίσκους-αφιερώματα έχτισαν, επί σχεδόν 20 χρόνια, την πληθωρική καλλιτεχνική προσωπικότητα της Dee Dee Bridgewater. Το ίδιο συμβαίνει και στο νέο της άλμπουμ «Eleanora Fagan,To Billie With Love», η οποία Ελεανόρα Φάγκαν δεν είναι άλλη από την Billie Holiday.H Dee Dee επέλεξε τραγούδια που δεν επιβεβαιώνουν με ευκολία το στερεότυπο της «τυραννισμένης ψυχής» αλλά δίνουν μια εικόνα της αθεράπευτα ερωτικής Billie Holiday και της πιο εξωστρεφούς ερμηνευτικής πλευράς της, μία πλευρά που της ταιριάζει. Στο άλμπουμ τη συνοδεύει το πιο εντυπωσιακό σχήμα που είχε ποτέ: ο απόλυτα ιδιοσυγκρασιακός σαξοφωνίστας James Carter, ένας από τους κορυφαίους μπασίστες της τελευταίας δεκαετίας, ο Christian McBride, ο κορυφαίος ντράμερ Lewis Nash και ο πιανίστας Edsel Gomez – που είναι επιφορτισμένος με την ενορχήστρωση του συνόλου. Ανάμεσά τους, κομψή, λαμπερή, εντυπωσιακή, με ξυρισμένο εντελώς το κεφάλι της, η Dee Dee Bridgewater αποδεικνύει, για μία ακόμα φορά, ότι είναι η καλύτερη ερμηνεύτρια της γενιάς της. Τελεία.






