Shoebox
Του Λουκά Μέξη/φωτογραφία:Παντελής Ζερβός
Share |
  Έχει πλάκα όταν σκέφτεσαι τα χαστούκια που έφαγες όσο έτρεχες να φέρεις εις πέρας κάτι τόσο σημαντικό (στα μάτια των άλλων) όσο ένα μυθιστόρημα. Τα ξενύχτια που, αντί να είσαι έξω, μένεις κλεισμένος και κοκκινίζεις τα μάτια σου προσπαθώντας να διορθώσεις για πολλοστή φορά τη μαλακισμένη σελίδα 204 που δεν λέει να βγάλει νόημα.

 
Ή όταν αρχίζεις να διαβάζεις τα mails απορρίψεων από εκδοτικές που «δεν ταιριάζει με το ύφος των εκδόσεων μας» ή που «τώρα που βρισκόμαστε σε μια στενή οικονομική περίοδο, μας είναι δύσκολο να υποστηρίξουμε νέους συγγραφείς». Αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν κάνεις εσύ κάτι λάθος ή όλοι οι άλλοι είναι λάθος κι εσύ σωστός. Αρκετά, κάν’ το μόνος σου κατάσταση το γράψιμο, το να στήσεις ένα εξώφυλλο, να γράψεις μέχρι και το οπισθόφυλλο, τα πάντα, αλλά στο τέλος τι; Στο τέλος μένει ο κόσμος που θα επιστρέψει τη γεύση που του άφησε το βιβλίο μόλις το διάβασε.

Ο περισσότερος κόσμος έχει αυτό το αδικαιολόγητο συνήθειο να ανοίγει ένα καινούργιο βιβλίο στην τελευταία σελίδα για να κρυφοκοιτάξει το τέλος – νομίζει έτσι ότι θα καταλάβει αμέσως αν είναι καλό, άρα και αν αξίζει να το διαβάσει. Αν είσαι λίγο πιο κλασικός, πρώτα θα το ξεφυλλίσεις κολλώντας τη μύτη σου στις κάπως κιτρινισμένες σελίδες για να πάρεις μια βαθιά τζούρα χαρτί. Αν σου αρέσει εκείνη η γεύση, πιστεύεις ότι το ίδιο θα σου μείνει μετά το πέρας των 400+ σελίδων που σε συντρόφευσαν στη παραλία, κάπου εκεί πεταμένες δίπλα από το τάβλι που έχει γεμίσει άμμο και τον μισοτελειωμένο φραπέ με το μασημένο καλαμάκι. Το θέμα είναι ένα από αυτά τα καλοκαιρινά βιβλία να είναι το Shoebox [μια καλοκαιρινή κομπίνα].


Μπορώ να σου πετάξω ένα κάρο ασυνάρτητες λέξεις που δήθεν κινούν το ενδιαφέρον και σε ψήνουν να ασχοληθείς περισσότερο. Μια ντεμέκ κηδεία, το μουχλιασμένο χαλί του σαπιοκάραβου ονόματι «Δημητρούλα», πρεζοπάνκηδες, ψημένη ρακή και το μαγικό κλαρίνο του Τζόνι Λορέντζο είναι μερικές από αυτές, αλλά, και πάλι, ούτε εκεί βρίσκεται το νόημα. Η ψυχή κρύβεται στην ιστορία και αυτή ασχολείται με 3 μαντράλαχους, κλασικούς πιτσιρικάδες, φοιτητές, που η μόνη τους δουλειά είναι να δουλεύουν την κοινωνία και μια κακοστημένη κομπίνα.


Ο αφηγητής πρωταγωνιστής, που το όνομά του δεν λες να διαβάσεις κάπου μέχρι το τέλος, ο κολλητός του Νίκος, που σαν κλασικό βορειοπροαστιωτάκι πήγε εξωτερικό να σπουδάσει καλλιτέχνης και κατέληξε interail χίπης, και ο τρίτος της παρέας, η σιωπηλή δύναμη ονόματι Γιάννης. Η κομπίνα είναι απλή: ένας ζωγράφος αξίζει περισσότερο άπαξ και πεθάνει. Οπότε ο Νίκος σκηνοθετεί τον θάνατό του, εμφανίζεται στον κολλητό του τη μέρα της κηδείας του και τον τραβάει στην Αμοργό για να κλέψουν κάτι πίνακες ζωγραφικής από έναν ξεχασμένο μπαφάκια Ισλανδό ερασμίτη ονόματι Χλίνουρ. Εντάξει, στο νησί Τάκη τον τρελό τον αποκαλούν, αλλά η ουσία είναι τα έργα του και όχι το όνομά του. Άσε που μετά την κλοπή θα πρέπει να στηθεί και η έκθεσή τους, και πού καλύτερα από το «Θυμωμένο Πορτρέτο» των Ιωαννίνων; Παρεμπιπτόντως, όλα για μια γκόμενα γίνονται, αφού η έκθεση είναι η καλύτερη δικαιολογία να πετύχεις κάποια που ψάχνεις χρόνια. Οι ήρωες καθ’ όλη την ιστορία θα πρέπει να κουβαλάνε ένα θεόκλειστο κουτί παπουτσιών που δεν πρέπει να ανοίξουν. Γιατί; Αυτό είναι το μόνο που δεν λέγεται. Θα πρέπει να το ζήσεις μόνος σου.


Το Shoebox [μια καλοκαιρινή κομπίνα] κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τετράγωνο.



fashion addiction