Χαμογελάτε, είναι ανησυχητικό
Της Αφροδίτης Πολίτη
Share |
Είναι επικίνδυνο να χαμογελάς σήμερα σε μια Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, με το οικοδόμημα του ευρώ να καταρρέει και μια βροχή από μέτρα λιτότητας να μας λούζει νυχθημερόν; Εξαρτάται σε ποιον χαμογελάς και γιατί. Ο μπάτσος θα το εκλάβει ως ύβρη, ο εραστής σου ως δείγμα εκτίμησης και το αφεντικό σου δεν θα καταλάβει αν τον κολακεύεις ή αν τον κοροϊδεύεις – ίσως γι’ αυτό και μόνο αξίζει να του χαμογελάς συχνότερα.

«Μόνα Λίζα, Μόνα Λίζα, οι άντρες σε φωνάζουν
γιατί θυμίζεις εκείνη με το μυστικό χαμόγελο (...)
Χαμογελάς για να αποπλανήσεις έναν εραστή, Μόνα Λίζα,
ή για να κρύψεις μια ραγισμένη καρδιά;»
(«Μοna Lisa», No 1 hit το 1950, στίχοι - μουσική Νat King Cole)

Θυμάται κανείς το καλοκαίρι της αγάπης; Αν είστε κάτω από 30 ετών πιθανότατα δεν ξέρετε καν για ποιο πράγμα μιλάω. Με την ονομασία «Summer of Love ΙΙ» είχαν βαφτίσει τα μουσικά (κυρίως) έντυπα δύο καλοκαίρια στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, τότε που η νεότευκτη ακόμα κουλτούρα του ecstasy και του acidhouse φάνταζε ως το κλειδί για την ευτυχία. Ήταν η εποχή της μπαντάνας, των ρούχων tie-dye (εκείνα που ρίχναμε, δεμένα κόμπους, στη χλωρίνη για να γίνουν «νεοψυχεδελικά»), αλλά πάνω και πρώτα απ’ όλα του Smiley: ήταν η πανταχού παρούσα κίτρινη χαμογελαστή φατσούλα, σήμα κατατεθέν του ecstasy-ασμένου raver. Το κίτρινο χαμογελαστό μπαλονάκι βρισκόταν παντού – σε μπλουζάκια, αυτοκόλλητα, εξώφυλλα δίσκων και περιοδικών, αλλά κυρίως σε χάπια MDMA, προπαγανδίζοντας τις ευφορικές τους ιδιότητες. Το στερεότυπο που θριάμβευε ήταν το «χαζό παιδί χαρά γεμάτο», μαζί με σλόγκαν όπως «χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό» (ήταν και τίτλος εκπομπής του Αντρέα Μικρούτσικου – μπλιαχ), το τραγούδι «Don’t worry be happy»του Βοbby McFerrin (που αργότερα έγινε προεκλογική καμπάνια του Μπους πατέρα), όλα σύμβολα μιας χαρούμενης κενότητας, που συνέπιπτε με την ευδαιμονία του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς. Ήταν η εποχή που κατέρρεε το Τείχος του Βερολίνου, και μαζί του οι αυταπάτες για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», η εποχή που τα λογότυπα ασκούσαν πολιτική και η Benneton φαινόταν να κάνει περισσότερα για την ειρήνη και τη συμφιλίωση των λαών απ’ ό,τι τα Ηνωμένα Έθνη.

Καταλαβαίνετε, ίσως, τώρα γιατί οι σημερινοί τριάντα-φεύγα δεν γελάμε συχνά. Γιατί φάγαμε τόσο πολύ στη μάπα το «χαμογελάτε» ως άνωθεν εντολή, το χαμόγελο ως στολή εργασίας, τη νοοτροπία της υπαλληλικής χαράς, του χαρούμενου εργαζόμενου που στο γραφείο νιώθει σαν στο σπίτι του και στο σπίτι του δουλεύει για την εταιρεία, που κάθε προσκλητήριο χαράς μάς ακούγεται σαν πρωινό εγερτήριο σε στρατόπεδο εργασίας.

Πώς ανακαλύπτουμε, λοιπόν, ξανά την εξεγερτική χαρά του γέλιου, την απελευθερωτική του όψη, τη λυτρωτική αυτή χειρονομία, που δεν είναι μόνο μυϊκή σύσπαση, αλλά καθρέφτισμα της ψυχής;

Καμιά φορά αρκούν απλά πράγματα για να μας φτιάξουν τη μέρα και να κάνουν το χαμόγελο να σκάσει αυθόρμητα στα χείλη, να ζωγραφιστεί σε όλο το πρόσωπο, να γίνει βαθιά ανάσα και πηγαίο γέλιο, κόντρα στην κατήφεια και τα κατεβασμένα μούτρα των γύρω μας. Καμιά φορά αρκεί μια ματιά στα βλέμματα και τα πρόσωπα των δεκαεξάχρονων για να μεταδώσει κάτι από τον αυθορμητισμό και την αισιοδοξία τους. Δεν αναφέρομαι στα μπουκωμένα βλέμματα των παιδιών που ψωνίζουν στα malls, ούτε στο αγχωμένο χαμόγελο των μαθητών που κάνουν διάλειμμα από το φροντιστήριο. Κυρίως αναφέρομαι στα συνωμοτικά εκείνα χαμόγελα και γέλια των παιδιών που κάνουν σκασιαρχείο –από το σχολείο, από τη ρουτίνα, από την πεπατημένη– και σπάνε πλάκα μεταξύ τους, στην πλατεία της γειτονιάς, στο κέντρο της πόλης ή κατεβαίνοντας σε μια πορεία.

Αναφέρομαι σ’ εκείνο το χαμόγελο που προκαλεί και αφοπλίζει ταυτόχρονα, το χαμόγελο που ζει ακόμα στα στένσιλ με την εικόνα του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου – το χαμόγελο που ο ακατονόμαστος συνήγορος του δολοφόνου αποκάλεσε «αποκλίνουσα συμπεριφορά».

Το γέλιο, έγραφε ο Μποντλέρ, είναι σατανικό – άρα και βαθιά ανθρώπινο. Στο χριστιανισμό το γέλιο είναι συνώνυμο της αμαρτίας, της γνώσης του καλού και του κακού, είναι το μειδίαμα στα χείλη της Εύας που γεύτηκε τον απαγορευμένο καρπό και τιμωρήθηκε γι’ αυτό με την πτώση από τον παράδεισο. Η γυναίκα που γελά, με τα προκλητικά κόκκινα χείλη και το μισάνοιχτο στόμα με τις οδοντοστοιχίες να φαίνονται και το λαιμό γερμένο προς τα πίσω, είναι η στερεοτυπική απεικόνιση της γυναίκας σε έκσταση, από τη Μέριλιν Μονρόε ώς τις σύγχρονες πορνοστάρ. Στις εικαστικές και τις θρησκευτικές απεικονίσεις του γέλιου το κωμικό παραπέμπει ευθέως στο γκροτέσκο και το ανίερο: «Όλοι οι μελοδραματικοί άθρησκοι, οι καταραμένοι, οι καταδικασμένοι, μοιραία σημαδεμένοι με έναν σαρκαστικό μορφασμό που φτάνει ίσαμε τ’ αφτιά, εντάσσονται στο πλαίσιο της καθαρής ορθοδοξίας του γέλιου». Αυτές οι παρατηρήσεις του Μποντλέρ γράφτηκαν δέκα χρόνια πριν ο Βικτόρ Ουγκό εκδώσει τον «Άνθρωπο που γελά», ζωγραφίζοντας έτσι την επιτομή του σατανικού και αθέλητου γέλιου, ενός παραμορφωμένου ζητιάνου που σημαδεύτηκε στη γέννησή του με έναν μορφασμό γέλιου.

Σήμερα το πιο επικίνδυνο, το πραγματικά επαναστατικό γέλιο δεν είναι το φορεμένο χαμόγελο από την πινακοθήκη με τα εύθυμα προσωπεία, αλλά εκείνο το γέλιο που περιγελά τον πόνο, το φόβο και την εξουσία. Το γέλιο του εξεγερμένου δεν θυμίζει σε τίποτα το χαμόγελο του υπηκόου, ούτε το σάπιο μειδίαμα του κυρίαρχου, αλλά την ανάσα του παιδιού, το φιλί του ερωτευμένου, τον αναστεναγμό του ηδονικού οργασμού. Και τότε μόνο ένα γέλιο μας αρκεί για να τους θάψει. Και δύο, και τρία, και πολλά.

 
Διαβάστε
Charles Baudelaire, «Περί της ουσίας του γέλιου και γενικά περί του κωμικού στις πλαστικές τέχνες», μετάφραση, σημειώσεις, επίμετρο Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Άγρα.

 

 





fashion addiction