

Βράδυ
Τρίτης κατά τις 21:00. Οι ταξιδιώτες έξω από το σταθμό Πελοποννήσου πολλοί,
αλλά όλοι με ένα προορισμό: Αλβανία.
Κόντρα στις
προβλέψεις μας ξεκινάμε μόνο λίγα λεπτά μετά τις 21:00. Μέχρι να βγούμε από την
Αθήνα έχουμε όλοι γνωριστεί. Πρώτος σταθμός στο Ρίο και πρώτη φορά που κάνω τη
διαδρομή τρεις φορές με το ίδιο εισιτήριο: το λεωφορείο «μένει» μέσα στο
καραβάκι. Όταν τελικά καταφέρνει ο οδηγός να το βάλει μπροστά είμαστε πάλι στο
Ρίο. Αν τον αφήσουμε, θα βγει παίρνοντας το δρόμο για … Αθήνα!
Επόμενη στάση κοντά στα Γιάννενα και στις πέντε το
πρωί φτάνουμε στα σύνορα. Η διαδικασία σύντομη και με το πρώτο φως τα έχουμε
πια περάσει..
Πλέον το σκηνικό αλλάζει. Κατεβαίνουμε στην πεδιάδα
και τα συναισθήματα είναι παράξενα. Ερήμωση είναι η λέξη που έρχεται πρώτα στο
μυαλό μας. Εγκαταλελειμμένα σπίτια, δρόμοι, καλλιέργειες, ο τόπος σπαρμένος
μόνο με τα γνωστά bunkers (πολυβολεία) να σημαδεύουν στη μεριά του εχθρού,
του υποτιθέμενου εισβολέα: στην Ελλάδα. Καθώς προχωράμε, το σκηνικό της εγκατάλειψης δε μεταβάλλεται. Ολόκληρα
χωριά είναι ερειπωμένα και μόνο γέρους συναντάς να έχουν βγάλει για βοσκή τη
μία κατσίκα τους.
Οι στάσεις μέχρι τα Τίρανα, τελικό προορισμό μας, πολλές
αλλά κοντά στις 12:00 το μεσημέρι φτάνουμε επιτέλους. Ό,τι και να έχεις ακούσει
ή διαβάσει για τα Τίρανα πρέπει να βρεθείς εκεί για να καταλάβεις. Είναι μια
πόλη που αγωνίζεται να ζήσει και κυρίως να πουλήσει ό,τι αγαθό διαθέτει για να
θρέψει τις εκατοντάδες χιλιάδες εσωτερικούς μετανάστες που φιλοξενεί τα τελευταία
χρόνια. Στα Τίρανα γίνονται εμφανείς οι εκφράσεις της ζωής που κυριαρχούν στη
σύγχρονη Αλβανία: Το κέντρο θυμίζει ευρωπαϊκή πόλη. Οι δρόμοι που διασχίζουν το
“block” είναι γεμάτοι εστιατόρια, bar, ακριβά μαγαζιά με ρούχα και οτιδήποτε συναντά κανείς στο κέντρο της
Αθήνας.
Δύο δρόμους πιο πέρα συναντώ το άλλο πρόσωπο.
Στενά δρομάκια που πλημμυρίζουν με την παραμικρή βροχή, άνθρωποι στο δρόμο να
πουλάνε οτιδήποτε και κτίρια που
θυμίζουν άλλες εποχές. Βλέμματα εξεταστικά που γίνονται φιλικά μόλις αποκαλύπτω
την ελληνική μου «προέλευση» ενώ παιδιά στους δρόμους που καθαρίζουν παπούτσια
ή ζητιανεύουν, προσφέρονται να είναι
οδηγοί σου!
Στα Τίρανα βρίσκεται και το εθνικό θέατρο.
Γνωρίζουμε το διευθυντή ο οποίος δεν έχει αντίρρηση να τραβήξουμε φωτογραφίες
από την παράσταση που ανεβαίνει το βράδυ. Στις δέκα το θέατρο είναι γεμάτο κόσμο.
Μπορεί να είναι μόνο δικιά μου ιδέα (σε αυτό βοηθούσε το ντύσιμο των ανθρώπων
από προηγούμενες δεκαετίες καθώς και το ντεκόρ του θεάτρου) αλλά νοιώθω τον
κόσμο να προσέρχεται σφιγμένα και δειλά για να παρακολουθήσει την παράσταση ενώ
με το τέλος της όλοι εξαφανίζονται λες και δεν είχαν υπάρξει στο θέατρο ποτέ!
Το καλλιτεχνικό Σχολείο
Τιράνων και το σχολείο χορού, θεσμοί που η εξωτερική εμφάνιση των κτηρίων τους δεν παραπέμπει στη
δουλειά που γίνεται μέσα, λειτουργούν τα τελευταία 40 χρόνια και πολλοί σημαντικοί
Αλβανοί που διαπρέπουν στη χώρα τους αλλά και στην Ευρώπη (καλλιτέχνες και μη)
έχουν αποφοιτήσει από αυτά. Τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να πάνε σε αυτά τα
σχολεία από τα έξι τους χρόνια μέχρι τα δεκαοχτώ. Μόνο οι άριστοι όμως θα
αποφοιτήσουν. Οι μαθητές παράλληλα με τα κανονικά μαθήματα διδάσκονται μουσική,
ζωγραφική και γλυπτική. Τα εργαστήρια σε ξαφνιάζουν ευχάριστα αφού νομίζεις ότι
βρίσκεσαι σε σχολή καλών τεχνών. Τα σχολεία αυτά παρέχουν μια ευκαιρία στους
αριστούχους να παλέψουν με ευνοϊκότερους όρους για μια θέση εργασίας. Τα
πράγματα δεν είναι σε καμία περίπτωση ρόδινα.
Τι κι αν βάφει ο δήμαρχος
των Τιράνων με έντονα χρώματα τις πολυκατοικίες, η όψη της κοινωνίας αλλάζει
μόνο επιφανειακά.
Με τις μέρες συναντώ πολλά πρόσωπα στα Τίρανα, στα
οποία αντικατοπτρίζεται η ψυχή της Αλβανίας και αντιλαμβάνομαι και στην πράξη
πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις ανθρώπους που έχουν διαφορετική ιστορία από τη
δική σου. Η συμπεριφορά τους προς τους ξένους και τους Έλληνες είναι πολύ
φιλόξενη και είναι πολύ περήφανοι για το
γεγονός ότι έχουν ξεπεράσει κάποιες δύσκολες καταστάσεις, έχουν ταξιδέψει και
έχουν παλέψει για μια καλύτερη ζωή.
Πολλοί από αυτούς έχουν «επισκεφτεί» τη φυλακή
στην Ελλάδα χωρίς αυτό βέβαια να τους στιγματίζει κοινωνικά, αφού είναι
διαδεδομένο ότι ένας αλβανός μετανάστης δε χρειάζεται να κάνει κάτι πολύ κακό
για να “γνωρίσει” τη φυλακή στη χώρα μας.
Αφήνοντας τα Τίρανα κατευθυνόμαστε προς τη λίμνη
Οχρίδα, στο Πόγραδετς και καταλήγουμε στην Κορυτσά. Οι μικρές πόλεις της
Αλβανίας σου δημιουργούν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα μικρό παλιό χωριό.
Βλέπει κανείς άμαξες, καφενεία, μπορεί να γίνει διακοπή ρεύματος ανά πάσα
στιγμή κατά τη διάρκεια της νύχτας, γίνονται παντού παζάρια με κάθε λογής
πράματα. Το γεγονός που πραγματικά κάνει εντύπωση είναι ότι οι άνθρωποι
δουλεύουν συνέχεια. Τους βλέπεις να χτίζουν σπίτια γεμάτα χρώματα, να ψαρεύουν,
να καλλιεργούν τη γη, και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Δύσκολα συναντάς
ανθρώπους να κάθονται στα πάρκα ή στο δρόμο και να μην κάνουν τίποτα. Φαίνεται
ότι οι Αλβανοί δε μένουν ποτέ ακίνητοι, προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη χώρα τους
και να ξεχάσουν τις πολλές λυπηρές ιστορίες που ανήκουν στο όχι και τόσο μακρινό
παρελθόν τους.






