Curt Cobain
Του Θεοδόση Μίχου
Share |

“I’m worst at what I do best, and for this gift I feel blessed…”

          Σύμφωνα μ’ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου “CrosstownTraffic” του δημοσιογράφου CharlesMurray“Η αντίληψη ότι οι καλλιτέχνες είναι απλώς αντανακλάσεις των ακροατηρίων τους είναι λανθασμένη και ατελής, εν τούτοις εμπεριέχει έναν πυρήνα αλήθειας: ένα συντηρητικό και συμβιβασμένο ακροατήριο θα ζητήσει και θα λάβει –με την παρέμβαση της μαγικής δύναμης της Αγοράς- συντηρητική και κομφορμιστική διασκέδαση”. Αρκεί η κατανόηση της παραπάνω διατύπωσης για να το βάλουν μια και καλή στο μυαλό τους ακόμη και οι πιο δύσπιστοι ότι η επιτυχία των Nirvanaδεν ήταν κάτι το συνηθισμένο και φυσικά ούτε κάτι το αναμενόμενο! Σε μία εποχή που –παρόλο που το underground έβραζε από δημιουργικότητα- ο οχετός έμοιαζε να είναι το μόνο μέρος που θα απευθυνόταν το Μεγάλο κοινό προς τέρψη κι ευχαρίστηση, η κυκλοφορία του “Nevermind” ήταν αρκετή ούτως ώστε το περιθώριο να στρογγυλοκαθίσει στα σαλόνια. Το ειδικό του βάρος και κατά συνέπεια της μπάντας που το δημιούργησε είναι εφάμιλλο του “SgtPepper’s…” των Beatlesή του “Nevermindthebollocks” των SexPistols. Και είναι τόσο απροκάλυπτα σπάνιοι και ιδιαίτεροι οι άνθρωποι που καταφέρνουν να ελευθερώσουν τους προσωπικούς τους δαίμονες ή αγγέλους, να τους δώσουν υπόσταση και να τους επιτρέψουν να κάνουν έργα ζωής τις ίδιες τους τις ευαισθησίες, που δε μπορούν παρά να εξαντλήσουν εαυτούς γρήγορα. Ο KurtCobain ήρθε, έπαιξε (με τον εαυτό του, μ’ εμάς, με όλους και με όλα) κι έφυγε με τον ένα και μοναδικό τρόπο που θα τον ανήγαγε σε αυτό που του προκαλούσε το μεγαλύτερο μειδίασμα. Μία larger-than-life προσωπικότητα. Η εξωφρενική παραφιλολογία γύρω από τα έργα και τις ημέρες αλλά κυρίως τον “πρόωρο” (απολύτως on-timeκατ’ εμέ) θάνατό του στα δέκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τις 8 του Απρίλη του 1994 έχει φτάσει κατά καιρούς σε τραγελαφικά επίπεδα. Αρκεί αυτό για να αποκτήσει η προ λίγων μηνών κυκλοφορία του ημερολογίου του αυτόχειρα μία ειρωνικά μεταφυσική ιδιότητα, υπό την έννοια ότι τη στιγμή που το “δεκαετές μνημόσυνο” θα διεγείρει ακόμη περισσότερο τις όποιες εικασίες και μελέτες, ο ίδιος ο Μύθος αυτο-απομυθοποιείται μέσω των ίδιων του των λόγων.

Don’t read my diary when I’m gone”, είχεφροντίσειναγράψειοίδιος, συμπληρώνονταςόμωςσυνωμοτικά: “OK, I’m going to work now, when you wake up this morning, please read my diary. Look through my things and figure me out”.
Με τις ευλογίες του λοιπόν...

Τα χρόνια που μεσολάβησαν από τη γέννηση του Kurt στις 20 Φεβρουαρίου του 1967 μέχρι τη στιγμή που μέσω της τέχνης του ανακηρύχθηκε ερήμην του ως μπροστάρης της περιβόητης GenerationX, είναι αυτά που έχουν ιντριγκάρει περισσότερο τη φαντασιοπληξία των γραφιάδων ανά τον κόσμο. Πολλά έχουν λεχθεί για την επίπτωση που είχε ο χωρισμός των γονιών του στον ψυχισμό του Kurt και ακόμη περισσότερα για τον τρόπο ζωής του στην επαρχιακή “red-neck” πόλη του Aberdeen στην οποία αλήτεψε για σχεδόν δύο δεκαετίες. Μία φαρσοκωμωδία που ξεκινούσε από το ότι ο Kurt “ζούσε κάτω από γέφυρες” και κατέληγε να απέχει παρασάγγας από την ούτως ή άλλως τραγική πραγματικότητα.
Reality bites…
“Αισθάνομαι λίγο ανόητος να γράφω έτσι για τον εαυτό μου αλλά έχω ακούσει τόσο πολλές εξωφρενικές και παράλογες ιστορίες ή περιγραφές από τους φίλους μου κι έχω διαβάσει τόσο αξιολύπητες, δεύτερης διαλογής φροϋδικές εκτιμήσεις για τα παιδικά μου χρόνια...
Γεννήθηκα λευκός, σε μία χαμηλού εισοδήματος μικρομεσαία οικογένεια του
Aberdeen. Ανέκαθεν ήθελα να γίνω superstar μουσικός, ν’ αυτοκτονήσω και να εξαφανιστώ σ’ ένα πυροτέχνημα δόξας.
Υπάρχει ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού που έχει γεννηθεί με κλίσεις και ταλέντα υπό την έννοια ότι ξέρουν από μικρή ηλικία ν’ αμφισβητούν αυτό που αναμένεται ν’ αποτελέσει το μέλλον τους. Αυτά τα παιδιά είναι συνήθως υπερκινητικά, ανεξέλεγκτα παλιόπαιδα που ποτέ δεν ξέρουν πότε να σταματήσουν επειδή είναι τόσο απορροφημένα με ό,τι κι αν προσπαθήσουν ν’ αποδείξουν. Συνήθως περνάνε την παιδική τους ηλικία πιστεύοντας ότι είναι ξεχωριστά. Για κάποιους λόγους καταλήγουν να καλουπώνονται σ’ έναν τύπο ατόμων που αντιλαμβάνονται τις ικανότητές τους χωρίς να μπορούν να τις καταλάβουν έχοντας παραφουσκωμένο εγώ. Μοιραία καταλήγουν να γίνουν πλήρως συγχυσμένοι και πικρόχολοι έφηβοι...”

Drugs
Μνημειώδης ήταν η σχέση του με κάθε λογής παραισθησιογόνα ουσία κι εντελώς συνυφασμένη με την καθημερινότητά του από τη στιγμή που όντας μαθητής βρέθηκε για πρώτη υπό την επήρεια LSD απλώς γιατί δεν του έφτανε πλέον το “high” της μαριχουάνας. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα φρόντιζε με κάθε τρόπο να συντηρείται σε μία μόνιμη κατάσταση παραζάλης δοκιμάζοντας συνεχώς τις αντοχές του εκ φύσεως ασθενικού οργανισμού του. Η πορεία προς την ηρωίνη ήταν προδιαγεγραμμένη, όπως και η love-and-hate ερωτική σχέση που ανέπτυξε μαζί της, η οποία δεν του επέτρεψε να την αποχωριστεί ούτε τη στιγμή της Αποχώρησής του. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, το τελευταίο του σουτάρισμα θα ήταν αρκετό για να πετύχει το στόχο του και χωρίς τη βοήθεια της καραμπίνας...
Reality bites…
“Δοκίμασα ηρωίνη για πρώτη φορά το 1987 στο Aberdeen και συνέχισα ξανακάνοντας άλλες 10 φορές από το ’87 ως το ’90. Όταν επέστρεψα από τη δεύτερη ευρωπαϊκή περιοδεία με τους SonicYouth αποφάσισα να κάνω χρήση ηρωίνης σε καθημερινή βάση εξαιτίας της επιδείνωσης μιας αρρώστιας στο στομάχι από την οποία υπέφερα τα τελευταία πέντε χρόνια και κυριολεκτικά με είχε φέρει στο σημείο να θέλω να αυτοκτονήσω. Για πέντε χρόνια, κάθε μέρα της ζωής μου. Ο πόνος έγινε ακόμα πιο οξύς στην περιοδεία λόγω έλλειψης κατάλληλου διατροφικού προγράμματος. Υπήρξαν πολλές φορές που βρέθηκα κυριολεκτικά ανήμπορος στο κρεβάτι για εβδομάδες ξερνώντας και πεθαίνοντας της πείνας. Έτσι αποφάσισα ότι αφού αισθάνομαι σαν πρεζάκιας έτσι όπως είμαι, μπορώ επίσης να γίνω και στην πραγματικότητα. Έμεινα στην ηρωίνη αλλά τη σταμάτησα ένα μήνα πριν από τη γέννηση της Frances.
Αν συνειδητοποιήσουμε ότι τα πράγματα συμβαίνουν μέσα σε μία χρονική περίοδο τότε ίσως καταλάβουμε με ποιό τρόπο όλοι όσοι δοκιμάζουν σκληρά ναρκωτικά γίνονται τελικά σκλάβοι αυτών των ουσιών. Η πρώτη προσπάθεια αποτοξίνωσης είναι συνήθως εύκολη αν έχεις χάπια. Τη δεύτερη και την τρίτη έχει γίνει πολύ διαφορετικό. Μπορεί να χρειαστεί και 5 φορές περισσότερο χρόνο. Η χρήση ναρκωτικών είναι φυγή είτε θέλεις να το παραδεχτείς είτε όχι, αλλά ο χρόνος που κάποιος διαθέτει αναζητώντας βοήθεια δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα χρόνια που απαιτούνται για να αποτοξινωθείς τελείως. Έχετε τουλάχιστον 5 με 10 χρόνια αγώνα μπροστά σας...”

Courtney Love
Το ότι η CourtneyLoveαποτελεί μία από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες περσόνες της θηλυκής πλευράς του rock ’n’ rollείναι προφανές. Για την ίδια, η γνώση ότι από την πρώτη στιγμή μετά το θάνατο του συζύγου της θα βρισκόταν στο σημείο που θα διασταυρώνονταν οι ματιές όλου του κόσμου, ήταν το καλύτερο “φιξάκι”. Η θρασύτητα με την οποία αποκάλεσε τον συχωρεμένο “μαλάκα” λίγες μέρες μετά το θάνατό του άνοιξε κυριολεκτικά τους ασκούς του Αίολου. Η Courtney ήταν ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος για να ξεσπάσουν κάποιοι από τον πόνο τους και για να βγάλουν κάποιοι άλλοι ένα γερό κομπόδεμα (βλ. “KurtandCourtney”, το ντοκιμαντέρ που εμμέσως πλην σαφώς ερευνά την εμπλοκή της Courtney στο θάνατο του Kurt). Τα συνεχή αυτά πυρά ήταν αρκετά για να μετατρέψουν την ίδια την Courtney σε μία πρώτης τάξεως ντίβα, με το προσθετικό bitch να την ακολουθεί. Για όποιον καταφέρει όμως να κλείσει τ’ αυτιά του στη (δικαιολογημένη ή μη) συνομωσιολογία γύρω από το όνομά της, η αλήθεια θα βρεθεί ακριβώς μπροστά του. Ο μακαρίτης ήταν ερωτευμένος μαζί της (γι’ αυτήν έγραψε άλλωστε το πανέμορφο “Heart-ShapedBox”), από την πρώτη στιγμή που την είδε μπροστά του το 1990 και ήταν διατεθειμένος να πράξει τα πάντα για να την κάνει ευτυχισμένη. Όσοι έχουμε αισθανθεί κάτι παρόμοιο μπορούμε να τον νιώσουμε λίγο πιο εύκολα...
Reality bites:
Courtney, όταν λέω ότι σ’ αγαπώ δε ντρέπομαι, ούτε πρόκειται ποτέ κανείς να φτάσει στο σημείο να με πτοήσει, να με πείσει να σκεφτώ αλλιώς. Σε φοράω στο μανίκι μου. Σε απλώνω ορθάνοιχτη όσο ανοίγουν τα φτερά ενός παγονιού, αλλά και πολύ συχνά με την αυτοσυγκέντρωση που διαρκεί όσο μία σφαίρα στο κεφάλι. Πιστεύω πως είναι θλιβερό το γεγονός ότι ολόκληρος ο κόσμος θεωρεί έναν άνθρωπο με υπομονή και γαλήνια συμπεριφορά ως το επιθυμητό μοντέλο πολίτη. Είμαι αυτό που αποκαλούν καθυστερημένο αγόρι. Το πως μεταμορφώθηκα από υπερενεργητικός σε τσιμέντο είναι λόγω της έλλειψης καλύτερου μαχαιριού στο λαιμό. Το τσιμέντο δεν περιέχει άλλα μεταλλεύματα. Είναι αποκλειστικά ανθρώπινη κατασκευή κι εσύ μου έμαθες ότι είναι εντάξει να είσαι άντρας και να υπάρχεις στον κλασσικό αντρικό κόσμο. Σε επιδεικνύω περήφανα τριγύρω σαν το δαχτυλίδι που φορώ στο δάχτυλό μου. Με αγάπη, Kurt.

Media
Ο Kurtσίγουρα δεν ήταν ο πρώτος και υποθέτω ούτε και ο τελευταίος καλλιτέχνης παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας για τον οποίο αιωρούταν με πάσα βεβαιότητα η άποψη ότι δεν ήθελε την επιτυχία, δεν άντεχε τη φήμη και άλλα συναφή. Σίγουρα όμως ήταν αυτός για τον οποίο αυτού του τύπου οι απόψεις υιοθετήθηκαν σε τόσο ευρεία κλίμακα και απείχαν τόσο πολύ από την πραγματικότητα. Από τις πρώτες μέρες ύπαρξης των Nirvanaαποζητούσε διακαώς ένα δισκογραφικό συμβόλαιο και ας έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου ότι η θρυλική Sub-Pop τους παρακαλούσε να υπογράψουν. Aν κάποιος παρακαλούσε τις διάφορες δισκογραφικές αυτός ήταν ο Kurt, να του απαντήσουν για να μη χρειάζεται να ξαναπληρώνει ταχυδρομικά τέλη, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο ίδιος. Το underground τον γοήτευε απροκάλυπτα αλλά έβρισκε εντελώς ασύμβατες τις νόρμες που επέβαλε (ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει ο ίδιος) με την ελευθερία κινήσεων που μπορεί να έχει κανείς όταν κινείται εκτός των μεγάλων δικτύων. Γι’ αυτό και στη συνέχεια μετεξέλιξε τις απόψεις του καταλήγοντας να υποστηρίζει το χιλιοειπωμένο κλισέ ότι θα διαβρώσει το σύστημα των πολυεθνικών εκ των έσω. Τα χρήματά τους πάντως τα δεχόταν ανετότατα, έστω και αν τη μία μέρα γινόταν πλουσιότερος κατά $5.000.000 και την άλλη ζούσε ως άστεγος γιατί η ηρωίνη είχε γίνει η δεύτερη φύση του. Ο Kurt ήθελε τη φήμη, αποζητούσε την εξαντλητική προβολή των clips των Nirvanaαπό το eMpTyV, έστω κι αν υποτιμούσε αφάνταστα τους rock γραφιάδες και οι σχέσεις του με τη rockδημοσιογραφία ήταν το λιγότερο τεταμένες. Μόνο που δε γνώριζε εκ των προτέρων τη βασική παρενέργεια. Ότι θα αναγόταν δηλαδή σε spokesperson μίας ολόκληρης γενιάς. Μπορεί να κατάφερε να ξαναφορτίσει τις πεσμένες μπαταρίες του rock ‘n’ roll, οι δικές του όμως άδειασαν πιο πρόωρα απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί κι ο ίδιος...
Realitybites:
“Τα rockσυγκροτήματα είναι στο έλεος των δημοσιογράφων και κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει ούτε ένας που να αξίζει να έχει πένα. Μάλλον χρειάζεσαι περισσότερα προσόντα για να γίνει οξυγονοκολλητής από το να βρεις δουλειά ως δημοσιογράφος. Ευχαριστώ για τις δεύτερης διαλογής φροϋδικές αναλύσεις της τωρινής κατάστασης του μυαλού μου που συνοψίζονται στο ‘θεέ αισθάνομαι ένοχος επειδή δεν περίμενα να πουλήσω τόσους δίσκους’. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα για τα καλά να είμαι το τυχερότερο αγόρι στον κόσμο. Για κάποιο λόγο έχω ευλογηθεί με χιλιάδες Όμορφα πράγματα τον τελευταίο καιρό και δεν πιστεύω πραγματικά ότι έχω αποκτήσει αυτά τα δώρα επειδή είμαι ένα αναγνωρισμένο από την κριτική, διεθνώς αγαπημένο είδωλο των εφήβων, ξανθός σαν ημίθεος αρχηγός, αινιγματικά έντιμος, RockStar που τελικά βγήκε στο προσκήνιο χάρη στην παράφορη δίμηνη σχέση του με τα ναρκωτικά, λούζοντας τον κόσμο με την κλασσική ατάκα ‘δε μπορώ πια να το κρατήσω μυστικό επειδή με πονάει να κρύβω κάποιο κομμάτι της προσωπικής μου ζωής από τους φαν μου που με λατρεύουν κι ανησυχούν’.”



fashion addiction