ALIN
Του Δημήτρη Τζιμέα
Share |

Ένας παράξενος γκοντό!


Όλα πήγαιναν καλύτερα. Δούλευα τις μισές ώρες απ' ότι αρχικά και σ' αυτές ούτε
κουβάλαγα, ούτε έσπαγα, ούτε τίποτα. Είπαμε εθελοντική εργασία, αλλά να κουβαλάω από ντουλάπες μέχρι πιάνα με ουρά απ' όλη την πόλη, να τα σπάω σε κομμάτια στη φάμπρικα και μετά με το καμιόνι στη σκουπιδόμαζα ήταν πάρα πολύ. Έτσι, αρχικά μια «τενοντίτιδα» και μετά μια συζήτηση με τον υπεύθυνο του προγράμματος περί ανάγκης να μου δoθεί χρόνος κοινωνικοποίησης έκαναν την όλη κατάσταση, τουλάχιστον, πιο υποφερτή. Άρχισα να μελετώ μόνος μου  μερικά ιταλικά γιατί εδώ και δύο μήνες είχα μείνει με κάτι «buongiorno» και «ciao» και δε μπορούσα να μιλήσω σε άνθρωπο. Επιπλέον, τ' απογεύματα στο ίδρυμα είχαν γίνει αισθητά πιο ανθρώπινα. Μετά τη δουλειά μαζευόμασταν όλοι στο σαλόνι για επιτραπέζια, καφέ και καμιά φορά, μετά από πολύ πίεση, κάποιος κατέβαζε την κιθάρα μου κι έπαιζα. Τότε πέρναγαν κι ο Pierangelo με το Filippo, οι υπεύθυνοι του ιδρύματος και μας κοίταζαν σα χαζομπαμπάδες (βέβαια τα παιδιά τους ήταν από τις 12 φυλές του Ισραήλ). Τις Παρασκευές και τα Σάββατα βγαίναμε όλοι μαζί και πηγαίναμε σε κανένα μπαρ, αλλά οι περισσότεροι δεν έπιναν. Οι μισοί ήταν πρώην αλκοολικοί κι οι άλλοι μισοί λόγω θρησκείας. Έτσι, τη βγάζαμε με τσαγάκια, με μιλκ-σέικ, κλπ, κλπ. Τις καθημερινές όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Στο ίδρυμα μετά τις 9 έπαιζε τάφος. Ο περισσότερος κόσμος είχε σπάσει από το πολύ κουβάλημα κι εγώ την άραζα στο δωμάτιο μου. Ήμουν τυχερός, γιατί το δεύτερο κρεβάτι του δωματίου ήταν ακόμη ελεύθερο, προορισμένο για το δεύτερο εθελοντή, αλλά απ' ό,τι φαινόταν μόνο εγώ είχα κάνει τελικά αίτηση να έρθω εδώ. Ο Pierangelo συνήθιζε να λέει, ότι την άλλη εβδομάδα περιμένουν το δεύτερο εθελοντή, αλλά μετά από την τρίτη φορά που το είπε κατάλαβα ότι μάλλον περίμενε κάποιον ονόματι «Γκοντό».
Την άλλη μέρα μπορεί να μην εμφανίστηκε ο Γκοντό, όπως αναμενόταν, αλλά εμφανίστηκε ο Alin. Έσκασε στο ίδρυμα μ' ένα γράμμα στο χέρι κι ο Pierangelo τον κοιτούσε σαν εξωγήινο. Μέτριο ανάστημα, μαλλί χωρίστρα, καρό πουκάμισο και βαλίτσα στο χέρι. Μου θύμισε κάτι εικόνες από τη δεκαετία του '60 στην Αθήνα, όπου στοιβάζονταν μπουλούκια οι επαρχιώτες στην Ομόνοια. Ο Pierangelo διάβασε και ξαναδιάβασε το γράμμα. Δε φαινόταν να καταλάβαινε και πολλά. Ο Alin ήταν λέει από τη Ρουμανία και τον είχε στείλει ο αδερφός του, που ήταν παλιός τρόφιμος του ιδρύματος. Τα υπόλοιπα ήταν κάτι σπασμένα ιταλικά που δεν έβγαζαν κανένα απολύτως νόημα, αλλά έμελλε να τα μάθω εγώ το ίδιο βράδυ, καθ΄ότι ο Pierangelo τον οδηγούσε στο δωμάτιο μου. Φαινόταν να ήξερε τι έκανε, άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που βοηθούσαν κάποιο λαθρομετανάστη να βγάλει άδεια παραμονής. Η οργάνωση, συνήθως, προσλάμβανε τον κόσμο στη φάμπρικα, του έδινε στέγη στο ίδρυμα, μερικά μαθήματα γλώσσας και μετά ξεκίναγε τις διαδικασίες για την έκδοση των χαρτιών.
Κάτι μ' έπιασε καθώς έβλεπα το ζωτικό μου χώρο να συρρικνώνεται και βγήκα για βόλτα, καθότι δε μπορούσα να βλέπω σε slow-motion το τέλος του τραγελαφικού επεισοδίου, «ο Γκοντό εθελοντής στην Ιταλία». Έστω κι αν ήξερα ότι ήταν μικρή η πιθανότητα, ήλπιζα ότι κάποια μέρα θα έσκαγε ένας εθελοντής, πόσο μάλλον εθελόντρια, και θα βγαίναμε να τα κάνουμε όλα λίμπα σ? εκείνα τα μπαρ που είχα βάλει στο μάτι από καιρό, αλλά που δε σερβίρανε καφέ, τσάι ή μιλκ-σέικ μετά τις 7 και μάζευαν τα πιο απίστευτα συνολάκια, απευθείας από Μιλάνο. Δε λέω, ωραίο είναι να είσαι ακροατής των προβλημάτων των άλλων, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να μοιραστείς και κάποιες άλλες πιο κοινές εμπειρίες εκτός από τις «σπεσιαλιτέ της δεύτερης εβδομάδας του ραμαζανιού» και των «τελευταίων πολιτικών εξελίξεων στην περιοχή βόρεια της λίμνης Τανγκανίκα»! Μόνο με τον Alfredo τα λέγαμε κάποιες φορές, που με καταλάβαινε πιο πολύ, καθώς είχε άσωτο παρελθόν και οι πολλές κραιπάλες τον έφεραν στα εξήντα του να δουλεύει στη φάμπρικα και στο ίδρυμα του Pierangelo. Κάποια απογεύματα μάλιστα έπαιζε σ' ένα τοπικό μπαράκι με την κιθάρα του μεγάλες επιτυχίες της εποχής, όπως το «Λασάτε μι καντάρε», που πολύ το γούσταρα και του έλεγα να το παίζει στο τέλος, όταν έφευγε ο πολύς ο κόσμος. Στο δρόμο για το ίδρυμα μου εξιστορούσε επικούς έρωτες και μου έδινε συμβουλές για το πώς σκέφτονται και τι θέλουν οι γυναίκες. Περνώντας απ' το περίπτερο μου ζητούσε να του πάρω ένα πακέτο τσιγάρα, γιατί δεν κρατούσε λεφτά μαζί του και το αφεντικό του μπαρ πάλι δεν τον είχε πληρώσει, με την υπόσχεση ότι θα μου τα γυρνούσε. Τίποτε δεν είναι τσάμπα σ? αυτόν τον κόσμο!
Όταν μπήκα στο δωμάτιο ο Alin είχε ήδη ξαπλώσει, αλλά με τα φώτα ανοιχτά. Για την ακρίβεια είχε απλώς βγάλει τα παπούτσια του φορώντας όλα τα υπόλοιπα ρούχα του: μαύρες κάλτσες, γκρίζο παντελόνι, καρό πουκάμισο και χωρίστρα, κάτι σαν οδηγός τρόλεϊ. Έκλεισα την πόρτα και κάθισα στο κρεβάτι μου. Σιωπή. Βαθιά σιωπή. Γύρισα και του είπα ένα αστείο. Καμία αντίδραση. Το ξαναείπα στα αγγλικά. Τίποτα. Μου πήρε κανένα δεκάλεπτο για να το καταλάβω: ο Alin δεν ήξερε λέξη σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πλην των ρουμανικών.
Πήρα ένα χαρτί κι ένα μολύβι και βάλθηκα ν' ανακαλύψω με ποιον κοιμάμαι - αφού δε μπορούσα να το αποφύγω. Αρχικά προσπάθησα να δω πόσο χρονών ήταν. Εύκολο! Άρχισα να γράφω ημερομηνίες 1977, 1978, 1979.... με σταμάτησε στο 1982. Μετά βάλθηκα να ζωγραφίζω χάρτες, Ιταλία, Αλβανία, Τουρκία κι ευτυχώς ήταν από τη Ρουμανία, οπότε δε χρειάστηκε να φτιάξω όλον τον Άτλα. Εγώ έγραψα «ATENE», έβαλα κι ένα λοφάκι με τον Παρθενώνα και μετά του έγραψα ένα ερωτηματικό πάνω στη Ρουμανία. Αυτός μου έγραψε «BAIAMARE» κι έφτιαξε ένα βουνό. Η συζήτηση είχε πάρει φωτιά και πήγα να φέρω δυο τσαγάκια να τα πούμε με την ησυχία μας.
Έβγαλα καινούργια σελίδα και ζωγράφισα ένα αεροπλανάκι με την αφεντομουτσουνάρα μου, για να του δείξω ότι ήρθα με αεροπλάνο. Ο Alin έφτιαξε ένα αυτοκίνητο κι έβαλε μέσα τρία άτομα. Δύο μπροστά κι ένα στο πορτ-μπαγκάζ. Δίπλα  έγραψε και ένα σουρεαλιστικό νούμερο. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε κι έγραψα ένα ερωτηματικό. Δίπλα σ' αυτό το διαστημικό νούμερο έγραψε «EURO» και έτσι κατάλαβα! Τότε θυμήθηκα όλες εκείνες τις τρομερές ιστορίες που διηγείτο ο Μαροκινός, που έμενε στον πρώτο, για ανθρώπους που είχαν εξαφανιστεί από το χωριό του μ' έναν τελείως μυστήριο αλλά και συνάμα τραγικό τρόπο. Έρχονταν κράχτες στα διάφορα, ξεχασμένα από το θεό, χωριά και ζητούσαν υπέρογκα ποσά υποσχόμενοι, ως γη της Επαγγελίας, την Ισπανία. Τότε πολύς κόσμος πουλούσε ό,τι είχε και δεν είχε, το σπίτι του, το χωράφι του, τις κότες του και πήγαινε στο μυστικό ραντεβού σε κάποια ακτή του Μαρόκου. Αφού πλήρωναν το εισιτήριο, επιβιβάζονταν σε κάτι ψαρόβαρκες κάνοντας την προσευχή τους να μην τους εντοπίσει κάποιο λιμενικό και τους γυρίσει πίσω ή ακόμη χειρότερα τους αναποδογυρίσει τη βάρκα. Μετά από κανένα δίωρο - τρίωρο τους άφηνε στη γη της επαγγελίας. Μετά εξαπλώνονταν σαν τ? αγρίμια κι έτρεχαν όσο πιο μακριά μπορούσαν, πριν τους βρει το φως της μέρας. Ωστόσο, άνθρωποι του βουνού όλοι τους, που πολλοί απ' αυτούς δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους θάλασσα, διαπίστωναν, ακούγοντας απ' τις ντουντούκες τον ιμάμη να προσεύχεται στον Αλλάχ, ότι το ψαράδικο τους άφησε απλά σε κάποια άλλη ακτή του Μαρόκου. Οι περισσότεροι απ' αυτούς εξαφανίζονταν και δε γύριζαν ποτέ πίσω. Άλλωστε, δεν τους είχε απομείνει απολύτως τίποτε πίσω, ούτε σπίτι, ούτε χωράφι, ούτε κότες αλλά δεν είχαν και μούτρα να εμφανιστούν. Πολλοί αυτοκτονούσαν...
Αφού χαλάσαμε καμιά δεκαριά σελίδες, διαπίστωσα ότι, πέρα από τα βασικά, ελάχιστα σημαντικά πράγματα θα μπορούσαν να ειπωθούν με σκίτσα επιπέδου δημοτικού. Κλείσαμε τα φώτα και ξαπλώσαμε. Σιωπή. Βαθιά σιωπή. Τότε το μυαλό μου άρχισε να απογειώνεται και να πηγαίνει από την ψαρόβαρκα και το αμάξι της μαφίας μέχρι το Δράκουλα των Καρπαθίων! Μου ήρθε κι ο έντονος διαπληκτισμός που είχε προκύψει, όταν γυρνούσε το καράβι από την πορεία της GENOVA, όπου κάποιος τα έχωνε σ' ένα γκρουπ αριστεριζόντων, ώστε να σταματήσει ν' αντιμετωπίζει την έλλειψη δικαιωμάτων των  μεταναστών με το ίδιο ύφος που διεκδικεί τη σωτηρία της καρέτα - καρέτα και τη νομιμοποίηση του μπάφου. Το κλίμα τσίτωσε αισθητά και πήρε διαστάσεις εμφύλιας σύρραξης όταν πετάχτηκε και η ατάκα «...Η ΜΟΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΦΗ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΘΑΡΙΣΟΥΝ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ....». Μετά σκέφτηκα πόσο μάταια είναι όλα και μ' έπιασε η απελπισία φανταζόμενος τι μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος που έχει ταξιδέψει μερικά χιλιάδες χιλιόμετρα σ' ένα πορτ - μπαγκάζ κι αφού τελικά φτάσει έχοντας χάσει τα πάντα, να τον κοιτούν στο δρόμο με μίσος και κακία χωρίς ούτε καν να ξέρουν τ' όνομά του.

«...ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΠΟΝΟΔΟΝΤΟ, ΑΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΧΕΙΣ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟΕΛΑΧΙΣΤΟ ΝΑ ΤΟΝ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΣ. ΕΓΩ ΕΧΩ Π.Χ. ΠΟΝΟΔΟΝΤΟ ΤΩΡΑ, ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΙΑΝΟΗΘΕΙΣ ΠΟΣΟ ΑΦΟΡΗΤΟΣ ΕΙΝΑΙ;»

Αυτά τα σοφά λόγια είναι του Γιώργου, βιώνοντας την πιο απίστευτη ιστορία που έχω ακούσει ποτέ. Μετά από ασφυκτική πολιορκία  τριών μηνών ο Γιώργος ούρλιαξε «...η πόλις εάλω...» στη μέση του δρόμου κι έτρεξε να συναντήσει τη Verena, μια κοπέλα από τη Γερμανία που ποθούσε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο και που τελικά «έπεσε». Οι μέρες περνούσαν και ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί, αλλά κανείς μας δεν ανησυχούσε γιατί ξέραμε ότι θα βρίσκεται κάπου μεταξύ έκτου κι έβδομου ουρανού. Όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Η  Verena ούτε λίγο ούτε πολύ του ξηγήθηκε ότι δεν επρόκειτο  να «προκύψει» τίποτα εάν δεν έκαναν κι οι δύο το τεστ για AIDS, γιατί θα ήταν λέει τουλάχιστον ανήθικο και για τους δύο να συμβεί οτιδήποτε αναπάντεχο, δεδομένου της μαθηματικά εξακριβωμένης πιθανότητας να έχουν γίνει φορείς μέσω του στοματικού έρωτα. Μετά του πέταξε κάτι στατιστικά και κάτι κουφά παραδείγματα στη μούρη και τον έκανε χάλια. Δίχως άλλη επιλογή, την άλλη μέρα - τόση ήταν η κάψα του - ο Γιώργος πήγε στο νοσοκομείο. Βέβαια δεν ήξερε από που ν' αρχίσει, καθ? ότι ξένος δε γνώριζε και πώς να το ζητήσει. Τι να έλεγε, «μήπως ξέρετε που μπορώ να κάνω τεστ AIDS, γιατί έπεσα από τη σκάλα και κόλλησα»; Έτσι, κατευθύνθηκε, όπως θεώρησε σώφρον, στα επείγοντα. Εκεί, αφού περίμενε στην ουρά με κάτι πεσμένα μηχανάκια, κάτι ανοιγμένα κεφάλια, πλησίασε στο τζάμι της γραμματείας.

«Επόμενος!».
«Τα ήντελα... να  γκάνω ένα τεστ ...για AIDS μπαρακαλώ», είπε σε  σπαστά ιταλικά.
Η γραμματέας που ούτε καν τον κοιτούσε τον ξαναρώτησε.
«Τι θα θέλατε παρακαλώ;».
«Τα ήντελα... να  γκάνω... ένα τεστ για AIDS μπαρακαλώ», επανέλαβε ο Γιώργος.
Η υπάλληλος τα έχασε, πετάχτηκε πίσω και αφού ξαναμάζεψε την ψυχραιμία της ρώτησε.
«Είναι επείγον; Εμείς εδώ εξυπηρετούμε μόνο επείγοντα περιστατικά.»
«Ντα μπορούσε να πει γκανείς ότι είναι και επείγον»

Τότε η γραμματέας φώναξε τους δύο προϊστάμενους, οι οποίοι έριξαν στο Γιώργο ένα βλέμμα σιωπηλό, γεμάτο θάνατο, σαν να του έλεγαν, «...κρίμα, τόσο νέο παλικάρι.». Παρόμοιες σκηνές εκτυλίχθηκαν και στις υπόλοιπες πέντε γραμματείες που ρώτησε μέχρι να δει τη σύριγγα να παίρνει δείγμα από το αίμα του.
Η εβδομάδα μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα ήταν εφιαλτική. Την έβδομη μέρα δεν ξύπνησε, αφού δεν κοιμήθηκε και στις οκτώ κι ένα ήταν στο νοσοκομείο. Είχε σχεδόν τρελαθεί. Ένα σύνδρομο Καφκικής ενοχής τον είχε καταβάλει, καθώς κάθε βλέμμα του έλεγε, «αφού κάνεις, θα έχεις...τι κρίμα, τόσο ωραίο παλικάρι ... στο άνθος της νιότης του...». Μετά από μια μίνι-συνέντευξη με το γιατρό πήρε το φάκελο στα χέρια του. Σκέφτηκε να το δει σπίτι μόνος του. Ήταν πενήντα-πενήντα. Ανοίγοντας αυτόν το φάκελο ήταν πενήντα τοις εκατό σίγουρο, ότι θα έσκιζε με μια δρασκελιά το πανί και από τον εξώστη θα έμπαινε στον κινηματογράφο ή ακόμη καλύτερα θα έμπαινε από τον κινηματογράφο στην πραγματική ζωή, στον κόσμο των πραγματικών προβλημάτων. Ξέσκισε το φάκελο με μανία.

«NEGATIVO»

Τράβηξε μια δυνατή τζούρα και τέλειωσε την εξιστόρησή του,
«...να με ακούτε λοιπόν κι μένα που τα έχω δει από την άλλη μεριά.... ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΠΟΝΟΔΟΝΤΟ...»
Στο σκοτεινό δωμάτιο είχε πέσει σιωπή. Βαθιά σιωπή. Ο Alin δεν κοιμόταν, ήταν ανήσυχος. Το ίδιο κι εγώ. Τόση ώρα μες στη σιωπή το δωμάτιο είχε πιάσει πάγο. Σκέφτηκα να του μιλήσω, να του πω για όλα αυτά που περνούσαν από το μυαλό μου, αλλά μάταια, δε θα καταλάβαινε  λέξη. Άλλωστε, τα ήξερε από πρώτο χέρι.

«Μια ζωή πονόδοντος...»

 

 



fashion addiction