Καθοδόν για Βαρκερώμη!
Του Γιώργου Παπαθωμά
Share |

Βασικά, η αρχική σκέψη δεν ήταν να πάμε στη Βαρκελώνη αλλά στη Ρώμη.


Όμως, όπως όλα τα καλά σχέδια, τα πάντα αποφασίστηκαν σε μηδενικό χρόνο και τίποτα δεν έγινε, όπως σχεδιάστηκε εξ αρχής.

Ο Γιώργος, φανατικός γενικά τύπος και δη των U2, έκλεισε δύο εισιτήρια για την συναυλία των Ιρλανδών στη Ρώμη. Το ένα όμως έμεινε ορφανό, όταν η κοπέλα του αποφάσισε να μην τον ακολουθήσει. Αποφάσισα, λοιπόν, να το υιοθετήσω.

 

- Θα πάρουμε το καράβι, να βγούμε Ανκόνα, από εκεί τραίνο για Ρώμη και μετά πίσω.

- Δεν παίρνουμε το αμάξι ρε φίλε να είμαστε και άνετοι και να έχουμε κάπου να μείνουμε και το βράδυ; - του απάντησα και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

- Κοίτα, αν πάρουμε αυτοκίνητο, θα μείνουμε και κανά δυο μέρες Ιταλία να βολτάρουμε κιόλας.

 - Ιταλία έχουμε ξαναπάει και οι δύο. Πάμε άμα είναι Αμβούργο,  που είναι και ο Σταύρος που έχουμε να τον δούμε καιρό, να γουστάρουμε κιόλας.

 Ο Σταύρος τελικά εκείνο το διάστημα του Ιουλίου κατέβηκε Ελλάδα, οπότε αποφασίσαμε να πάμε στον αμέσως κοντινότερο(!) προορισμό, στη Βαρκελώνη.

Βάλαμε κάτω τα οικονομικά, αυτά σηκώθηκαν αμέσως, αλλά δεν μασήσαμε. Με τη βοήθεια άλλων δύο εθελοντών, η παρέα διευρύνθηκε και τα έξοδα αποστολής έπεσαν αρκετά. Έτσι, βρεθήκαμε στην Πάτρα.

Μέσα στο καράβι αντιληφθήκαμε, ότι κάναμε ένα λάθος με τα εισιτήρια. Η τιμή των αεροπορικών καθισμάτων στα πλοία της συγκεκριμένης γραμμής έχει αρκετή διαφορά με αυτή του καταστρώματος. Η άνεση όμως όχι. Πληρώσαμε πιο ακριβά τα αεροπορικά και τελικά κοιμηθήκαμε στο κατάστρωμα.

 
Βγαίνοντας στην Αγκώνα, το πλοίο ήταν περικυκλωμένο από καραμπινιέρους, οι οποίοι έψαχναν οποιονδήποτε και οτιδήποτε. Είχαμε φτάσει λίγο μετά τα χτυπήματα στο Λονδίνο και προφανώς οι αρχές είχαν πάθει τρομοπαράκρουση. Αφήσαμε πίσω τους αγριεμένους λιμενικούς και έναν «δεμένο» Έλληνα φορτηγατζή και ξεκινήσαμε για Ρώμη.

 Όλη η διαδρομή, μέχρι τη Βαρκελώνη, ήταν προσχεδιασμένη. Υπάρχουν site όπως αυτό της Michelin ή της Shell, που δίνουν όλες τις χρήσιμες πληροφορίες για οδικά ταξίδια μέσα στην Ευρώπη. Είχαμε περάσει τη διαδρομή μέσα στον φορητό υπολογιστή που είχε απαλλοτριώσει ο Γιώργος από το γραφείο, μαζί με ένα σύστημα εντοπισμού GPS, και ήμασταν πανέτοιμοι, ώστε να μην χαθούμε ούτε σε στενό. Δεν τα χρησιμοποιήσαμε σχεδόν καθόλου.

Με τα πολλά φτάσαμε στη Ρώμη, λίγο πριν αρχίσει η συναυλία. Είδαμε τους Ευρωπαίους Νταράλες. Ο Bono αφιέρωσε κομμάτια στα θύματα της τρομοκρατίας, στον πατέρα του, στον πεθαμένο πάπα, στους « ανθρώπους που μας σκέφτονται και μας φροντίζουν», δηλαδή στους γιατρούς (και ειδικά στις νοσοκόμες), στον Ρωμαίο δήμαρχο και δεν ξέρω κι εγώ σε ποιον άλλο. Καλή η συμπόνια, αλλά η υπομονή έχει και τα όριά της. Παρόλα αυτά, η συναυλία ήταν πολύ καλή, με το συγκρότημα να παίζει πάνω από δύο ώρες και να τα δίνει όλα. Ειδικά στο I will follow και με την συνδρομή του κοινού, έγινε χαμός.

Φύγαμε από την πόλη και κατευθυνθήκαμε βόρεια προς Φλωρεντία. Το σχέδιο ήταν να ταξιδέψουμε μέχρι τη νότια Γαλλία και εκεί να αράξουμε για ξεκούραση, κάτι που φυσικά άλλαξε. Φεύγοντας από τη συναυλία, θυμήθηκα τον Άρη, οδηγό φορτηγού, με τον οποίο είχαμε ταξιδέψει παλιότερα στην κεντρική Ευρώπη, και αποφάσισα να τον πάρω τηλέφωνο, για να τον ρωτήσω, αν ήξερε κανά μέρος να αράζαμε. Μετά από τις προτροπές του να μην μείνουμε στη νότια Γαλλία ( - μαλάκα, μετά τη Μασσαλία μην μείνετε πουθενά, φύγετε σφαίρα, γιατί θα σας αφήσουν μόνο το τιμόνι) και με την συνδρομή της κούρασης, κοιμηθήκαμε σε ένα πάρκινγκ ενός Autogrill βόρεια της Φλωρεντίας. Ο ύπνος αυτός έδωσε άλλη έννοια στη φράση στενότητα χώρου, καθώς ήμασταν τέσσερις σε ένα τρίθυρο αυτοκίνητο, με τα μπαγκάζια να ξεχειλίζουν από παντού και τα παράθυρα κλειστά, για το φόβο των κλεφτών. Το πρωινό όμως ήταν αξεπέραστο. Ιταλική καταπράσινη ύπαιθρος, ζεστός καπουτσίνο, μία υγρή πρωινή αύρα σε θερμοκρασία μεταξύ του δροσερού και του κρύου, μία υπέροχη ανατολή και έναν από τους δύο εθελοντές να συνειδητοποιεί, ότι οι Ιταλοί δεν ξέρουν ελληνικά, οπότε θεώρησε σκόπιμο να αρχίσει να εκστομίζει όλες τις βρισιές που ήξερε δυνατά και χαρούμενα.

Κατευθυνθήκαμε βόρεια προς Γένοβα και περάσαμε τα σύνορα με Γαλλία, τα οποία δεν ήταν ακριβώς σύνορα αλλά απλά μια ταμπέλα που έγραφε France. Συνεχίσαμε παραλιακά, οδηγώντας σε ακατάπαυστους ρυθμούς και, καθώς μόνο δύο είχαν δίπλωμα, μπορεί κανείς να καταλάβει πόσο ελαστικό μπορεί να γίνει το ανθρώπινο κορμί, στη θέση του συνοδηγού, ανάμεσα από τσάντες, βαλίτσες και φαγητά, ενώ προσπαθεί να κοιμηθεί αυτός, που οδηγούσε πριν από εσένα.

Με τα πολλά, μπήκαμε Καταλονία. Πλησιάζοντας στη Βαρκελώνη αρχίσαμε να παίρνουμε μια ιδέα για το τι θα δούμε στην πόλη. Τα περισσότερα πάρκινγκ της εθνικής οδού φιλοξενούσαν κι από ένα γλυπτό, από διάφορα υλικά το καθένα.

Μπαίνοντας στην πόλη, αυτό που κάνει εντύπωση είναι το πόσο τακτοποιημένη είναι και το γεγονός ότι τα περισσότερα αυτοκίνητα είχαν κολλημένο έναν αυτοκόλλητο γάιδαρο στο πίσω μέρος τους. Αργότερα μάθαμε, ότι ο καταλανικός γάιδαρος ήταν στα πρόθυρα εξαφάνισης και ότι οι Βαρκελωνέζοι ήθελαν να έχουνε σήμα κατατεθέν ένα ζώο, το οποίο να αντιπαρέρχεται τον ισπανικό ταύρο. Περί ορέξεως...

Το πρώτο μέλημά μας ήταν να βρούμε κατάλυμα. Ψάχνοντας για κάμπινγκ φτάσαμε στις Stiges, μια παραλιακή κωμόπολη 40 χλμ έξω από την Βαρκελώνη, όπου τελικά μείναμε, αφού και φθηνότερα ήταν και δεν είχε θόρυβο, κίνηση και την μόλυνση του λιμανιού της Barca. Κατεβήκαμε στην πόλη και πήγαμε, που αλλού, στη La Rambla. H La Rambla είναι ένας τεράστιος πεζόδρομος στο κέντρο της πόλης, που έχει όλα τα μπαρ δεξιά και αριστερά και φυσικά όλους τους τουρίστες. Ήπιαμε, επιτέλους, μία μπύρα για να γιορτάσουμε το ότι μετά από 59 ώρες συνεχούς ταξιδιού είχαμε φτάσει στον στόχο μας. Κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε, δηλαδή διάφορες άσκοπες βόλτες, ώσπου καταλήξαμε στην Plazza Reial. Μια εσωτερική πλατεία που μαζευόταν αρκετός κόσμος. Κάτι σαν καταλανική πλατεία Μαβίλη. Κατά τις τρεις φτάσανε τρία περιπολικά και δύο οχήματα καθαρισμού των δρόμων, τα οποία ήταν πιο επικίνδυνα και ενοχλητικά από τα περιπολικά. Οι μαινόμενοι οδοκαθαριστές πήραν φόρα και άρχισαν να καθαρίζουν την πλατεία ασταμάτητα, πετώντας νερό με πίεση και εφορμώντας με τα οχήματά τους σε οποιονδήποτε είχε το θράσος να κάθεται στην πλατεία. Όταν κάποιος τόλμησε να διαμαρτυρηθεί στους οδοκαθαριστές, αυτοί τον συνέλαβαν(!!!) και τον παρέδωσαν στους αστυνομικούς, οι οποίοι μετά από λίγο τον ελευθέρωσαν.

 
Η επόμενη μέρα ξεκίνησε μετά από πολύ ύπνο και με ένα πράγμα στο μυαλό: Gaudi. Ένας λόγος που αξίζει να επισκεφτεί κανείς την Βαρκελώνη είναι για να δει τι έχει κάνει αυτός ο αρχιτέκτονας( ; ). Η Sagrada Familia, μία εκκλησία την οποία σχεδίασε στις αρχές του 20ου αιώνα ο Gaudi και η οποία συνεχίζει να χτίζεται έως τώρα, είναι η απόδειξη ότι το LSD δεν εφευρέθηκε το 1950 ή ότι είναι τελείως άχρηστο. Με μία λέξη η εκκλησία αυτή είναι α-π-ί-σ-τ-ε-υ-τ-η.

 
Κάπου μεταξύ δεύτερης και τρίτης μέρας θυμήθηκα, ότι στη Βαρκελώνη ζούσε η Σοφία εδώ και τρία χρόνια, οπότε και αποφάσισα να επικοινωνήσω μαζί της. Η συνάντηση είχε πολύ ενδιαφέρον, καθώς μάθαμε, που δεν υπήρχαν τουρίστες, σε ποια μαγαζιά να πάμε και που σερβίρουν την καλύτερη παέλια. Οι τουρίστες στην πόλη αποτελούν ένα πρόβλημα, καθώς είναι άπειροι. Εξάλλου, η Βαρκελώνη έχει αυξημένη τουριστική περίοδο 8 μήνες το χρόνο.

Το ίδιο βράδυ βγήκαμε και ήταν το μοναδικό βράδυ που το παρακάναμε, καθώς, αν θες να δεις όλα τα μουσεία και τα αξιοθέατα, πρέπει να ξυπνάς νωρίς. Καταλήξαμε σε ένα τεράστιο club που η διακόσμησή του παρέπεμπε σε μουσείο μπαρόκ. Με το που μπήκαμε ένας τύπος ήρθε και άρχισε να μας πουλάει ecstasy και άλλα τέτοια. Εγώ δεν πήρα, αλλά για τους άλλους δεν ορκίζομαι, αφού δεν τους ξαναείδα για κανά τρίωρο. Όχι ότι με ένοιαζε κιόλας. Τα μαλακά ναρκωτικά είναι μεν παράνομα στην πόλη αλλά δε το κάνουν και θέμα κιόλας.

Κάπως έτσι, μεταξύ μουσείων και μπαρ, πέρασαν οι μέρες και ήρθε η ώρα του γυρισμού. Αυτή τη φορά αποφασίσαμε να κάνουμε και καμιά στάση της προκοπής. Έτσι σταματήσαμε στην πόλη, που είναι δίπλα στο χωριό του Καταλανού Dali και στο μουσείο του. Σταματήσαμε επίσης στο Monaco, όπου εκτός από τα πανάκριβα αυτοκίνητα έχει και Dress Code. Σε όλο το κρατίδιο υπάρχουν ταμπέλες, που προειδοποιούν τους τουρίστες, ότι απαγορεύεται να περπατάνε, μέσα στην πόλη, με το μαγιό ή ξυπόλητοι ή γυμνοί από τη μέση και πάνω. Και, όταν λένε απαγορεύεται, το εννοούν, καθώς προβλέπεται σύλληψη σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Από εκεί για πρωινό στην πόλη, που έχει γίνει παγκόσμια διάσημη για ένα λάθος... αρχιτεκτονικό. Την Πίζα. Έξω από την Φλωρεντία και καρφί για Ανκόνα, να προλάβουμε το πλοίο.

Ίδιο πάλι σκηνικό με αυτό της έναρξης του ταξιδιού, με sleeping bag στο κατάστρωμα και πολύ βαριά βλέφαρα. Μία διαφορά υπήρχε. Ήμουνα φτωχότερος, καθώς δεν μου είχε μείνει λεπτό. Για την ακρίβεια είχα τρία ευρώ, τα οποία αποφάσισα να επενδύσω στα φρουτάκια του πλοίου. Η τύχη όμως είναι τυφλή και αποφάσισε να δώσει 100 ευρώ σε αυτόν, που έπαιξε ακριβώς μετά από εμένα στο ίδιο μηχάνημα. Δεν τα έβαλα όμως με την ανάπηρη θεά. Σωστή κίνηση, καθώς το πρωί που ξύπνησα και έκλαιγα την μοίρα μου, καθισμένος στο sleeping bag, που δεν είχα ένα καφέ, η θεά μεταμορφώθηκε στο πρόσωπο μιας απίστευτα γλυκιάς Ιταλίδας.

 
- Θες έναν καφέ; Έκαναν λάθος στο αναψυκτήριο και μου έδωσαν δύο.

- Αν έχεις και τσιγάρο σε παντρεύομαι.



fashion addiction