Ιστορίες Πορτρέτων
Φωτο/ Κείμενο: Νύσος
Share |

Περιφερόταν εδώ και καιρό σε μια γειτονιά δίχως ζωή, στα προάστια μιας πόλης. Όπως όλες οι γειτονιές έτσι κι αυτή κάποτε ήταν μια μικρή πολιτεία, μου εξιστόρησε μια φορά. Διέθετε τους χαρακτήρες της, τα μικρά σπίτια της, ένα μανάβικο στη μια γωνιά, ένα ψιλικατζίδικο στην άλλη κι ένα δρόμο που κατέληγε σε αδιέξοδο. Υπάρχουν πολλοί αδιέξοδοι δρόμοι, ο συγκεκριμένος όμως σταματούσε σ’ ένα πορτοκαλεώνα, μια οδός φτιαγμένη για παιδιά. Εκεί το κυνηγητό, το κρυφτό, η μπάλα, οι καβγάδες κι οι έρωτες ήταν μία καθημερινότητα. Σαν έπεφτε η νύχτα, οι μυρωδιές από τον πορτοκαλεώνα ασυνείδητα κέντριζαν τη φαντασία και το πάθος και γεννούσαν ήρωες και περιπέτειες. Τότε ήταν και τα πρώτα καλέσματα από τις μανάδες στα παραθύρια για να μαζευτούν οι κανακάρηδες. Πάντα στο καλύτερο σημείο μας διέκοπταν οι φωνές τους. Έως όμως να γίνουν απειλητικές ήταν δεδομένο ότι θα αδιαφορούσες. Αν μάλιστα το απαιτούσε η βραδιά το παιχνίδι θα έπαιρνε τέλος μόνο μέσω της εξάντλησης. Δεν ήταν όμως όλα ιδανικά. Το παιχνίδι κι οι φωνές μας ενοχλούσαν ορισμένους στη γειτονιά. Η ανοχή που επιδείκνυε ο καθένας καθόριζε τόσο τη σχέση μας μαζί τους όσο και το παρατσούκλι που θα τους προσάπταμε. Κατά αυτόν τον τρόπο υπήρχε η αυλή φόβητρο με τον ψηλό πράσινο φράχτη. Η μπάλα επέστρεφε από εκεί πάντα σκασμένη, ένα άδοξο τέλος που σκόρπιζε μελαγχολία και απορία. Αυτός που διέπραττε το έγκλημα ήταν ο μπάρμπα- Γιώργος ο επονομαζόμενος και «ο χειρούργος». Βέβαια μια φορά ο Μένιος είχε καταφέρει να πηδήξει το φράχτη και να την επιστρέψει άθικτη. Το γεγονός αυτό του είχε προσδώσει χαρακτηριστικά ήρωα. Αντίθετα σεβόμασταν όλοι την κυρα -Φροδίτη για την κατανόηση της. Είχαμε μάλιστα την καθημερινή ιερή υποχρέωση να συνοδέψει κάποιος από εμάς τον άντρα της, τον κυρ -Μιμη, από το καφενείο στο σπίτι. Αυτός ήταν άντρας μεγαλόσωμος, γύρω στα 60 με σγουρά λευκά μαλλιά, μικρά μάτια και μεγάλη κόκκινη μύτη, πάντα χαμογελαστός, πάντα μεθυσμένος. Πήγαινες στο καφενείο και φώναζες το όνομά του, λέγοντας:

 «Κυρ-Μίμη είπε η κυρα-Φροδιτη....»

 Πριν τελειώσεις τη φράση σ’ έπιανε από το χέρι χαμογελώντας και τρεκλίζοντας. Η επιστροφή όπως φαντάζεσαι ήταν κωμική, βάρκα σε φουρτούνα καλύτερα πήγαινε. Πάντα όμως είχε μια ωραία ιστορία να σου διηγηθεί που διακοπτόταν απότομα στο τέλος από τη γυναίκα του:

 «Τι είναι αυτά που λες ρε Μίμη στο παιδί...»

Ωραία τα έλεγε ο κυρ-Μίμης. Μίλαγε για ταξίδια, για φίλους, για γλέντια, για έρωτες κι άλλα που δεν τα καταλάβαινες.

Έτσι κυλούσε ο χρόνος σε αυτή τη γειτονιά. Πότε ιδρωμένοι από το παιχνίδι και πότε στο ημίφως να εξιστορούμε τους έρωτες μας ψιθυριστά. Όταν είσαι μικρός όλα είναι μεγάλα, ανεξερεύνητα, θελκτικά και μυστήρια. Η απάνω γειτονιά ήταν τόπος μακρινός κι ας απείχε μονάχα τέσσερις δρόμους. Άλλη πολιτεία φάνταζε στα μεγάλα μάτια μας, επικίνδυνη, άγνωστη, με μύθους, θεούς και δαίμονες ανίκητους, πέρα από τις δυνατότητες μας. Αλλά δεν παραδινόμαστε εύκολα όταν είμαστε παιδιά, μου είπε μια μέρα. Ρίχναμε κλεφτές ματιές, κάναμε κουβέντες στα κρυφά για τα ταξίδια μας στην επάνω γειτονιά.



fashion addiction