

Ρίσαρντ Καπισίνσκι
Το πρόσωπο της μαχόμενης δημοσιογραφίας
Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007) ανήκε σε μία άλλη, παλιότερη, πιο τίμια σχόλη αληθινής δημοσιογραφίας με σημαντικούς προγόνους τον Ηρόδοτο, τον Χέμινγουει, τον Όργουελ. Έζησε 27 συνολικά επαναστάσεις - πραξικοπήματα σε Αφρική, Ν. Αμερική κι Ασία όχι στα τράνζιτ κλιματιζόμενων αεροδρομίων ή στα σαλόνια ακριβών ξενοδοχείων, στα όποια επί το πλείστον καταλύουν οι ανταποκριτές ξένου τύπου. Το ότι καταδικάστηκε σε θάνατο τέσσερις φορές και υπέφερε από ελονοσία και φυματίωση μόνο ατύχημα δεν ήταν.
Εποχή της σύγχυσης, της απλοποίησης και του φτηνού εντυπωσιασμού. Ένας όρος ο όποιος υποφέρει εγκλωβισμένος μέσα στην τετράγωνη επιφάνεια της τηλεοράσεως είναι αυτός της ‘μαχητικής δημοσιογραφίας’ που στο συλλογικό υποσυνείδητο κατέχει θέση γλάστρας σε κάποιο παράθυρο δελτίου ειδήσεων. Ο μαχόμενος δημοσιογράφος για τους ακροατές είναι εκείνος που φωνάζει, ωρύεται, με θεατρινίστικες μανιέρες ξεπατικωμένες από τον Οιδίποδα του Μινωτή, ζητά να καταλάβει μεγαλύτερο μερίδιο του αναλογούντος τηλεοπτικού χρόνου. Αγωνιά να καταγγείλει την αδικία και τη διαφθορά γι’ αυτό και μερικές φορές, χαλάλι, οι τρόποι του είναι ελαφρώς χοντροκομμένοι...
Παρεξήγηση, σημείο των καιρών, αποτέλεσμα ίσως και των ταχύτατων πλέον τεχνολογικά μέσων πληροφόρησης που δεν χρήζουν την επιτόπια έρευνα/ παρουσία επιβεβλημένη αλλά ικανοποιούνται να παρουσιάζουν άκριτα αναμασήματα μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορειών, με το αζημίωτο φυσικά. Ο δημοσιογράφος σε μεγάλο βαθμό ομοιάζει με μοντέλο καναλιού τηλε-μάρκετινγκ. Παρουσιάζει, με βελούδινες προμελετημένες κινήσεις, αλλά δε διεισδύει, δεν αναλύει, δε ζητά να εξηγήσει αίτια, αφορμές και κίνητρα.... Βρίσκεται πάντα μακριά από τα γεγονότα που παρουσιάζει σαν τον μετεωρολόγο που ακολουθεί.
Ο Ρίσαρντ Καπισίνσκι άνηκε σε μία άλλη, παλιότερη, πιο τίμια σχόλη αληθινής δημοσιογραφίας με σημαντικούς προγόνους τον Ηρόδοτο, τον Χέμινγουει, τον Όργουελ. Ταξίδεψε κατά τη δεκαετία του `60 στην Αφρική, μια δεκαετία έντονων συγκρούσεων, εμφυλίων πολέμων, αναταραχών καθώς μετά τα χρόνια της αποικιοκρατίας η μαύρη ήπειρος έμπαινε, ή έτσι πίστευε, στο δρόμο της χειραφέτησης και της ελευθερίας. Δεν παγιδεύτηκε όμως στη στερεότυπη δυτική προσέγγιση της Αφρικής που είχε κατά το παρελθόν πληγεί από ρομαντικές αντιλήψεις εξωτισμού οι οποίες μέσα στην αφέλεια τους πλησίαζαν το κλασικά δισδιάστατο πρότυπο των ευγενών αγρίων του Ρουσσώ. ‘Ποτέ δε με εντυπωσίασε ο λεγόμενος εξωτισμός, αν και αργότερα έζησα κάμποσα χρόνια σ’ έναν κόσμο που οριζόταν ως εξωτικός. Δεν έχω γράψει ούτε για κυνήγια κροκοδείλων ούτε για κυνηγούς κεφαλών, αν και αναγνωρίζω πως είναι θέματα ενδιαφέροντα. Ανακάλυψα όμως για τον εαυτό μου μια άλλη πραγματικότητα, που έλκυε περισσότερο από ένα ταξίδι σε κάποιο χωρίο μάγων ή στα πάρκα άγριων ζώων. Μια νέα Αφρική γεννιόταν – και αυτό δεν ήταν ούτε αλληγορία ούτε κάποια κοινοτυπία ενός κύριου άρθρου. Οι ώρες τούτης της γέννας ήταν επίπονες και δραματικές, κάποιες άλλες ευχάριστες και χαρούμενες, αλλά και στις δύο περιπτώσεις όλα ήταν εντελώς διαφορετικά (από τη δική μας σκοπιά) από οτιδήποτε γνωρίζαμε. Και ήταν ακριβώς αυτή η διαφορά που μου φάνηκε ως ο νέος, που δεν τον είχε καταγράψει κανείς μέχρι σήμερα, εξωτισμός’.
Ως απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθεί η ζητούμενη αντικειμενικότητα, το μόνο εφόδιο που θα βοηθούσε στην ορθή περιγραφή των μετασχηματισμών στην Αφρική τη δεκαετία του `60 ήταν μία προσέγγιση αχρωμάτιστη, χωρίς εκ των προτέρων διαμορφωμένα συμπεράσματα, απελευθερωμένη κυρίως από τον ανομολόγητο συναισθηματικό ρατσισμό του Ευρωπαίου προς τους ‘καημένους’ Αφρικανούς, και ο Καπισίνσκι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτήν την δουλεία.
Ο ίδιος καταγόταν από το Πινσκ, μια πόλη που το 1932, όταν γεννήθηκε ο Καπισίνσκι άνηκε στην Πολωνία αλλά που με τις διαρκείς μετακινήσεις των συνόρων της χώρας είτε προς δυσμάς, είτε προς ανατολάς σύμφωνα με τις βουλές των δυο υπερδυνάμεων που την περιβάλλουν, Γερμανία και Ρωσία/ Ε.Σ.Σ.Δ., σήμερα βρίσκεται στη Λευκορωσία. Οι μετακινήσεις πληθυσμών ήταν ένα δεδομένο με το οποίο ο νεαρός Καπισίνσκι μεγάλωσε. Διάφορες εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες βρίσκονταν εγκατεστημένες/ εγκλωβισμένες στο Πίνσκ ήδη από τα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πόλέμου κι η ενηλικίωση σ’ ένα τέτοιο πολυφυλετικό σκηνικό οδηγεί αναπόφευκτα στη σχετικότητα που θέτει υπό το πρίσμα της κριτικής κάθε είδους ιδεολογική απολυτότητα ανωτερότητας στηριγμένης στη φυλή ή στο θρήσκευμα. Η χώρα του είχε κατ’ επανάληψη πληγεί από τον επεκτατικό ιμπεριαλισμό των γειτόνων και δεν θα ήταν υπερβολικό να ειπωθεί ότι αναγνώρισε κάποια κοινά στοιχεία στην μοίρα της Πολωνίας και στην αποικιοκρατική ευμετάβλητη, σχετικά, διάρθρωση της Αφρικής.
‘Τα πάντα στην εσωτερική πολιτική της Αφρικής και των επιμέρους κρατών της είναι πολύπλοκα και μπερδεμένα. Η αιτία είναι πως, στη διάσκεψη του Βερολίνου [1883- 1885] , οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες... μοιράζοντας μεταξύ τους την Αφρική, στρίμωξαν περίπου δέκα χιλιάδες βασίλεια, ομοσπονδίες και μη κρατικές αλλά αυτόνομες φυλετικές ενώσεις που υπήρχαν σ’ αυτή την ήπειρο στα μέσα του 19ου αιώνα στα όρια μόλις σαράντα αποικιών. Στο μεταξύ, πολλά απ’ αυτά τα βασίλεια και τις φυλετικές ενώσεις είχαν πίσω τους μια μακρά ιστορία συγκρούσεων και πολέμων μεταξύ τους. Και ιδού που, χωρίς να ρωτηθούν, βρέθηκαν ξαφνικά στα όρια μίας, της ίδιας, αποικίας, υποκείμενα στην ίδια (ξένη μάλιστα) εξουσία, στο ίδιο δίκαιο. Τώρα, στην εποχή της από-αποικιοποίησης, οι παλιές ενδοεθνικές σχέσεις, τις οποίες η ξένη εξουσία είχε μόνο παγώσει ή απλώς αγνοούσε, ζωντάνεψαν ξαφνικά κι έγιναν πάλι επίκαιρες... Η συγκυρία υπό την οποία θα γινόταν το άλμα προς το βασίλειο της ελευθερίας έβαλε πολλούς αφρικανούς μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή. Γιατί μέσα τους συγκρούονταν δύο μνήμες, δύο συνειδήσεις που βρίσκονταν σε μια επίμονη μεταξύ τους διαμάχη... Από τη μια πλευρά ήταν η βαθιά κωδικοποιημένη μνήμη για την ιστορία του γένους και του λαού, η γνώση για τους συμμάχους... και για τους εχθρούς που έπρεπε να μισούν, αλλά από την άλλη το θέμα ήταν να μπεις στην οικογένεια των ανεξάρτητων, σύγχρονων κοινωνιών, προϋπόθεση του οποίου ήταν ακριβώς η απαλλαγή από κάθε εθνικό εγωισμό και φανατισμό’.
Με απλές προτάσεις, όχι απλοϊκές, τέτοιου είδους ο Καπισίνσκι προχωρά στην διάγνωση των αιτιών καταστάσεων που για τον μέσο ευρωπαίο θεατή φαντάζουν πολύπλοκες, προβλήματα δυσεπίλυτα, ακατανόητα και τόσο διογκωμένα από τον συνεχή καταιγισμό πληροφοριών. Η πρόσφατη τραγική περιπέτεια της Ρουάντα, ο αδυσώπητος πόλεμος ανάμεσα στις φυλές Χούτου και Τούτσι, με τον τρόπο που καλύφθηκε κατά κύριο λόγο από τα δυτικά Μ.Μ.Ε. δημιούργησε στο κοινό την εντύπωση παθογενούς τριτοκοσμικού φαινομένου. Λίγοι ήταν οι δημοσιογράφοι που αναζήτησαν τα αίτια κι ακόμη πιο λίγοι εκείνοι που με αμεσότητα μερικών προτάσεων κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν το φαινόμενο Αφρική όπως είχε κάνει ο Καπισίνσκι. Το γιατί είναι προφανές. Ο Καπισίνσκι δεν περιόδευσε στις χώρες αυτές, δεν έζησε στα τράνζιτ κλιματιζόμενων αεροδρομίων ή στα σαλόνια ακριβών ξενοδοχείων, στα όποια επί το πλείστον καταλύουν οι ανταποκριτές ξένου τύπου. Λόγω ιδιοσυγκρασίας αλλά και συνθηκών, ήταν ανταποκριτής για το Πολωνικό Πρακτορείο Ειδήσεων γεγονός που συνεπάγεται μειωμένη χρηματοδότηση, δεν επισκέφτηκε απλώς την Αφρική. Έζησε στην Αφρική, στις ίδιες γειτονίες που συνορεύουν με τις εφήμερες παραγκουπόλεις, μόνος λευκός ανάμεσα στους δύσπιστους εσωτερικούς μετανάστες. ‘Σε μια τέτοια πόλη [Νταρ ες- Σαλαάμ] έζησα μερικά χρόνια ως ανταποκριτής του Π.Π.Ε.. Περπατώντας στους δρόμους της αντιλήφθηκα πολύ γρήγορα ότι βρισκόμουν στα δίχτυα του απαρτχάιντ. Πρώτα απ’ όλα ξαναζωντάνεψε μέσα μου το πρόβλημα του χρώματος. Είμαι λευκός. Στην Πολωνία, στην Ευρώπη, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό... Εδώ στην Αφρική αυτό αναδεικνυόταν στον πιο σημαντικό παράγοντα που καθόριζε την ταυτότητά μου, και για μερικούς μάλιστα απλούς ανθρώπους στον μόνο. Λευκός’. Το σημαντικό είναι το ρήμα ‘έζησα’. Δεν επισκέφτηκε, έζησε την ίδια καθημερινότητα, τα προβλήματα, αναζήτησε τρόπους ιχνηλάτησης της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης όντας παρόν και όχι σε κάποια βιβλιοθήκη κρυμμένος. Η μέθοδος του θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει περισσότερο σε κάποιον ανθρωπολόγο παρά σε δημοσιογράφο, αλλά η είδηση αυτή καθ’ εαυτή δεν είναι πάρα η εξωτερίκευση μίας αόρατης, για τον επισκέπτη, εσωτερικής, διαρκούς διεργασίας που υπακούει σε κανόνες αδύνατον να κατανοηθούν με μία πρόχειρη, προφυλαγμένη μέσα σε αλεξίσφαιρα ξενοδοχεία ή οχήματα, ματιά.
‘Στην Κουμάσι πήγα χωρίς κανένα σκοπό. Γενικά το να έχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό θεωρείται καλό πράγμα, γιατί τότε κάτι θέλεις, έχεις ένα στόχο. Από την άλλη πλευρά όμως μια τέτοια κατάσταση σου βάζει παρωπίδες: Βλέπεις μόνο το στόχο σου και τίποτα περισσότερο. Στο μεταξύ, αυτό το περισσότερο, το πλατύτερο ή βαθύτερο, μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό – αφού το να μπαίνεις σ’ έναν άλλο κόσμο είναι σαν να μπαίνεις σε κάποιο μυστικό που μπορεί να κρύβει μέσα του τόσους λαβύρινθους και στριφογυριστούς δρόμους, τόσα αινίγματα και άγνωστα πράγματα!’
Κινούμενος μ’ αυτό το πνεύμα ζήτησε να εξηγήσει γεγονότα που για τους ευρωπαίους ήταν ακατανόητα, δείγματα της οπισθοδρόμησης της αφρικάνικης ηπείρου και κατ’ επέκταση πατήματα για αποστολή στρατευμάτων, ίσως, στο πνεύμα της σημερινής ‘προσπάθειας εκδημοκρατικοποιήσεως του Ισλαμικού κόσμου.
‘Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη έχει πολλές φορές σοκαριστεί ακούγοντας ότι στο Κονγκό κατακρεουργούν τα σώματα των σκοτωμένων. Δεν πρόκειται για σαδιστική πράξη, όπως επιχειρήθηκε να ερμηνευτεί. Η πράξη της καταστροφής των πτωμάτων έχει μεταφυσικές ρίζες, απορρέει από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνον από το σώμα του, αλλά και από πνεύματα που το γεμίζουν.... Η δύναμη αυτών των πνευμάτων είναι τεράστια... Θα ήταν αφελές να πιστεύαμε ότι όλος αυτός ο σύνθετος κόσμος των πνευμάτων.... μπορεί να εξολοθρευτεί με μία μόνο σφαίρα. Από’ δω πηγάζει η αναγκαιότητα της καταστροφής των σορών... γιατί τα πνεύματα του [του εχθρού ] μπορούν αργότερα να μας εκδικηθούν. Δεν υπάρχει καμία κτηνωδία σ’ αυτό.... είναι απλώς αυτοάμυνα’.
Ξαφνικά η στεγνή είδηση που κάνει τον θεατή να αποστρέψει το βλέμμα αποκτά βαθύτατες μεταφυσικές ρίζες. Ποιος θα’ θελε να πάρει θέση σ’ ένα τέτοιου βεληνεκούς άλυτο φιλοσοφικό θέμα;
Το ότι ήταν παρόν όξυνε το αισθητήριό του ώστε σε πολλές περιπτώσεις βρέθηκε από τους πρώτους ανταποκριτές που έστειλαν ειδήσεις στον Δυτικό κόσμο σχετικά με επαναστάσεις/ πραξικοπήματα, 27 συνολικά (εκτός από την Αφρική ταξίδευσε στην Ν. Αμερική και την Ασία), αλλά ταυτόχρονα καταδικάστηκε σε θάνατο τέσσερις φορές. Υπέφερε από ελονοσία και φυματίωση, ασθένειες που όμως προτιμούσε από την ασθένεια του γραφείου που λειτουργεί εγωκεντρικά αλλοιώνοντας την κοσμοθεωρία και τις αξίες εκείνου που πέφτει θύμα της. Ασθένειες επίσης που έπλητταν και πλήττουν καθημερινά εκείνους που αποτέλεσαν τον σκληρό, ενεργή πυρήνα των ανταποκρίσεών του, κομβικοί παράγοντες μίας αόρατης ιστορίας που δε χωρά στις μετρημένες λέξεις ενός τηλεγραφήματος ή σ’ ένα άρθρο εφημερίδας. Το κλίμα π.χ. ως παράγοντας διαμόρφωσης πεποιθήσεων, συνήθειων, ιστορίας αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα στα κείμενα του Καπισίνσκι σε βαθμό που οι κλιματολογικές συνθήκες, τις οποίες βίωσε, να έρχονται ως από μηχανής συνήγοροι να καταρρίψουν δυτικές κούφιες ρατσιστικές δοξασίες: το ερώτημα π.χ. γιατί στην Αφρική δεν αναπτύχθηκαν οικιστικά μοντέλα αντίστοιχα με τα ευρωπαϊκά, που είναι συνώνυμα του ‘πολιτισμού’, απαντάται εύκολα αν αναλογιστεί κανείς τις κλιματολογικές συνθήκες της Αφρικής, αν αντιληφθεί την αναπόφευκτη νομαδικότητα των κατοίκων της. Το κλίμα είναι ένας από τους δεκάδες παράγοντες διαμόρφωσης της ιστορίας, της είδησης και κανείς δεν μπορεί να τον προσμετρήσει όταν βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, καθισμένος πίσω από κάποιο εργονομικό γραφείο. Πολλές φορές ρώτησαν στην Ευρώπη τον Καπισίνσκι αν στην Αφρική συνάντησε ανθρωποφάγους. Πολλές φορές στην Αφρική τον ρώτησαν αν στην Ευρώπη συνάντησε ανθρωποφάγους. Η κ. Μάρα Ζαχαρέα δήλωσε ‘Οι δημοσιογράφοι είναι μέρος του συστήματος’. Ποιού συστήματος;
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τρία βιβλία του Ρ. Καπισίνσκι από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής
Μια περιγραφή των γεγονότων και των προσωπικών του εμπειριών από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας των αφρικανικών εθνών μέχρι τις αιματηρές διαμάχες που έλαβαν χώρα εκεί.
Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου
Ο θρυλικός ρεπόρτερ μάς ξεναγεί στην Άκρα της Γκάνας, όπου αντάρτες λίγο έλειψε να τον σφάξουν. Πηγαίνει στην Αλγερία του Μπεν Μπέλα, στο Κονγκό του Λουμούμπα όπου παραλίγο να τον εκτελέσουν. Πηγαίνει στη Λατινική Αμερική για να περιγράψει πώς μία ποδοσφαιρική συνάντηση ανάμεσα στην Ονδούρα και το Σαλβαδόρ κατέληξε σε πραγματικό πόλεμο.
Ταξίδια με τον Ηρόδοτο
«Η σπουδαιότερη ανακάλυψή του (Ηρόδοτου) είναι ότι υπάρχουν πολλοί κόσμοι. Και ότι καθένας είναι διαφορετικός. Καθένας είναι σπουδαίος. Και πρέπει να τους γνωρίσεις, γιατί αυτοί οι άλλοι κόσμοι, οι άλλοι πολιτισμοί, είναι καθρέφτες μέσα στους οποίους κοιτάζουμε τον εαυτό μας και αυτό που αντιπροσωπεύουμε». Ρ. Καπισίνσκι
Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007) ανήκε σε μία άλλη, παλιότερη, πιο τίμια σχόλη αληθινής δημοσιογραφίας με σημαντικούς προγόνους τον Ηρόδοτο, τον Χέμινγουει, τον Όργουελ. Έζησε 27 συνολικά επαναστάσεις - πραξικοπήματα σε Αφρική, Ν. Αμερική κι Ασία όχι στα τράνζιτ κλιματιζόμενων αεροδρομίων ή στα σαλόνια ακριβών ξενοδοχείων, στα όποια επί το πλείστον καταλύουν οι ανταποκριτές ξένου τύπου. Το ότι καταδικάστηκε σε θάνατο τέσσερις φορές και υπέφερε από ελονοσία και φυματίωση μόνο ατύχημα δεν ήταν.
Εποχή της σύγχυσης, της απλοποίησης και του φτηνού εντυπωσιασμού. Ένας όρος ο όποιος υποφέρει εγκλωβισμένος μέσα στην τετράγωνη επιφάνεια της τηλεοράσεως είναι αυτός της ‘μαχητικής δημοσιογραφίας’ που στο συλλογικό υποσυνείδητο κατέχει θέση γλάστρας σε κάποιο παράθυρο δελτίου ειδήσεων. Ο μαχόμενος δημοσιογράφος για τους ακροατές είναι εκείνος που φωνάζει, ωρύεται, με θεατρινίστικες μανιέρες ξεπατικωμένες από τον Οιδίποδα του Μινωτή, ζητά να καταλάβει μεγαλύτερο μερίδιο του αναλογούντος τηλεοπτικού χρόνου. Αγωνιά να καταγγείλει την αδικία και τη διαφθορά γι’ αυτό και μερικές φορές, χαλάλι, οι τρόποι του είναι ελαφρώς χοντροκομμένοι...
Παρεξήγηση, σημείο των καιρών, αποτέλεσμα ίσως και των ταχύτατων πλέον τεχνολογικά μέσων πληροφόρησης που δεν χρήζουν την επιτόπια έρευνα/ παρουσία επιβεβλημένη αλλά ικανοποιούνται να παρουσιάζουν άκριτα αναμασήματα μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορειών, με το αζημίωτο φυσικά. Ο δημοσιογράφος σε μεγάλο βαθμό ομοιάζει με μοντέλο καναλιού τηλε-μάρκετινγκ. Παρουσιάζει, με βελούδινες προμελετημένες κινήσεις, αλλά δε διεισδύει, δεν αναλύει, δε ζητά να εξηγήσει αίτια, αφορμές και κίνητρα.... Βρίσκεται πάντα μακριά από τα γεγονότα που παρουσιάζει σαν τον μετεωρολόγο που ακολουθεί.
Ο Ρίσαρντ Καπισίνσκι άνηκε σε μία άλλη, παλιότερη, πιο τίμια σχόλη αληθινής δημοσιογραφίας με σημαντικούς προγόνους τον Ηρόδοτο, τον Χέμινγουει, τον Όργουελ. Ταξίδεψε κατά τη δεκαετία του `60 στην Αφρική, μια δεκαετία έντονων συγκρούσεων, εμφυλίων πολέμων, αναταραχών καθώς μετά τα χρόνια της αποικιοκρατίας η μαύρη ήπειρος έμπαινε, ή έτσι πίστευε, στο δρόμο της χειραφέτησης και της ελευθερίας. Δεν παγιδεύτηκε όμως στη στερεότυπη δυτική προσέγγιση της Αφρικής που είχε κατά το παρελθόν πληγεί από ρομαντικές αντιλήψεις εξωτισμού οι οποίες μέσα στην αφέλεια τους πλησίαζαν το κλασικά δισδιάστατο πρότυπο των ευγενών αγρίων του Ρουσσώ. ‘Ποτέ δε με εντυπωσίασε ο λεγόμενος εξωτισμός, αν και αργότερα έζησα κάμποσα χρόνια σ’ έναν κόσμο που οριζόταν ως εξωτικός. Δεν έχω γράψει ούτε για κυνήγια κροκοδείλων ούτε για κυνηγούς κεφαλών, αν και αναγνωρίζω πως είναι θέματα ενδιαφέροντα. Ανακάλυψα όμως για τον εαυτό μου μια άλλη πραγματικότητα, που έλκυε περισσότερο από ένα ταξίδι σε κάποιο χωρίο μάγων ή στα πάρκα άγριων ζώων. Μια νέα Αφρική γεννιόταν – και αυτό δεν ήταν ούτε αλληγορία ούτε κάποια κοινοτυπία ενός κύριου άρθρου. Οι ώρες τούτης της γέννας ήταν επίπονες και δραματικές, κάποιες άλλες ευχάριστες και χαρούμενες, αλλά και στις δύο περιπτώσεις όλα ήταν εντελώς διαφορετικά (από τη δική μας σκοπιά) από οτιδήποτε γνωρίζαμε. Και ήταν ακριβώς αυτή η διαφορά που μου φάνηκε ως ο νέος, που δεν τον είχε καταγράψει κανείς μέχρι σήμερα, εξωτισμός’.
Ως απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθεί η ζητούμενη αντικειμενικότητα, το μόνο εφόδιο που θα βοηθούσε στην ορθή περιγραφή των μετασχηματισμών στην Αφρική τη δεκαετία του `60 ήταν μία προσέγγιση αχρωμάτιστη, χωρίς εκ των προτέρων διαμορφωμένα συμπεράσματα, απελευθερωμένη κυρίως από τον ανομολόγητο συναισθηματικό ρατσισμό του Ευρωπαίου προς τους ‘καημένους’ Αφρικανούς, και ο Καπισίνσκι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτήν την δουλεία.
Ο ίδιος καταγόταν από το Πινσκ, μια πόλη που το 1932, όταν γεννήθηκε ο Καπισίνσκι άνηκε στην Πολωνία αλλά που με τις διαρκείς μετακινήσεις των συνόρων της χώρας είτε προς δυσμάς, είτε προς ανατολάς σύμφωνα με τις βουλές των δυο υπερδυνάμεων που την περιβάλλουν, Γερμανία και Ρωσία/ Ε.Σ.Σ.Δ., σήμερα βρίσκεται στη Λευκορωσία. Οι μετακινήσεις πληθυσμών ήταν ένα δεδομένο με το οποίο ο νεαρός Καπισίνσκι μεγάλωσε. Διάφορες εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες βρίσκονταν εγκατεστημένες/ εγκλωβισμένες στο Πίνσκ ήδη από τα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πόλέμου κι η ενηλικίωση σ’ ένα τέτοιο πολυφυλετικό σκηνικό οδηγεί αναπόφευκτα στη σχετικότητα που θέτει υπό το πρίσμα της κριτικής κάθε είδους ιδεολογική απολυτότητα ανωτερότητας στηριγμένης στη φυλή ή στο θρήσκευμα. Η χώρα του είχε κατ’ επανάληψη πληγεί από τον επεκτατικό ιμπεριαλισμό των γειτόνων και δεν θα ήταν υπερβολικό να ειπωθεί ότι αναγνώρισε κάποια κοινά στοιχεία στην μοίρα της Πολωνίας και στην αποικιοκρατική ευμετάβλητη, σχετικά, διάρθρωση της Αφρικής.
‘Τα πάντα στην εσωτερική πολιτική της Αφρικής και των επιμέρους κρατών της είναι πολύπλοκα και μπερδεμένα. Η αιτία είναι πως, στη διάσκεψη του Βερολίνου [1883- 1885] , οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες... μοιράζοντας μεταξύ τους την Αφρική, στρίμωξαν περίπου δέκα χιλιάδες βασίλεια, ομοσπονδίες και μη κρατικές αλλά αυτόνομες φυλετικές ενώσεις που υπήρχαν σ’ αυτή την ήπειρο στα μέσα του 19ου αιώνα στα όρια μόλις σαράντα αποικιών. Στο μεταξύ, πολλά απ’ αυτά τα βασίλεια και τις φυλετικές ενώσεις είχαν πίσω τους μια μακρά ιστορία συγκρούσεων και πολέμων μεταξύ τους. Και ιδού που, χωρίς να ρωτηθούν, βρέθηκαν ξαφνικά στα όρια μίας, της ίδιας, αποικίας, υποκείμενα στην ίδια (ξένη μάλιστα) εξουσία, στο ίδιο δίκαιο. Τώρα, στην εποχή της από-αποικιοποίησης, οι παλιές ενδοεθνικές σχέσεις, τις οποίες η ξένη εξουσία είχε μόνο παγώσει ή απλώς αγνοούσε, ζωντάνεψαν ξαφνικά κι έγιναν πάλι επίκαιρες... Η συγκυρία υπό την οποία θα γινόταν το άλμα προς το βασίλειο της ελευθερίας έβαλε πολλούς αφρικανούς μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή. Γιατί μέσα τους συγκρούονταν δύο μνήμες, δύο συνειδήσεις που βρίσκονταν σε μια επίμονη μεταξύ τους διαμάχη... Από τη μια πλευρά ήταν η βαθιά κωδικοποιημένη μνήμη για την ιστορία του γένους και του λαού, η γνώση για τους συμμάχους... και για τους εχθρούς που έπρεπε να μισούν, αλλά από την άλλη το θέμα ήταν να μπεις στην οικογένεια των ανεξάρτητων, σύγχρονων κοινωνιών, προϋπόθεση του οποίου ήταν ακριβώς η απαλλαγή από κάθε εθνικό εγωισμό και φανατισμό’.
Με απλές προτάσεις, όχι απλοϊκές, τέτοιου είδους ο Καπισίνσκι προχωρά στην διάγνωση των αιτιών καταστάσεων που για τον μέσο ευρωπαίο θεατή φαντάζουν πολύπλοκες, προβλήματα δυσεπίλυτα, ακατανόητα και τόσο διογκωμένα από τον συνεχή καταιγισμό πληροφοριών. Η πρόσφατη τραγική περιπέτεια της Ρουάντα, ο αδυσώπητος πόλεμος ανάμεσα στις φυλές Χούτου και Τούτσι, με τον τρόπο που καλύφθηκε κατά κύριο λόγο από τα δυτικά Μ.Μ.Ε. δημιούργησε στο κοινό την εντύπωση παθογενούς τριτοκοσμικού φαινομένου. Λίγοι ήταν οι δημοσιογράφοι που αναζήτησαν τα αίτια κι ακόμη πιο λίγοι εκείνοι που με αμεσότητα μερικών προτάσεων κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν το φαινόμενο Αφρική όπως είχε κάνει ο Καπισίνσκι. Το γιατί είναι προφανές. Ο Καπισίνσκι δεν περιόδευσε στις χώρες αυτές, δεν έζησε στα τράνζιτ κλιματιζόμενων αεροδρομίων ή στα σαλόνια ακριβών ξενοδοχείων, στα όποια επί το πλείστον καταλύουν οι ανταποκριτές ξένου τύπου. Λόγω ιδιοσυγκρασίας αλλά και συνθηκών, ήταν ανταποκριτής για το Πολωνικό Πρακτορείο Ειδήσεων γεγονός που συνεπάγεται μειωμένη χρηματοδότηση, δεν επισκέφτηκε απλώς την Αφρική. Έζησε στην Αφρική, στις ίδιες γειτονίες που συνορεύουν με τις εφήμερες παραγκουπόλεις, μόνος λευκός ανάμεσα στους δύσπιστους εσωτερικούς μετανάστες. ‘Σε μια τέτοια πόλη [Νταρ ες- Σαλαάμ] έζησα μερικά χρόνια ως ανταποκριτής του Π.Π.Ε.. Περπατώντας στους δρόμους της αντιλήφθηκα πολύ γρήγορα ότι βρισκόμουν στα δίχτυα του απαρτχάιντ. Πρώτα απ’ όλα ξαναζωντάνεψε μέσα μου το πρόβλημα του χρώματος. Είμαι λευκός. Στην Πολωνία, στην Ευρώπη, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό... Εδώ στην Αφρική αυτό αναδεικνυόταν στον πιο σημαντικό παράγοντα που καθόριζε την ταυτότητά μου, και για μερικούς μάλιστα απλούς ανθρώπους στον μόνο. Λευκός’. Το σημαντικό είναι το ρήμα ‘έζησα’. Δεν επισκέφτηκε, έζησε την ίδια καθημερινότητα, τα προβλήματα, αναζήτησε τρόπους ιχνηλάτησης της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης όντας παρόν και όχι σε κάποια βιβλιοθήκη κρυμμένος. Η μέθοδος του θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει περισσότερο σε κάποιον ανθρωπολόγο παρά σε δημοσιογράφο, αλλά η είδηση αυτή καθ’ εαυτή δεν είναι πάρα η εξωτερίκευση μίας αόρατης, για τον επισκέπτη, εσωτερικής, διαρκούς διεργασίας που υπακούει σε κανόνες αδύνατον να κατανοηθούν με μία πρόχειρη, προφυλαγμένη μέσα σε αλεξίσφαιρα ξενοδοχεία ή οχήματα, ματιά.
‘Στην Κουμάσι πήγα χωρίς κανένα σκοπό. Γενικά το να έχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό θεωρείται καλό πράγμα, γιατί τότε κάτι θέλεις, έχεις ένα στόχο. Από την άλλη πλευρά όμως μια τέτοια κατάσταση σου βάζει παρωπίδες: Βλέπεις μόνο το στόχο σου και τίποτα περισσότερο. Στο μεταξύ, αυτό το περισσότερο, το πλατύτερο ή βαθύτερο, μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρον και πιο σημαντικό – αφού το να μπαίνεις σ’ έναν άλλο κόσμο είναι σαν να μπαίνεις σε κάποιο μυστικό που μπορεί να κρύβει μέσα του τόσους λαβύρινθους και στριφογυριστούς δρόμους, τόσα αινίγματα και άγνωστα πράγματα!’
Κινούμενος μ’ αυτό το πνεύμα ζήτησε να εξηγήσει γεγονότα που για τους ευρωπαίους ήταν ακατανόητα, δείγματα της οπισθοδρόμησης της αφρικάνικης ηπείρου και κατ’ επέκταση πατήματα για αποστολή στρατευμάτων, ίσως, στο πνεύμα της σημερινής ‘προσπάθειας εκδημοκρατικοποιήσεως του Ισλαμικού κόσμου.
‘Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη έχει πολλές φορές σοκαριστεί ακούγοντας ότι στο Κονγκό κατακρεουργούν τα σώματα των σκοτωμένων. Δεν πρόκειται για σαδιστική πράξη, όπως επιχειρήθηκε να ερμηνευτεί. Η πράξη της καταστροφής των πτωμάτων έχει μεταφυσικές ρίζες, απορρέει από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνον από το σώμα του, αλλά και από πνεύματα που το γεμίζουν.... Η δύναμη αυτών των πνευμάτων είναι τεράστια... Θα ήταν αφελές να πιστεύαμε ότι όλος αυτός ο σύνθετος κόσμος των πνευμάτων.... μπορεί να εξολοθρευτεί με μία μόνο σφαίρα. Από’ δω πηγάζει η αναγκαιότητα της καταστροφής των σορών... γιατί τα πνεύματα του [του εχθρού ] μπορούν αργότερα να μας εκδικηθούν. Δεν υπάρχει καμία κτηνωδία σ’ αυτό.... είναι απλώς αυτοάμυνα’.
Ξαφνικά η στεγνή είδηση που κάνει τον θεατή να αποστρέψει το βλέμμα αποκτά βαθύτατες μεταφυσικές ρίζες. Ποιος θα’ θελε να πάρει θέση σ’ ένα τέτοιου βεληνεκούς άλυτο φιλοσοφικό θέμα;
Το ότι ήταν παρόν όξυνε το αισθητήριό του ώστε σε πολλές περιπτώσεις βρέθηκε από τους πρώτους ανταποκριτές που έστειλαν ειδήσεις στον Δυτικό κόσμο σχετικά με επαναστάσεις/ πραξικοπήματα, 27 συνολικά (εκτός από την Αφρική ταξίδευσε στην Ν. Αμερική και την Ασία), αλλά ταυτόχρονα καταδικάστηκε σε θάνατο τέσσερις φορές. Υπέφερε από ελονοσία και φυματίωση, ασθένειες που όμως προτιμούσε από την ασθένεια του γραφείου που λειτουργεί εγωκεντρικά αλλοιώνοντας την κοσμοθεωρία και τις αξίες εκείνου που πέφτει θύμα της. Ασθένειες επίσης που έπλητταν και πλήττουν καθημερινά εκείνους που αποτέλεσαν τον σκληρό, ενεργή πυρήνα των ανταποκρίσεών του, κομβικοί παράγοντες μίας αόρατης ιστορίας που δε χωρά στις μετρημένες λέξεις ενός τηλεγραφήματος ή σ’ ένα άρθρο εφημερίδας. Το κλίμα π.χ. ως παράγοντας διαμόρφωσης πεποιθήσεων, συνήθειων, ιστορίας αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα στα κείμενα του Καπισίνσκι σε βαθμό που οι κλιματολογικές συνθήκες, τις οποίες βίωσε, να έρχονται ως από μηχανής συνήγοροι να καταρρίψουν δυτικές κούφιες ρατσιστικές δοξασίες: το ερώτημα π.χ. γιατί στην Αφρική δεν αναπτύχθηκαν οικιστικά μοντέλα αντίστοιχα με τα ευρωπαϊκά, που είναι συνώνυμα του ‘πολιτισμού’, απαντάται εύκολα αν αναλογιστεί κανείς τις κλιματολογικές συνθήκες της Αφρικής, αν αντιληφθεί την αναπόφευκτη νομαδικότητα των κατοίκων της. Το κλίμα είναι ένας από τους δεκάδες παράγοντες διαμόρφωσης της ιστορίας, της είδησης και κανείς δεν μπορεί να τον προσμετρήσει όταν βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, καθισμένος πίσω από κάποιο εργονομικό γραφείο. Πολλές φορές ρώτησαν στην Ευρώπη τον Καπισίνσκι αν στην Αφρική συνάντησε ανθρωποφάγους. Πολλές φορές στην Αφρική τον ρώτησαν αν στην Ευρώπη συνάντησε ανθρωποφάγους. Η κ. Μάρα Ζαχαρέα δήλωσε ‘Οι δημοσιογράφοι είναι μέρος του συστήματος’. Ποιού συστήματος;
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τρία βιβλία του Ρ. Καπισίνσκι από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής
Μια περιγραφή των γεγονότων και των προσωπικών του εμπειριών από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας των αφρικανικών εθνών μέχρι τις αιματηρές διαμάχες που έλαβαν χώρα εκεί.
Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου
Ο θρυλικός ρεπόρτερ μάς ξεναγεί στην Άκρα της Γκάνας, όπου αντάρτες λίγο έλειψε να τον σφάξουν. Πηγαίνει στην Αλγερία του Μπεν Μπέλα, στο Κονγκό του Λουμούμπα όπου παραλίγο να τον εκτελέσουν. Πηγαίνει στη Λατινική Αμερική για να περιγράψει πώς μία ποδοσφαιρική συνάντηση ανάμεσα στην Ονδούρα και το Σαλβαδόρ κατέληξε σε πραγματικό πόλεμο.
Ταξίδια με τον Ηρόδοτο
«Η σπουδαιότερη ανακάλυψή του (Ηρόδοτου) είναι ότι υπάρχουν πολλοί κόσμοι. Και ότι καθένας είναι διαφορετικός. Καθένας είναι σπουδαίος. Και πρέπει να τους γνωρίσεις, γιατί αυτοί οι άλλοι κόσμοι, οι άλλοι πολιτισμοί, είναι καθρέφτες μέσα στους οποίους κοιτάζουμε τον εαυτό μας και αυτό που αντιπροσωπεύουμε». Ρ. Καπισίνσκι






