

Νίκο, τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα!
Ένα μικρό αφιέρωμα σε ένα μεγάλο σκηνοθέτη
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον Νικολαΐδη.Η Βίκυ Χάρις, μία από τις αγαπημένες του πρωταγωνίστριες, μου είπε πριν από μερικές ημέρες: «Ίσως είναι και καλύτερα έτσι! Είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσεις καμιά φορά γι’ αυτά τα πράγματα. Ο Νικολαΐδης πέρα από ένας μεγάλος δημιουργός και μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού σινεμά, ήταν πρώτα από όλα ένας αγαπημένος, πολύ αγαπημένος φίλος».
Ο Νικολαΐδης ξεκίνησε το 1975 σκηνοθετώντας τη σκοτεινή ταινία επιστημονικής φαντασίας «Ευρυδίκη 2037» κι έλαμψε στα τέλη των `70s, με το οριακό «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», φέρνοντας μπροστά σ’ ένα κοινό το οποίο ελάχιστα ήταν προετοιμασμένο γι’ αυτό, την κατάσταση του περιθωρίου και μάλιστα μ’ έναν τρόπο που κανένας δεν το είχε κάνει πριν. H συνέχεια ήταν τουλάχιστον θυελλώδης, καθώς το «σκάνδαλο» των κουρελιών ακολούθησε η καλύτερη ταινία του Νικολαΐδη, η περίφημη «Γλυκειά συμμορία». Παίζοντας τόσο με την επιστημονική φαντασία, όσο και με το film noir, η ιστορία αυτής της παρέας που μοιάζει να βγήκε από το πουθενά και να κοντράρει τον εαυτό της με το σύστημα σε όλα τα επίπεδα, ήταν μία μεγάλη επιτυχία κι ένα μνημειώδες φιλμ πάνω στη φιλία, τον έρωτα και το θάνατο έτσι όπως μόνον το σινεμά μπορεί να αποδώσει. Ακολούθησε η «Πρωινή περίπολος», συντονισμένη με την παρακμιακή «υπόγεια» αίσθηση των `80s και την, πάλι επηρεασμένη από την επιστημονική φαντασία, ατμόσφαιρά της. Λίγα χρόνια αργότερα θα έρθει η εκπληκτική στην ποιότητα της παραισθησιακής σύλληψης της, στα όρια της φαντασίας, του ερωτικού φιλμ κι ενός πραγματικά σκοτεινού φίλμ μυστηρίου, η ταινία “Singapore Sling”, μία ταινία που ενώ στην Ελλάδα είχε ελάχιστη επιτυχία, στο εξωτερικό συμπεριλήφθηκε με διθυράμβους στις λίστες πολλών γνωστών φεστιβάλ, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία όσες φορές και να προβλήθηκε συνάντησε τη θριαμβευτική αποδοχή του κοινού.
Τα προβλήματα πάντως που συνάντησε εδώ κι οι γενικότερες οικονομικές δυσκολίες, σε αυτό το σημείο καμπής, οδήγησαν τον Νικολαΐδη σε μία απομόνωση από το χώρο του σινεμά για σχεδόν μία δεκαετία! (Παρά την τηλεταινία «το κορίτσι με τις βαλίτσες» του΄93). Η επόμενη ταινία του, «Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου» σηματοδοτεί και την αρχή μιας δημιουργικής στασιμότητας του σκηνοθέτη, τουλάχιστον κατά την ταπεινή μου γνώμη. Παρ’ όλ’ αυτά κι ενώ οι επόμενες δύο ταινίες του θα έχουν ανάλογα προβλήματα, ο Νικολαΐδης θα παραμείνει ένας πολύ μεγάλος δημιουργός και μάλιστα πάντοτε χαμηλών προϋπολογισμών. Στο «Θα σε δώ στην κόλαση...», ο Μανάρα καθώς και άλλοι μεγάλοι κομίστες παρελαύνουν με την αισθητική τους σ’ ένα ντελίριο εικόνων και παράλληλων νοητικών πραγματικοτήτων που σε στιγμές, παρά τα επιμέρους δομικά προβλήματα, αγγίζει τα όρια ενός κομψοτεχνήματος. Στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» με πρωταγωνιστή το Γ. Αγγελάκα, επιστρέφουμε στη θεματολογία της «Γλυκειάς συμμορίας» χωρίς αυτήν τη φορά τα πράγματα να αφορούν την δράση μιάς παρέας αλλά περισσότερο τη δράση ενός και μόνον, τσακισμένου από τον χρόνο και τον ακραίο τρόπο ζωής ήρωα. Χωρίς να φτάνει, παρότι θα το ήθελε, στο ύψος της ελεγείας που είχε δημιουργήσει στο παρελθόν, η ταινία στεκόμενη σε μια μυθική ιδεολογική εικόνα των Εξαρχείων, καταφέρνει να έχει ρυθμό και να συνιστά μιά αξιοπρεπή προσπάθεια δημιουργικής ανασύνθεσης. Στο κύκνειο άσμα του “The zero years”ο σκηνοθέτης επιστρέφει σε μια μίξη της «Πρωινής περιπόλου» και της «Γλυκειάς Συμμορίας». Μια παρέα από γυναίκες που ζουν μέσα σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς του μέλλοντος, όντας στειρωμένες βιώνουν παρόλα αυτά και μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, τη φιλία και την αγάπη. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ατάκα μιάς από τις ηρωίδες, ότι, παρότι βγήκε έξω από το σπίτι που ζούσαν, δε βρήκε κανέναν και είπε να ξαναγυρίσει, συνοψίζει όλη τη φιλοσοφία του Νικολαΐδη. Στο τέλος δεν μένει παρά μόνον ένα ωραίο δείπνο, λίγοι καλοί φίλοι και η βαθιά ενεργώσα διάσταση της αγάπης!
Ο Παναγιώτης Θανασούλης, φίλος για χρόνια και συνεργάτης του Νίκου Νικολαΐδη, μας μίλησε για τον cult δημιουργό.
Πώς γνωριστήκατε με τον Νικολαΐδη;
Έφηβος ακόμα στην Πάτρα, είδα την ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα». Για μένα ήταν μια πάρα πολύ δυνατή στιγμή! Ίσως η δυνατότερη που είχα νιώσει για ταινία έως τότε, αλλά ακόμα και τώρα το αίσθημα παραμένει πολύ νωπό! Δεν πίστευα πως ένας Έλληνας δημιουργός και μάλιστα στα δύσκολα, από πολλές απόψεις, χρόνια της μεταπολίτευσης θα είχε την τόλμη και την ευαισθησία να μιλήσει με τόσο άμεσο τρόπο για μια τόσο ακραία κατάσταση ανθρώπων. Σκέψου πώς έως τότε το μόνο που μας απασχολούσε στο Ελληνικό σινεμά τέχνης ήταν τα εμφυλιοπολεμικά τραύματα και διάφορες «πολιτικές αντιλήψεις».
Είχες συνεργαστεί με τον Νικολαΐδη στη «Γλυκεία συμμορία» αλλά και στο «Singapore sling». Πώς θα περιέγραφες αυτήν τη συνεργασία;
Ο Νίκος ήταν ένας βαθύς γνώστης του σινεμά. Ήξερε πραγματικά να στήνει ένα πλάνο, να δουλεύει με τον ηθοποιό, να ορίζει τις εικόνες του κινηματογραφικού του σύμπαντος. Στη «Γλυκεία συμμορία» ο ήρωας μου είναι μία μορφή από εκείνους που παρακολουθούν την παρέα και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας κάνω το πτώμα-θύμα της άμυνας της παρέας απέναντι στο σύστημα. Όσον αφορά το «Singapore sling», πέρα από το ότι ήταν μία από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής μου, ήταν και μία αριστοτεχνικά δομημένη ταινία. Δεν έχεις παρά να παρατηρήσεις πώς περιγράφεται ο ήρωας, ο οποίος σε ολόκληρη την ταινία σκάβει τον λάκκο όπου θα τον θάψουν!
Ποιές ήταν οι κύριες επιδράσεις στο έργο του Νικολαϊδη;
Είχε πάρα πολύ μεγάλες επιδράσεις από τη λογοτεχνία. Δεν μπορείς να φανταστείς το μέγεθος της βιβλιοθήκης του! Του άρεσε, ανάμεσα στα άλλα, το μαύρο μυθιστόρημα κι ειδικά οι δουλειές του Ραίημοντ Τσάντλερ και του Χάμμετ. Έτσι επηρεάστηκε από τάσεις όπως αυτή του film noir αλλά και τις ταινίες φαντασίας.
Όπως ο Ουέλλες κι ο Γκοντάρ.
Κάπως έτσι! Είχε ένα μοναδικό τρόπο δε, να παράγει μια υπόγεια, ήρεμη ατμόσφαιρα – χαλί για τους ήρωές του. Οι ήρωες του εκπέμπουν μια ιδιότυπη γαλήνη μέσα στις τεράστιες εντάσεις που αντιμετωπίζουν. Γαλήνη σχεδόν απόκοσμη!
Πώς ήταν με τους υπόλοιπους συνεργάτες του;
Ο Νίκος ήξερε τι και πώς το ήθελε μέσα στην ταινία. Είχε «όλη την εικόνα» μόλις ξεκίναγε το πρώτο πλάνο. Ήταν πρώτα απ’ όλα ένας δημιουργός με όραμα! Βέβαια η σύζυγος του Μαρία Λουίζ παρά το ό,τι δε «φαινόταν» ιδιαίτερα, ήταν αυτή η οποία κανόνιζε τα πάντα, από μικρολεπτομέρειες έως σκηνικά και κουστούμια. Ήταν η μούσα του απ’ όλες τις απόψεις.
Πώς ήταν σαν άνθρωπος ο Νικολαίδης; Από τις ταινίες του μπορείς να φανταστείς πολλά...
Ήταν ένας μεγάλος σινεφίλ και λάτρης του κόμικ. Δεν ήταν άνθρωπος των καταχρήσεων, εκτός ίσως από το ότι κάπνιζε αρκετά. Αντίθετα, ήταν πάρα πολύ συγκροτημένος κι είχε επιλέξει, από νωρίς, να κρατά τις αποστάσεις του από την υπόλοιπη κοινωνία. Εραστής του σινεμά, χρησιμοποιούσε πολλές φορές ατάκες μεγάλων δημιουργών του παρελθόντος στις ταινίες του και πολλές φορές το όραμα των ταινιών του υπήρχε θραυσματικά στη ζωή του. Παρότι πολεμήθηκε αρκετά κι από πολλές πλευρές, πάντα είχε τη συγκέντρωση ώστε να μπορεί να βρίσκει τα απαραίτητα χρήματα (ποτέ πολλά). Για να γυρίζει τις δουλειές του. Θα ήθελα πάντως να είχε προλάβει κάποια στιγμή να κάνει μία ταινία με ένα πραγματικά καλό budget.
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον Νικολαΐδη.Η Βίκυ Χάρις, μία από τις αγαπημένες του πρωταγωνίστριες, μου είπε πριν από μερικές ημέρες: «Ίσως είναι και καλύτερα έτσι! Είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσεις καμιά φορά γι’ αυτά τα πράγματα. Ο Νικολαΐδης πέρα από ένας μεγάλος δημιουργός και μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού σινεμά, ήταν πρώτα από όλα ένας αγαπημένος, πολύ αγαπημένος φίλος».
Ο Νικολαΐδης ξεκίνησε το 1975 σκηνοθετώντας τη σκοτεινή ταινία επιστημονικής φαντασίας «Ευρυδίκη 2037» κι έλαμψε στα τέλη των `70s, με το οριακό «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», φέρνοντας μπροστά σ’ ένα κοινό το οποίο ελάχιστα ήταν προετοιμασμένο γι’ αυτό, την κατάσταση του περιθωρίου και μάλιστα μ’ έναν τρόπο που κανένας δεν το είχε κάνει πριν. H συνέχεια ήταν τουλάχιστον θυελλώδης, καθώς το «σκάνδαλο» των κουρελιών ακολούθησε η καλύτερη ταινία του Νικολαΐδη, η περίφημη «Γλυκειά συμμορία». Παίζοντας τόσο με την επιστημονική φαντασία, όσο και με το film noir, η ιστορία αυτής της παρέας που μοιάζει να βγήκε από το πουθενά και να κοντράρει τον εαυτό της με το σύστημα σε όλα τα επίπεδα, ήταν μία μεγάλη επιτυχία κι ένα μνημειώδες φιλμ πάνω στη φιλία, τον έρωτα και το θάνατο έτσι όπως μόνον το σινεμά μπορεί να αποδώσει. Ακολούθησε η «Πρωινή περίπολος», συντονισμένη με την παρακμιακή «υπόγεια» αίσθηση των `80s και την, πάλι επηρεασμένη από την επιστημονική φαντασία, ατμόσφαιρά της. Λίγα χρόνια αργότερα θα έρθει η εκπληκτική στην ποιότητα της παραισθησιακής σύλληψης της, στα όρια της φαντασίας, του ερωτικού φιλμ κι ενός πραγματικά σκοτεινού φίλμ μυστηρίου, η ταινία “Singapore Sling”, μία ταινία που ενώ στην Ελλάδα είχε ελάχιστη επιτυχία, στο εξωτερικό συμπεριλήφθηκε με διθυράμβους στις λίστες πολλών γνωστών φεστιβάλ, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία όσες φορές και να προβλήθηκε συνάντησε τη θριαμβευτική αποδοχή του κοινού.
Τα προβλήματα πάντως που συνάντησε εδώ κι οι γενικότερες οικονομικές δυσκολίες, σε αυτό το σημείο καμπής, οδήγησαν τον Νικολαΐδη σε μία απομόνωση από το χώρο του σινεμά για σχεδόν μία δεκαετία! (Παρά την τηλεταινία «το κορίτσι με τις βαλίτσες» του΄93). Η επόμενη ταινία του, «Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου» σηματοδοτεί και την αρχή μιας δημιουργικής στασιμότητας του σκηνοθέτη, τουλάχιστον κατά την ταπεινή μου γνώμη. Παρ’ όλ’ αυτά κι ενώ οι επόμενες δύο ταινίες του θα έχουν ανάλογα προβλήματα, ο Νικολαΐδης θα παραμείνει ένας πολύ μεγάλος δημιουργός και μάλιστα πάντοτε χαμηλών προϋπολογισμών. Στο «Θα σε δώ στην κόλαση...», ο Μανάρα καθώς και άλλοι μεγάλοι κομίστες παρελαύνουν με την αισθητική τους σ’ ένα ντελίριο εικόνων και παράλληλων νοητικών πραγματικοτήτων που σε στιγμές, παρά τα επιμέρους δομικά προβλήματα, αγγίζει τα όρια ενός κομψοτεχνήματος. Στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» με πρωταγωνιστή το Γ. Αγγελάκα, επιστρέφουμε στη θεματολογία της «Γλυκειάς συμμορίας» χωρίς αυτήν τη φορά τα πράγματα να αφορούν την δράση μιάς παρέας αλλά περισσότερο τη δράση ενός και μόνον, τσακισμένου από τον χρόνο και τον ακραίο τρόπο ζωής ήρωα. Χωρίς να φτάνει, παρότι θα το ήθελε, στο ύψος της ελεγείας που είχε δημιουργήσει στο παρελθόν, η ταινία στεκόμενη σε μια μυθική ιδεολογική εικόνα των Εξαρχείων, καταφέρνει να έχει ρυθμό και να συνιστά μιά αξιοπρεπή προσπάθεια δημιουργικής ανασύνθεσης. Στο κύκνειο άσμα του “The zero years”ο σκηνοθέτης επιστρέφει σε μια μίξη της «Πρωινής περιπόλου» και της «Γλυκειάς Συμμορίας». Μια παρέα από γυναίκες που ζουν μέσα σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς του μέλλοντος, όντας στειρωμένες βιώνουν παρόλα αυτά και μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, τη φιλία και την αγάπη. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ατάκα μιάς από τις ηρωίδες, ότι, παρότι βγήκε έξω από το σπίτι που ζούσαν, δε βρήκε κανέναν και είπε να ξαναγυρίσει, συνοψίζει όλη τη φιλοσοφία του Νικολαΐδη. Στο τέλος δεν μένει παρά μόνον ένα ωραίο δείπνο, λίγοι καλοί φίλοι και η βαθιά ενεργώσα διάσταση της αγάπης!
Ο Παναγιώτης Θανασούλης, φίλος για χρόνια και συνεργάτης του Νίκου Νικολαΐδη, μας μίλησε για τον cult δημιουργό.
Πώς γνωριστήκατε με τον Νικολαΐδη;
Έφηβος ακόμα στην Πάτρα, είδα την ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα». Για μένα ήταν μια πάρα πολύ δυνατή στιγμή! Ίσως η δυνατότερη που είχα νιώσει για ταινία έως τότε, αλλά ακόμα και τώρα το αίσθημα παραμένει πολύ νωπό! Δεν πίστευα πως ένας Έλληνας δημιουργός και μάλιστα στα δύσκολα, από πολλές απόψεις, χρόνια της μεταπολίτευσης θα είχε την τόλμη και την ευαισθησία να μιλήσει με τόσο άμεσο τρόπο για μια τόσο ακραία κατάσταση ανθρώπων. Σκέψου πώς έως τότε το μόνο που μας απασχολούσε στο Ελληνικό σινεμά τέχνης ήταν τα εμφυλιοπολεμικά τραύματα και διάφορες «πολιτικές αντιλήψεις».
Είχες συνεργαστεί με τον Νικολαΐδη στη «Γλυκεία συμμορία» αλλά και στο «Singapore sling». Πώς θα περιέγραφες αυτήν τη συνεργασία;
Ο Νίκος ήταν ένας βαθύς γνώστης του σινεμά. Ήξερε πραγματικά να στήνει ένα πλάνο, να δουλεύει με τον ηθοποιό, να ορίζει τις εικόνες του κινηματογραφικού του σύμπαντος. Στη «Γλυκεία συμμορία» ο ήρωας μου είναι μία μορφή από εκείνους που παρακολουθούν την παρέα και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας κάνω το πτώμα-θύμα της άμυνας της παρέας απέναντι στο σύστημα. Όσον αφορά το «Singapore sling», πέρα από το ότι ήταν μία από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής μου, ήταν και μία αριστοτεχνικά δομημένη ταινία. Δεν έχεις παρά να παρατηρήσεις πώς περιγράφεται ο ήρωας, ο οποίος σε ολόκληρη την ταινία σκάβει τον λάκκο όπου θα τον θάψουν!
Ποιές ήταν οι κύριες επιδράσεις στο έργο του Νικολαϊδη;
Είχε πάρα πολύ μεγάλες επιδράσεις από τη λογοτεχνία. Δεν μπορείς να φανταστείς το μέγεθος της βιβλιοθήκης του! Του άρεσε, ανάμεσα στα άλλα, το μαύρο μυθιστόρημα κι ειδικά οι δουλειές του Ραίημοντ Τσάντλερ και του Χάμμετ. Έτσι επηρεάστηκε από τάσεις όπως αυτή του film noir αλλά και τις ταινίες φαντασίας.
Όπως ο Ουέλλες κι ο Γκοντάρ.
Κάπως έτσι! Είχε ένα μοναδικό τρόπο δε, να παράγει μια υπόγεια, ήρεμη ατμόσφαιρα – χαλί για τους ήρωές του. Οι ήρωες του εκπέμπουν μια ιδιότυπη γαλήνη μέσα στις τεράστιες εντάσεις που αντιμετωπίζουν. Γαλήνη σχεδόν απόκοσμη!
Πώς ήταν με τους υπόλοιπους συνεργάτες του;
Ο Νίκος ήξερε τι και πώς το ήθελε μέσα στην ταινία. Είχε «όλη την εικόνα» μόλις ξεκίναγε το πρώτο πλάνο. Ήταν πρώτα απ’ όλα ένας δημιουργός με όραμα! Βέβαια η σύζυγος του Μαρία Λουίζ παρά το ό,τι δε «φαινόταν» ιδιαίτερα, ήταν αυτή η οποία κανόνιζε τα πάντα, από μικρολεπτομέρειες έως σκηνικά και κουστούμια. Ήταν η μούσα του απ’ όλες τις απόψεις.
Πώς ήταν σαν άνθρωπος ο Νικολαίδης; Από τις ταινίες του μπορείς να φανταστείς πολλά...
Ήταν ένας μεγάλος σινεφίλ και λάτρης του κόμικ. Δεν ήταν άνθρωπος των καταχρήσεων, εκτός ίσως από το ότι κάπνιζε αρκετά. Αντίθετα, ήταν πάρα πολύ συγκροτημένος κι είχε επιλέξει, από νωρίς, να κρατά τις αποστάσεις του από την υπόλοιπη κοινωνία. Εραστής του σινεμά, χρησιμοποιούσε πολλές φορές ατάκες μεγάλων δημιουργών του παρελθόντος στις ταινίες του και πολλές φορές το όραμα των ταινιών του υπήρχε θραυσματικά στη ζωή του. Παρότι πολεμήθηκε αρκετά κι από πολλές πλευρές, πάντα είχε τη συγκέντρωση ώστε να μπορεί να βρίσκει τα απαραίτητα χρήματα (ποτέ πολλά). Για να γυρίζει τις δουλειές του. Θα ήθελα πάντως να είχε προλάβει κάποια στιγμή να κάνει μία ταινία με ένα πραγματικά καλό budget.






