

Τα Παντα Είναι Στυλ*
*Τσαρλς Μπουκόφσι
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΥΛ*
Τα χρόνια της μαρμότας στη χώρα της απελπισίας.
Επιστροφή στην πόλη λοιπόν. Έχει μια γλύκα η φράση ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται σε μένα. Ίσως φταίει η λέξη επιστροφή που μου προκαλεί ταυτόχρονα μια μελαγχολία, μια προσμονή, μια έννοια νέας αρχής. Ανάμεικτα συναισθήματα που μας συνοδεύουν αυτές τις παράξενες πρώτες μέρες της προσαρμογής και της έναρξης της νέας σεζόν και δημιουργούν έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό κόσμο. Επιπροσθέτως έρχονται να βοηθήσουν στη συντήρηση του κι όλ’ αυτά που ξεχνάμε, κυριολεκτικά αφήνουμε πίσω μας στις διακοπές, εμείς οι Έλληνες και μοιάζουν να χάνονται στο βάθος του ορίζοντα των παραλιών που επισκεφτήκαμε ή κοιμηθήκαμε. Αυτά που νομίζουμε επειδή δεν τα βλέπουμε, έστω και μόνο για 10-15 μέρες, ότι δεν υπάρχουν ή ακόμη χειρότερα ότι έχουν κατά ένα μαγικό τρόπο διορθωθεί. Έπειτα είναι κι αυτές οι πρώτες μέρες που σου συντηρούν ωραία τον διακοπομύθο, ειδικά αν βρεθείς να ξεκινάς τη σεζόν προς τα τέλη του Αυγούστου. Άδεια πόλη, εύκολο παρκάρισμα, μηδενικές ουρές παντού, ησυχία τα μεσημέρια, καλύτερη διάθεση από όλους, λιγότερη πληροφόρηση. Με το πέρας αυτών των ημερών όμως αρχίζει σιγά, σιγά το είναι σου να νιώθει ότι όπου να ‘ναι, όπως χρόνια συμβαίνει τέτοιες μέρες, πλησιάζει άλλου είδους τράβηγμα. Σα βιολογικό ρολόι. Ένα αυτοκαταστροφικό ραντεβού. Κάτι σαν την ταινία «Η μέρα της μαρμότας» με τον Bill Marey. Δεν είναι η μιζέρια μου. Μακάρι να ήμουν.
Επιστροφή στην κόλαση θα πω εγώ καλύτερα. Επιστροφή απλά στην κόλαση της πραγματικότητας. Κίνηση και φασαρία, νεύρα κι αδιαφορία. Χαστούκι γερό. Μετά έρχονται κι οι πάντα πιπέρατες «λεπτομέρειες» για να σου ξεκαθαρίσουν μια και καλή ότι είναι ανόητο να περιμένεις κάποια βελτίωση. Το να ελπίζεις δηλαδή ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα υπό τις υπάρχουσες συνθήκες. Η ιερά μονή κάνει τα δικά της, Ο υπουργός τολμά το επιχειρείν, τα σχολεία κι η παιδεία δεν... όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, οι αυξήσεις επιτίθενται σφοδρά, το φορολογικό σύστημα ύποπτο και τα δελτία ειδήσεων να βαράνε στο ρυθμό «κοντσέρτο για πολυβόλα». Και να θες να αγιάσεις όπως λέει απλά ο σοφός λαός μας απλά δε σε αφήνουν. Same Greekcountry, same Greektime, same Greekactors.
Τους βαρέθηκα. Αυτοί είναι οι μίζεροι. Η τηλεόραση, το κοινοβούλιο μας, η δικαιοσύνη, η εκκλησία, το κράτος συνολικά, οι μεγάλοι και τρανοί επιχειρηματίες, οι συνδικαλιστές κ.α. Αυτοί είναι που παράγουν, προωθούν κι απολαμβάνουν μιζέρια. Αυτοί δε μπορούν να ξεφύγουν και μαζί τους θέλουν να τραβήξουν, ήδη χρόνια το κάνουν, κι εμάς. Στο βούρκο της αποτυχίας, της ασυνεννοησίας, της απληστίας, της νωθρότητας, της έλλειψης δημιουργίας σοβαρού διαλόγου, της έλλειψης κοινωνικής ευαισθησίας και έργου, της απουσίας γούστου και στυλ, της ασυδοσίας, της μίζας, της ψευτιάς, της ανικανότητας, του βολέματος, της αποτυχίας.
Ας πούμε επιτέλους όχι. Για τη ζωή μας πρόκειται.
«.....Η πόλη ποτέ δεν κοιμάται. Η πόλη σας… Η δική μου πόλη έχει ξύπνημα στις 6.30, ουρά για τρόλεϊ στις 7.15, δουλειά, διάλειμμα το μεσημέρι, δουλειά κι απόγευμα ως τις 9. Και το Σάββατο. Έχει δάνειο για το δυάρι (αντί για νοίκι), δυο πιστωτικές κάρτες, λογαριασμούς που πάλι ακρίβυναν, ουρά στον ΟΕΚ για κοινωνικό τουρισμό γιατί δεν περισσεύουν τα ρημάδια ούτε για μια βδομάδα στα νησιά, ούτε Πάρο, ούτε Μύκονο, σε άλλο χάρτη, συντονισμό στα ραδιόφωνα που μοιράζουν προσκλήσεις για θέατρο και σινεμά και το Σαββατόβραδο μπαλκονάκι, μπιρίτσα, κουβεντούλα κι αγκαλιές. Δεν είναι γκρίνια. Δεν είναι, πίστεψέ με, μιζέρια. Μερικές φορές ζηλεύω που τόσα βλέπετε, τόσα ακούτε, τόσα ανακαλύπτετε....».
Απόσπασμα από επιστολή που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 125 της Lifo 11/9/08
Νίκος Παπαδόπουλος (ετών 38, εργαζόμενος από τα 16, μισθός 800€, πλατεία Αμερικής)
ΥΓ. Ευχαριστώ θερμά και μέσα από την ψυχή μου τους Μπρους, Γέτι, Συνταγματάρχη και captain Blackbeard που μου θύμισαν και πάλι πράγματα που είχα λησμονήσει και πως είναι να είσαι ζωντανός, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό και με βοήθησαν να ζήσω 15 από τις πιο αξέχαστες, απίστευτες, αναγεννητικές μέρες της ζωής μου. 15 μέρες που σίγουρα θα κάνουν τη δική μου κόλαση πιο υποφερτή.
Τα χρόνια της μαρμότας στη χώρα της απελπισίας.
Επιστροφή στην πόλη λοιπόν. Έχει μια γλύκα η φράση ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται σε μένα. Ίσως φταίει η λέξη επιστροφή που μου προκαλεί ταυτόχρονα μια μελαγχολία, μια προσμονή, μια έννοια νέας αρχής. Ανάμεικτα συναισθήματα που μας συνοδεύουν αυτές τις παράξενες πρώτες μέρες της προσαρμογής και της έναρξης της νέας σεζόν και δημιουργούν έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό κόσμο. Επιπροσθέτως έρχονται να βοηθήσουν στη συντήρηση του κι όλ’ αυτά που ξεχνάμε, κυριολεκτικά αφήνουμε πίσω μας στις διακοπές, εμείς οι Έλληνες και μοιάζουν να χάνονται στο βάθος του ορίζοντα των παραλιών που επισκεφτήκαμε ή κοιμηθήκαμε. Αυτά που νομίζουμε επειδή δεν τα βλέπουμε, έστω και μόνο για 10-15 μέρες, ότι δεν υπάρχουν ή ακόμη χειρότερα ότι έχουν κατά ένα μαγικό τρόπο διορθωθεί. Έπειτα είναι κι αυτές οι πρώτες μέρες που σου συντηρούν ωραία τον διακοπομύθο, ειδικά αν βρεθείς να ξεκινάς τη σεζόν προς τα τέλη του Αυγούστου. Άδεια πόλη, εύκολο παρκάρισμα, μηδενικές ουρές παντού, ησυχία τα μεσημέρια, καλύτερη διάθεση από όλους, λιγότερη πληροφόρηση. Με το πέρας αυτών των ημερών όμως αρχίζει σιγά, σιγά το είναι σου να νιώθει ότι όπου να ‘ναι, όπως χρόνια συμβαίνει τέτοιες μέρες, πλησιάζει άλλου είδους τράβηγμα. Σα βιολογικό ρολόι. Ένα αυτοκαταστροφικό ραντεβού. Κάτι σαν την ταινία «Η μέρα της μαρμότας» με τον Bill Marey. Δεν είναι η μιζέρια μου. Μακάρι να ήμουν.
Επιστροφή στην κόλαση θα πω εγώ καλύτερα. Επιστροφή απλά στην κόλαση της πραγματικότητας. Κίνηση και φασαρία, νεύρα κι αδιαφορία. Χαστούκι γερό. Μετά έρχονται κι οι πάντα πιπέρατες «λεπτομέρειες» για να σου ξεκαθαρίσουν μια και καλή ότι είναι ανόητο να περιμένεις κάποια βελτίωση. Το να ελπίζεις δηλαδή ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα υπό τις υπάρχουσες συνθήκες. Η ιερά μονή κάνει τα δικά της, Ο υπουργός τολμά το επιχειρείν, τα σχολεία κι η παιδεία δεν... όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, οι αυξήσεις επιτίθενται σφοδρά, το φορολογικό σύστημα ύποπτο και τα δελτία ειδήσεων να βαράνε στο ρυθμό «κοντσέρτο για πολυβόλα». Και να θες να αγιάσεις όπως λέει απλά ο σοφός λαός μας απλά δε σε αφήνουν. Same Greekcountry, same Greektime, same Greekactors.
Τους βαρέθηκα. Αυτοί είναι οι μίζεροι. Η τηλεόραση, το κοινοβούλιο μας, η δικαιοσύνη, η εκκλησία, το κράτος συνολικά, οι μεγάλοι και τρανοί επιχειρηματίες, οι συνδικαλιστές κ.α. Αυτοί είναι που παράγουν, προωθούν κι απολαμβάνουν μιζέρια. Αυτοί δε μπορούν να ξεφύγουν και μαζί τους θέλουν να τραβήξουν, ήδη χρόνια το κάνουν, κι εμάς. Στο βούρκο της αποτυχίας, της ασυνεννοησίας, της απληστίας, της νωθρότητας, της έλλειψης δημιουργίας σοβαρού διαλόγου, της έλλειψης κοινωνικής ευαισθησίας και έργου, της απουσίας γούστου και στυλ, της ασυδοσίας, της μίζας, της ψευτιάς, της ανικανότητας, του βολέματος, της αποτυχίας.
Ας πούμε επιτέλους όχι. Για τη ζωή μας πρόκειται.
«.....Η πόλη ποτέ δεν κοιμάται. Η πόλη σας… Η δική μου πόλη έχει ξύπνημα στις 6.30, ουρά για τρόλεϊ στις 7.15, δουλειά, διάλειμμα το μεσημέρι, δουλειά κι απόγευμα ως τις 9. Και το Σάββατο. Έχει δάνειο για το δυάρι (αντί για νοίκι), δυο πιστωτικές κάρτες, λογαριασμούς που πάλι ακρίβυναν, ουρά στον ΟΕΚ για κοινωνικό τουρισμό γιατί δεν περισσεύουν τα ρημάδια ούτε για μια βδομάδα στα νησιά, ούτε Πάρο, ούτε Μύκονο, σε άλλο χάρτη, συντονισμό στα ραδιόφωνα που μοιράζουν προσκλήσεις για θέατρο και σινεμά και το Σαββατόβραδο μπαλκονάκι, μπιρίτσα, κουβεντούλα κι αγκαλιές. Δεν είναι γκρίνια. Δεν είναι, πίστεψέ με, μιζέρια. Μερικές φορές ζηλεύω που τόσα βλέπετε, τόσα ακούτε, τόσα ανακαλύπτετε....».
Απόσπασμα από επιστολή που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 125 της Lifo 11/9/08
Νίκος Παπαδόπουλος (ετών 38, εργαζόμενος από τα 16, μισθός 800€, πλατεία Αμερικής)
ΥΓ. Ευχαριστώ θερμά και μέσα από την ψυχή μου τους Μπρους, Γέτι, Συνταγματάρχη και captain Blackbeard που μου θύμισαν και πάλι πράγματα που είχα λησμονήσει και πως είναι να είσαι ζωντανός, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό και με βοήθησαν να ζήσω 15 από τις πιο αξέχαστες, απίστευτες, αναγεννητικές μέρες της ζωής μου. 15 μέρες που σίγουρα θα κάνουν τη δική μου κόλαση πιο υποφερτή.






