Αναφιώτικα
Φωτογραφίες: Στεφανία Μιζάρα
Της Έλενας Γιαννοπούλου
Share |
Ένα νησί που κοιμάται στο κέντρο της πόλης: ο ενδιάμεσος χώρος…

Γυρίζεις από διακοπές· είναι ακόμη καλοκαίρι και πρέπει να προσαρμοστείς στην ηλίθια, χειμωνιάτικη πραγματικότητα που άφησες πίσω σου. Αναπνέεις σε μικρές δόσεις τη μεγάλη πόλη που καταπίνει τον ουρανό και φτύνει κατάλοιπα καύσης ορυκτών καυσίμων. Στις αποσκευές σου κουβαλάς το καλοκαίρι… Μελένια αγόρια που τρώνε καρπούζι, ροδακινιά μαγιό που στεγνώνουν στον ήλιο, νοτισμένες επιδερμίδες, καλοκαιρινές μουσικές. Οι διακοπές, στριμωγμένες στο σάκο σου με τα άπλυτα, σκορπίζονται στο κλειστό για εβδομάδες διαμέρισμά σου. Τι κάνεις;

Παίρνεις το μετρό και πας στο Θησείο, να τι κάνεις!

Ακολουθείς τον κυκλικό δρόμο πάνω από το λουτρό των Αέρηδων… Χαμογελάς σε ηλιοκαμένους χρυσαφένιους τουρίστες. Αφήνεις πίσω σου τη μικρή εκκλησία του Αγίου Συμεών. Πας στο νησί που κοιμάται στο κέντρο της πόλης... Πας με τα πόδια. Δεν έχει θάλασσα. Ωστόσο, οι εικόνες μυρίζουν αιγαιοπελαγίτικο αέρα. Είναι τα Αναφιώτικα. Μια μικρή νησίδα αλλότριας καταγωγής που επικάθεται σχεδόν αυτούσια, οπωσδήποτε ανορθόδοξα, στον αστικό χώρο. Ο ενδιάμεσος χώρος. Ο πολύχρωμος ροδοειδής οικισμός που αναμετράται με τη σκιά των αρχαίων γιγάντων βρίσκεται ένα τσιγάρο δρόμο από τη στάση Θησείο του μετρό, στους πρόποδες της Ακρόπολης. Αμόλευτες πέτρες της αττικής γης συνομιλούν με τον ουρανό. Σπίτια που ακουμπούν με εμπιστοσύνη το ένα στο άλλο, σπίτια - πράξεις που καθιστούν το χώρο πειστική υπενθύμιση επικοινωνίας, επίπεδες ταράτσες που συνδέονται, εσωτερικές σκιερές αυλές που σαν κόρφοι γυναικών ταΐζουν παιδικές μνήμες, σιδερένιες αυλόπορτες που τρίζουν, μπουκαμβίλιες που αγκαλιάζουν ξύλινα παντζούρια, αναβασιές, λαξεμένα σκαλιά, πέτρες, κέραμοι, ψηφιδωτά, υψώματα που θαρρείς πως είναι έτοιμα να βουτήξουν μέσα στη θάλασσα…
Η εν-τοπισμένη ταυτότητα του οικισμού εκφράζει την καταγωγή (Ανάφη) αλλά και την κοινωνική ομοιογένεια των πρώτων κατοίκων (1847-1863). Οι πρώτοι Αναφιώτες –μάστορες, μαρμαράδες, λιθοξόοι, ξυλουργοί, χτίστες– οικειοποιήθηκαν τον ιερό βράχο της Ακρόπολης κι έστησαν εκεί ένα νησιώτικο σκηνικό, ανατρέποντας την αυτοτέλεια του τοπίου και φέρνοντας στην αττική γη το χρώμα και τη λειτουργική αρχιτεκτονική της Ανάφης. Τα Αναφιώτικα, όπως είναι γνωστός ο οικισμός, δεν επιβίωσαν εύκολα μέσα στο χρόνο και οπωσδήποτε δεν επιβίωσαν χωρίς απώλειες. «Τα περισσότερα από τα σπίτια είναι απαλλοτριωμένα» λέει ο κ. Μίμης. «Λίγοι κάτοικοι έχουν απομείνει εδώ. Κάποτε το σχολείο αριθμούσε διακόσια παιδιά. Τώρα οι νέοι έχουν κατέβει στην πόλη. Δυο-τρία παιδάκια έχει πια ο οικισμός».
Ο κυκλαδίτικος οικισμός που επικάθεται αιρετικά στα ριζά του βράχου της Ακρόπολης δεν περιορίζεται στη γραφική γοητεία. Κατεβαίνοντας τα ελικοειδή σκαλοπάτια, ο εξωτερικός κόσμος υποχωρεί για να γίνει σκηνικό περίγραμμα άλλης εποχής. Στα δρομάκια οι κάτοικοι βγάζουν τραπεζάκια και πίνουν μερακλίδικους ελληνικούς καφέδες, παίζουν τάβλι, δίνουν πληροφορίες σε ξαφνιασμένους τουρίστες… Κάποιοι ακούν ραδιόφωνο, άλλοι μπογιατίζουν με έντονα χρώματα πινακίδες που δείχνουν την κατεύθυνση για την Ακρόπολη. Ο κ. Λευτέρης μάς ρωτά: «Διψάτε;» Ένα ποτήρι δροσερό νερό και ψιλή κουβεντούλα κοιτάζοντας την Αθήνα από ψηλά. Λίγο πιο κάτω ο κ. Αργύρης σκουπίζει τα φύλλα από τα δασώδη αναρριχητικά φυτά που αγκαλιάζουν το σπίτι του. Μας μπάζει στο χώρο του, το χέρι του αγγίζει τον ακρογωνιαίο βράχο της Ακρόπολης που αποτελεί τον βασικό τοίχο του μικρού δωματίου, μας δείχνει φωτογραφίες των παιδιών του. Η νοσταλγία μιας εποχής –αβίωτης– λειτουργεί ως βαθύς ανατόμος της σύγχρονης οικιστικής άποψης. Ο κ. Αργύρης μένει σε ένα σπιτάκι 20-25 τετραγωνικών. Έχει μπάνιο, κουζίνα, αποθηκευτικό χώρο, ένα τραπέζι –η τραπεζαρία του–, ένα κρεβάτι –η κρεβατοκάμαρά του– κι ένα υπέροχο πλάτωμα που βλέπει την πόλη – ο χώρος υποδοχής των επισκεπτών του. «Το χειμώνα πώς είναι;» τον ρωτώ σαν Αμερικανάκι. «Πιο ωραία», με ξαφνιάζει, «πιο ρομαντικά». Αποχαιρετώντας μας, μου κόβει ένα κλωναράκι δυόσμο. Το βάζω πίσω από τ’ αφτί μου, χαιρετώντας τον σαν να τον ξέρω χρόνια. «Θα ξανάρθω» του υπόσχομαι.
Κοιτάζω πάνω δεξιά. Το ιερό της θεάς Αθηνάς στραφταλίζει στον μεσημεριάτικο ήλιο. Η γειτνίαση των αρχαιοτήτων με τα απλά σπίτια των Αναφιώτικων θέτει τη μονόσημη ανάγνωση της έννοιας του μνημειακού χώρου σε αμφισβήτηση. Μυρωδιά ανθρώπων μακελεύει τον ιερό βράχο. Τα Αναφιώτικα δεν είναι μνημείο. Είναι οι άνθρωποι. Ο Αργύρης, η Κατερίνα, ο Γιάννης, ο Μίμης, η Μάρω…

Μα ο κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς ο εαυτός του. Είναι το μοναδικό, πάντα αξιόλογο σημείο όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου. Αυτού του κόσμου, του σύγχρονου. Είναι αυτή η εποχή. Που σμίγει, όμως, το χθες και το σήμερα σαν ένα. Είναι επιλογή.

«Κανείς δεν ζει στον κόσμο γενικά.Όλοι,ακόμη και οι εξόριστοι,οι πλάνητες,οι άνθρωποι της διασποράς ή οι διαρκώς μετακινούμενοι,ζουν σε ένα πεπερασμένο και κλειστό κομμάτι του – τον εδώ κόσμο» (Ρ. Κ., απόσπασμα Geertz, 1996).


fashion addiction